ΜΕΝΟΥ

ΑΡΘΡΑ ΣΕ ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αιματολογικές διαταραχές που προκαλούνται από φάρμακα Β. Διαταραχές της κοκκιώδους σειράς







ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ
REVIEW


Αιματολογικές διαταραχές
που προκαλούνται από φάρμακα
Β. Διαταραχές της κοκκιώδους σειράς

Ανασκοπούνται οι διαταραχές της κοκκιώδους σειράς που μπορεί να προκληθούν από τη θεραπευτική χορήγηση διαφόρων φαρμάκων και ουσιών. Είναι
γεγονός ότι διάφορα φάρμακα είναι δυνατόν να προκαλέσουν διαταραχές
στην παραγωγή, την ωρίμανση, τη λειτουργία και τη μορφολογία των κυττάρων της κοκκιώδους σειράς και ειδικότερα των πολυμορφοπυρήνων, ενώ
αρκετά –κυρίως κυτταροστατικά– φάρμακα προδιαθέτουν στην εμφάνιση
δευτεροπαθών μυελικών νεοπλασμάτων. Η έγκαιρη διερεύνηση και διάγνωση
των συγκεκριμένων διαταραχών θα βοηθήσει στη σωστότερη χρήση των εν
λόγω φαρμάκων στην καθημερινή κλινική πρακτική.

Copyright © Athens Medical Society
www.mednet.gr/archives
ARCHIVES OF HELLENIC MEDICINE: ISSN 11-05-3992

ARCHIVES OF HELLENIC MEDICINE 2010, 27(4):585-593
...............................................
Γ.Χρ. Μελέτης,
Κ. Κωνσταντόπουλος
...............................................
Α΄ Παθολογική Κλινική, Εθνικό και
Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών,
Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «Λαϊκό»,
Αθήνα

Hematologic dyscrasias caused by
medication – Β. Dyscrasias of the
white blood cell series

Abstract at the end of the article

Λέξεις ευρετηρίου
Ακοκκιοκυτταραιμία
Ηωσινοφιλία
λευχαιμία σχετιζόμενη με την αγωγή
Μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο σχετιζόμενο
με την αγωγή
ουδετεροπενία
ουδετεροφιλία
Φάρμακα

Υποβλήθηκε 10.10.2009
Εγκρίθηκε 22.10.2010


1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Τα διάφορα αιματολογικά νοσήματα οφείλονται σε
ποικίλα αίτια, ενώ οι μηχανισμοί πρόκλησής τους είναι
συχνά πολύπλοκοι και πολυπαραγοντικοί. Εκτός από
τα πρωτογενή αιματολογικά νοσήματα –κληρονομικά
ή επίκτητα– η ιατρική θεραπευτική παρέμβαση για την
αντιμετώπιση του αιματολογικού νοσήματος (κακοήθους
ή όχι), αλλά και η χορήγηση διαφόρων φαρμάκων για
νοσήματα της γενικής παθολογίας, συνοδεύεται συχνά
από πολλές και μερικές φορές σημαντικές αιματολογικές
διαταραχές. οι διαταραχές αυτές αφορούν σε όλο σχεδόν
το φάσμα των αιματολογικών νοσημάτων και μπορεί να
επηρεάζουν τόσο την ερυθρά, την κοκκιώδη ή τη μεγακα-
ρυοκυτταρική σειρά, όσο και την πήξη και την αιμόσταση.
Τα τελευταία χρόνια φαίνεται ότι οι εν λόγω διαταραχές
είναι συχνές με την εισαγωγή και χρήση νέων –συμβατικών
ή ανασυνδυασμένων– φαρμάκων που χρησιμοποιούνται
όλο και πιο συχνά από ιατρούς κάθε ειδικότητας. Έτσι,
απαιτείται σαφής γνώση των συγκεκριμένων διαταραχών
για καλύτερη αξιολόγηση, αλλά και για έγκαιρη διάγνω
ση και αντιμετώπιση, καθώς και για την αποφυγή τυχόν
σημαντικών ανεπιθύμητων ενεργειών από τη χρήση των
διαφόρων φαρμάκων.

2. ΝοΣΗμΑτΑ τΗΣ ΚοΚΚΙΩΔοΥΣ ΣΕΙρΑΣ
2.1. ουδετεροπενία-ακοκκιοκυτταραιμία
Για την εμφάνιση ουδετεροπενίας ευθύνονται ένας ή
περισσότεροι παθοφυσιολογικοί μηχανισμοί μεμονωμένοι
ή σε συνδυασμό (πίν. 1).1–6
ουδετεροπενία από φάρμακα μπορεί να εμφανιστεί
μετά τη λήψη διαφόρων μη στεροειδών αναλγητικών
(διπυρόνη), αντιθυρεοειδικών (καρβιμαζόλη), αντιαιμοπε-
ταλιακών (τικλοπιδίνη), ψυχοφαρμάκων (φαινοθειαζίνες),
νευροληπτικών και αντιεπιληπτικών (διφαινυλυδαντοΐ-
νη), αντιισταμινικών, αντιρευματικών, αντιμικροβιακών
(β-λακτάμες, κοτριμοξαζόλη, σουλφασαλαζίνη), αντιαρρυθ-
μικών (προκαϊναμίδη), αντιυπερτασικών (καπτοπρίλη) και
κυτταροστατικών φαρμάκων (πίν. 2).1–10,17–26 Φαίνεται ότι η
συχνότητα αυξάνεται με την ηλικία και πιθανόν εξαρτάται



586

Πίνακας 1. Παθοφυσιολογικοί μηχανισμοί για την εμφάνιση ουδετεροπενίας.

Ι. Ανεπάρκεια κοκκιοποίησης, «απλασία ή δυσπλασία»


Γ.Χ. ΜΕλΕΤΗΣ και Κ. ΚωΝΣΤΑΝΤοΠοΥλοΣ
Μείωση της συνολικής μυελικής παραγωγής (υποπλασία της κοκκιώδους σειράς). Ιδιοπαθής ή λόγω τοξικής δράσης των φαρμάκων (κυτταροστα-
τικά, αντιμεταβολίτες, φαινοθειαζίνες κ.λπ.) ή αναστολή από φάρμακα μέσω ενός μηχανισμού υπερευαισθησίας
Μείωση της αποδοτικής μυελικής παραγωγής πολυμορφοπυρήνων (υπερπλασία της κοκκιώδους σειράς) με διαταραχές ωρίμανσης και ενδείξεις ενδο-
μυελικής καταστροφής (στερητικές αναιμίες, φάρμακα όπως αντιμεταβολίτες, ανταγωνιστές του φυλλικού οξέος κ.ά.). Η ανεπαρκής κοκκιοποίηση
–μείωση του ρυθμού πολλαπλασιασμού των κυττάρων, πρόωρη ενδομυελική καταστροφή, αναστολή εξόδου ώριμων πολυμορφοπυρήνων
στο περιφερικό αίμα– μπορεί να αφορά στα ίδια τα κύτταρα της κοκκιώδους σειράς ή να οφείλεται σε εξωκυτταρικά αίτια
Κυτταρικά αίτια: Βλάβη των CFU-C ή των CFU-S (κληρονομική ή επίκτητη, ιονίζουσες ακτινοβολίες, βενζόλιο, φάρμακα, ιδιοπαθείς)
Μη κυτταρικά αίτια: Αναστολείς των CFU-C (αυτοαντισώματα, ανοσοσυμπλέγματα, Τ-λεμφοκύτταρα, ιντερφερόνη, LIA, ΝΙΑ: (leucocyte ή
neutrophil inhibiting activity). Αναστολείς των CSF (λακτοφερίνη, ανεπάρκεια βιταμίνης Β12, φυλλικού οξέος, σιδήρου, χαλκού, λοιμώξεις από
βακτηρίδια ή ιούς, τοξίνες, ανοσοσφαιρίνες)
ΙΙ. μείωση της επιβίωσης των πολυμορφοπυρήνων λόγω αυξημένης περιφερικής χρησιμοποίησης (υποξείες λοιμώξεις), αυξημένης κατα-
κράτησης ή καταστροφής στο σπλήνα (υπερσπληνισμός) ή αυξημένης καταστροφής από ανάπτυξη αντιλευκοκυτταρικών αντισωμάτων ή
από φάρμακα που προκαλούν παραγωγή «απτινών» και αντιδράσεις τύπου πυραμιδόνης (φάρμακο+απτίνη+ πολυμορφοπύρηνο)
Κυτταρικά αίτια: Δυσκοκκιοποιήσεις (συγγενείς, επίκτητες)
Μη κυτταρικά αίτια:
Ανοσολογικά: Αυτοαντισώματα, ανοσοσυμπλέγματα
Μικροβιακές τοξίνες;
Σπληνομεγαλία: Συνάθροιση και φαγοκυττάρωση
Καλοήθης ή κακοήθης ιστιοκυττάρωση (αύξηση φαγοκυτταρικού συστήματος)
ΙΙΙ. Δυσκολία στην απελευθέρωση των πολυμορφοπυρήνων από το μυελό των οστών
Κληρονομικές
Επίκτητες (δυσκοκκιοποιήσεις)
Ανεπάρκεια αιμοποιητικών παραγόντων
Χημικές ουσίες
Ανοσολογικές
Ιδιοπαθείς (μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα)
IV. Αύξηση της περιθωριακής δεξαμενής. Ανώμαλη κατανομή στο κυκλοφορούν και περιθωριακό διαμέρισμα των πολυμορφοπυρήνων και μερικές
φορές και στο μυελικό διαμέρισμα των κατά τα άλλα φυσιολογικά παραγόμενων και επιβιούντων πολυμορφοπυρήνων (ψευδείς ουδετεροπενίες,
στις οποίες αποδίδονται πολλές οικογενείς ουδετεροπενίες)
Κληρονομική
Επίκτητη
Ρευματοειδής αρθρίτιδα
Κίρρωση
Μονοκλωνικές παραπρωτεϊναιμίες
Υποθυρεοειδισμός
λοιμώξεις από βακτηρίδια και ιούς
Επίκτητες αιμοποιητικές δυσπλασίες
Κλιμακτήριος
V. μείωση της συνολικής παραγωγής πολυμορφοπυρήνων ή μη αποδοτική κοκκιοποίηση σε συνδυασμό με μείωση της επιβίωσης στην
περιφέρεια. λευχαιμίες και άλλα μυελοϋπερπλαστικά σύνδρομα που συνδυάζονται με υπερσπληνισμό, σηψαιμία ή ύπαρξη λευκοσυγκολλητινών,
καθώς και μετά από μακρά χορήγηση αντιμεταβολιτών (μείωση της παραγωγής ή και παραγωγή μη φυσιολογικών πολυμορφοπυρήνων που
καταστρέφονται ταχέως στην περιφέρεια)
VI. μη καλή απελευθέρωση από το μυελό των οστών. Κληρονομική ή επίκτητη δυσκοκκιοποίηση (ανεπάρκειες αιμοποιητικών παραγόντων,
χημικά προϊόντα, ανοσολογικά αίτια και ιδιοπαθής, όπως συμβαίνει στα προλευχαιμικά σύνδρομα κ.λπ.)


από τη μεγαλύτερη χρήση φαρμάκων, ενώ ενδεχομένως
είναι μεγαλύτερη στις γυναίκες.
Σε μερικές περιπτώσεις ο μηχανισμός είναι ανοσολογικός,
όπως συμβαίνει στις πενικιλίνες, που δρουν ως απτίνες για
δημιουργία αντισωμάτων κατά των πολυμορφοπυρήνων.


Σε άλλες περιπτώσεις αυξάνεται η απόπτωση των πολυ-
μορφοπυρήνων (κλοζαπίνη) ή η καταστροφή τους με τη
μεσολάβηση του συμπληρώματος (προπυλοθειουρακίλη),
ενώ μερικά φάρμακα προκαλούν μια δοσοεξαρτώμενη
καταστολή της κοκκιοποίησης (β-λακτάμες, καρβαμαζεπί-
νη, βαλπροϊκό οξύ) ή δρουν τοξικά στις προβαθμίδες της



ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΗΣ ΚοΚΚΙωΔοΥΣ ΣΕΙΡΑΣ ΑΠο ΦΑΡΜΑΚΑ

Πίνακας 2. Φάρμακα και ουσίες που ενοχοποιούνται με άλλοτε άλλη συχνότητα για πρόκληση λευκοπενίας ή ακοκκιοκυτταραιμίας.

• Οινόπνευμα
• Αλκυλιούντες παράγοντες: Χλωραμβουκίλη κ.λπ.
• Άλλα κυτταροστατικά
• Βενζόλιο και παράγωγα


587
• Αναλγητικά και αντιφλεγμονώδη: Ακεταμινοφαίνη, αμινοπυρίνη και παράγωγα, ασπιρίνη, διπυρόνη, δικλοφενάκη, διφλουνιζάλη, ιβουπροφαίνη,
ινδομεθακίνη, καρβαμαζεπίνη, μεταμιζόλη, μεφαιναμικό οξύ, μπενοξεπροφαίνη, μπουκιλαμίνη, ναπροξένη, πενταζοκίνη, πιροξικάμη, σουλινδάκη,
τενοξικάμη, τολμετίνη, φαιμοπροφαίνη, φαινακετίνη, φαινυλβουταζόνη κ.ά.
• Αντιαρρυθμικά: Αζμαλίνη, αμιωδαρόνη, απρινδίνη, δισοπυραμίδη, κινιδίνη, προκαϊναμίδη κ.ά.
• Αντιαιμοπεταλιακά: Τικλοπιδίνη
• Αντιβιοτικά – φάρμακα κατά λοιμώξεων: Αβακαβίρη, ακυκλοβίρη, αμοδιακίνη, αμοξικιλίνη-κλαβουλανικό οξύ, αμπικιλίνη, ατοβακόνη, βανκομυκίνη,
γενταμικίνη, δαψόνη, εθαμβουτόλη, ερυθρομυκίνη, ζιδοβουδίνη, θειακεταζόνη, ιμιπενέμη, ινδιναβίρη, ισονιαζίδη, καρμπενικιλίνη, κετοκοναζόλη,
κεφαλεξίνη, κεφαλοθίνη, κεφαμανδόλη, κεφαπυρίνη, κεφεπίμη, κεφοταξίμη, κεφουροξίμη, κεφραδίνη, κεφταζιδίμη, κεφτριαξόνη, κινίνη, κλαρι-
θρομυκίνη, κλινδαμυκίνη, κλοξακιλίνη, λεβαμιζόλη, λινκομυκίνη, λινεζολίδη, μακρολίδες, μεβενδαζόλη, μεθικιλίνη, μεπακρίνη, μετρονιδαζόλη,
μινοκυκλίνη, ναφσιλίνη, νιτροφουραντοΐνη, νιφουροξαζίδη, νοβοβιοκίνη, νορφλοξασίνη, ογκμεντίνη, οξακυκλίνη, πενικιλίνες, πιπερακιλίνη,
πυριμεθαμίνη, ριστοσετίνη, ριφαμπικίνη, σιπροφλοξασίνη, στρεπτομυκίνη, σουλφασαλαζίνη, σουλφοναμίδες, τερβιναφίνη, τετρακυκλίνη, τικαρ-
κιλίνη, τριμεθοπρίμη/σουλφαμεθοξαζόλη, υδροξυχλωροκίνη, φλουκοναζόλη, φλουκυτοσίνη, φουσιδικό οξύ, χλωραμφαινικόλη, χλωρογουανίδη,
χλωροκίνη κ.ά.
• Αντιεπιληπτικά: Βαλπροϊκό οξύ, διφαινυλυδαντοΐνη και άλλα παράγωγα υδαντοΐνης, αιθοσουξιμίδη, καρβαμαζεπίνη, λαμοτριγίνη, λαμπτριγκίνη,
μεσαντοΐνη, τριδιόνη, τριμεθαδιόνη, φαινοβαρβιτάλη, φαινυτοΐνη κ.ά.
• Αντιθυρεοειδικά: Θειουρακίλη, καρβιμαζόλη, μεθιμαζόλη, θειαμαζόλη, προπυλοθειουρακίλη, υπερχλωρικό κάλιο, θεοκυανικό κάλιο κ.ά.
• Αντιδιαβητικά: Γλιβενκλαμίδη, καρβουταμίδη, τολβουταμίδη, χλωροπροπαμίδη κ.ά.
• Αντινεοπλασματικά: Αμινογλουτεθιμίδη, αμυγδαλίνη, ετανερσέπτη, ιματινίμπη, νιλουταμίδη, ριτουξιμάμπη, ταμοξιφένη, φλουταμίδη
• Αντιρευματικά: Άλατα χρυσού, ινφλιξιμάμπη, λεβαμιζόλη, πενικιλαμίνη, σουλφασαλαζίνη κ.ά.
• Αντιισταμινικά: Θεναλιδίνη, μεθαφενιλίνη, τριπελεναμίνη, χλωροφενιραμίνη κ.ά.
• Σουλφοναμίδες:Αζουλφιδίνη, σουλφανιλαμίδη, σουλφαγουανιδίνη, σουλφαδιαζίνη, σουλφαθειαζόλη, σουλφαμεθοξυπυριδαζίνη, σουλφαπυριδίνη,
σουλφασαλαζίνη, σουλφισοξαζόλη, τριμεθοπρίμη/σουλφαμεθοξαζόλη κ.ά.
• Φάρμακα καρδιαγγειακού:Ακετυλδιγοξίνη, αμιωδαρόνη, απρινδίνη, βεζαφιβράτη, διγοξίνη, βεσναρινόνη, θειαζιδικά διουρητικά, καπτοπρίλη, κινιδίνη,
κλοπιδογρέλη, λισινοπρίλη, μεθυλντόπα, μετολαζόνη, μπεπριδίλη, προκαϊναμίδη, προπαφαινόνη, προπρανολόλη, ραμιπρίλη, σπειρονολακτόνη,
τικλοπιδίνη, υδραλαζίνη, φαινινδιόνη, φλουμπιπροφαίνη, φουροσεμίδη κ.ά.
• Φάρμακα γαστρεντερικού: Μεσαλαζίνη, μετιαμίδη, μετοκλοπραμίδη, oμεπραζόλη, πιρενζεπίνη, ρανιτιδίνη, σιμετιδίνη, φαμοτιδίνη κ.ά.
• Ψυχοτρόπα φάρμακα: Αλοπεριδόλη, αμοξαπίνη, δεσιπραμίνη, διαζεπάμη, δοθιεπίνη, δοξεπίνη, ζιπρασιδόνη, θειοριδαζίνη, ιμιπραμίνη, ινδαλπίνη,
κλοζαπίνη, κυαναμίδη, λεβοπρομαζίνη, μαπροτιλίνη, μεθοτριμεπραζίνη, μεπαζίνη, μεπροβαμάτη, μιανσερίνη, ολανζαπίνη, προμαζίνη, προχλω-
ροπεραζίνη, ρισπεριδόνη, τιαπρίδη, φαινοθειαζίνες, φλουοξετίνη, χλωριμιπραμίνη, χλωροπρομαζίνη, χλωροδιαζεποξίδη κ.ά.
• Άλλα φάρμακα: Ακεταζολαμίδη, ακετυλοκυστεΐνη, ακετοσουλφόνη, ακιτρετίνη, αλλοπουρινόλη, αμινογλουτεθιμίδη, απρινδίνη, βρωμοφαινιρα-
μίνη, γ-σφαιρίνες IV, δαψόνη, δεφεριπρόνη, δινιτροφαινόλη, διπυριδαμόλη, δοβεσιλικό ασβέστιο, εθακρυνικό οξύ, ενώσεις αντιμονίου, ενώσεις
αρσενικού, κινίνη, κουμαρινικά, λεβοντόπα, μεσαλαζίνη, μεθαπυριλένη, μεθαζολαμίδη, μεμπυδρολίνη, μπεζαφιμπράτη, ολανζαπίνη, πενικιλαμίνη,
πλασμοκίνη, πρεδνιζόνη, προκαϊναμίδη, προμεθαζίνη, προπανολόλη, ρετινοϊκό οξύ, ριλουζόλη, ριτοδρίνη, τολβουταμίδη, τριπελεναμίνη, φαινιν-
διόνη, υδραργυρικά διουρητικά, υοχιμβίνη, φλουταμίδη, DDT κ.ά.


κοκκιώδους σειράς (βουσουλφάνη, μεταμιζόλη, τικλοπιδί-
νη, εθοσουξιμίδη, χλωροπρομαζίνη).18,27–31 Αρκετά συχνά
δεν ενοχοποιείται το ίδιο το φάρμακο αλλά οι ενδιάμεσοι
μεταβολίτες του.1–10 Πολλές φορές, η παθογένεια είναι
εξαιρετικά ετερογενής και όχι πάντα γνωστή. Σε αρκετές
περιπτώσεις η ουδετεροπενία εμφανίζεται μετά από πα-
ρατεταμένη λήψη του φαρμάκου (μείωση των GM-CFU,
πιθανότατα μείωση της κοκκιώδους σειράς και υποπλα-
στικός μυελός),26,31,32 σε άλλες περιπτώσεις προκαλείται
μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση (πιθανότατα
ανοσολογικός μηχανισμός), ενώ αρκετές φορές ενοχο-
ποιείται βλάβη του μικροπεριβάλλοντος του μυελού των


οστών.30,31 Πολλές φορές εμπλέκονται άλλοι μηχανισμοί,
όπως τα κυτταροτοξικά λεμφοκύτταρα, οι απτίνες, η
αυτοανοσία και οι οξειδωτικές δράσεις του φαρμάκου ή
των μεταβολιτών του,26,31–33 όπως σε διαταραχές της μυε-
λοϋπεροξειδάσης, της NADPH-οξειδάσης, σε μείωση του
ATP ή και της γλουταθειόνης, που προκαλούν ουδετερο-
πενία λόγω αυξημένης απόπτωσης.34 Για μερικά φάρμακα
πιθανότατα υπάρχουν επιπλέον παράγοντες κινδύνου,
όπως είναι το HLA (συσχέτιση κλοζαπίνης με το HLA-B27
και το ΗLA-B38), τα υποκείμενα νοσήματα (καπτοπρίλη
σε ρευματοειδή αρθρίτιδα), η νεφρική ανεπάρκεια ή η
συνδυασμένη θεραπεία με προβενεσίδη.21,34



588





Τα τελευταία χρόνια, η χρήση του αντι-CD20 αντισώμα-


Γ.Χ. ΜΕλΕΤΗΣ και Κ. ΚωΝΣΤΑΝΤοΠοΥλοΣ

Πίνακας 3. Μηχανισμοί πρόκλησης ακοκκιοκυτταραιμίας – ενοχοποι-
τος ριτουξιμάμπη σε λεμφοϋπερπλαστικά και αυτοάνοσα
νοσήματα μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την εμφάνιση
ουδετεροπενίας, συνήθως όψιμης.35
Αρκετά συχνά η ουδετεροπενία εμφανίζεται οξέως,
είναι σοβαρή με σχεδόν εξαφάνιση των πολυμορφοπυ-
ρήνων και λαμβάνει χαρακτήρα ακοκκιοκυτταραιμίας.
Στο μυελό, υπάρχει αναστολή της κοκκιώδους σειράς
σε κάποιο στάδιο ωρίμανσης –συνήθως στο στάδιο του
προμυελοκυττάρου– ή πλήρης απουσία κυττάρων της
κοκκιώδους σειράς1–10 (πίν. 3).

2.2. Πολυμορφοπυρήνωση
Η αύξηση των κυκλοφορούντων πολυμορφοπυρήνων
οφείλεται σε αρκετούς παθογενετικούς μηχανισμούς που
αφορούν στην παραγωγή, την ωρίμανση, την απελευ-
θέρωση από το μυελό των οστών, την κυκλοφορία στο
περιφερικό αίμα και τη μετανάστευσή τους προς τους
ιστούς1–10,36 (πίν. 4). Στην κλινική πράξη, συνήθως αυτή η
κατάταξη δεν μπορεί να εφαρμοστεί με ακρίβεια και οι
εμφανιζόμενες πολυμορφοπυρηνώσεις προκαλούνται από
περισσότερους του ενός μηχανισμούς.
Η πολυμορφοπυρήνωση συνήθως συνοδεύει διάφορα
μυελοϋπερπλαστικά νοσήματα, καθώς και φλεγμονώδη
νοσήματα και λοιμώξεις.
οι αδρενεργικοί αγωνιστές, η επινεφρίνη και τα κορ-
τικοειδή προκαλούν πολυμορφοπυρήνωση μέσω ανακα-
τανομής της περιθωριακής δεξαμενής προς την κυκλο-
φορούσα δεξαμενή. Η αιτιοχολανολόνη, τα κορτικοειδή
και οι μικροβιακές ενδοτοξίνες μέσω της ταχείας εξόδου
και κυκλοφορίας στο περιφερικό αίμα των πολυμορφοπυ-
ρήνων των «αποθηκών» του μυελού.37,38 οι συγκεκριμένες
πολυμορφοπυρηνώσεις είναι άμεσες και οφείλονται σε
μεταφορά των πολυμορφοπυρήνων από την περιθωριακή
στην κυκλοφορούσα δεξαμενή και πιο καθυστερημένες
–μετά από μερικές ώρες– όταν οφείλονται στην απελευθέ-
ρωση πολυμορφοπυρήνων από τις αποθήκες του μυελού.
Συνήθως, η πολυμορφοπυρήνωση σε αυτές τις περιπτώσεις
είναι παροδική και υποχωρεί μετά από απομάκρυνση του
υπεύθυνου αιτίου (σωματική άσκηση, ηλεκτροπληξία, πό-
νος, τραυματισμός, χειρουργική επέμβαση, σπασμοί κ.λπ.)
ή διαρκεί περισσότερο (δηλητηριάσεις, λοιμώξεις, υποξία,
θεραπεία με κορτικοειδή κ.λπ.). Εξάλλου, τα κορτικοειδή
εμποδίζουν επιπλέον, όπως αναφέρθηκε, την έξοδο των
πολυμορφοπυρήνων από το αίμα προς τους ιστούς, ενώ
όταν χορηγούνται για μακρύ χρονικό διάστημα έχουν
διεγερτική δράση στην κοκκιοποίηση.
ουδετεροφιλία επίσης προκαλείται από το λίθιο39
ούμενα φάρμακα.

Ανοσο-αλλεργικός μηχανισμός
– Καθήλωση των συμπλεγμάτων αντιγόνου (φάρμακο)-αντισώματος
κατά του φαρμάκου στην επιφάνεια των πολυμορφοπυρήνων και των
πρόδρομων μορφών τους, που έχει ως αποτέλεσμα την καταστροφή
τους (οξεία εμφάνιση ουδετεροπενίας)
– Προηγούμενη ευαισθητοποίηση
– Σύμβαμα που δεν συνδέεται με τη δόση (για την πρόκληση
ακοκκιοκυτταραιμίας αρκεί μια ελάχιστη δόση του φαρμάκου)
– Μπορεί να αφορά έως και στις πρόδρομες μυελικές προβαθμίδες των
πολυμορφοπυρήνων (π.χ. αμινοπυρίνη)
– Μπορεί να αφορά μόνο στα ώριμα πολυμορφοπύρηνα (π.χ. κινιδίνη)
Τοξικός μηχανισμός
–Άμεση κυτταροτοξικότητα του φαρμάκου στα κύτταρα της κοκκιώδους
σειράς (προοδευτική εγκατάσταση της ουδετεροπενίας)
– Όχι προηγούμενη ευαισθητοποίηση
– Σύμβαμα που συνδέεται με τη δόση και τη διάρκεια χορήγησης του
φαρμάκου
– Φάρμακα τοξικά για όλα τα άτομα (κυτταροστατικά)
– Φάρμακα τοξικά για μερικά άτομα (εμπλέκονται ενζυμικές διαταραχές
στο μεταβολισμό του φαρμάκου) (φαινοθειαζίνες, σουλφοναμίδες,
αντιφλεγμονώδη)
Ενοχοποιούμενα φάρμακα
– Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη (φαινυλβουταζόνη, ινδομεθακίνη)
– Σκευάσματα που περιέχουν αμινοπυρίνη και νοραμινοπυρίνη
– Σουλφοναμίδες: Αντιβιοτικά (σουλφαμεθοξαζόλη/τριμεθοπρίμη),
υπογλυκαιμικά ή θειαζιδικά παράγωγα
– Αντιβιοτικά: Αμπικιλίνη, κεφαλοθίνη, νοβοβιοκίνη κ.λπ.
– Συνθετικά αντιθυρεοειδικά (καρβιμαζόλη)
– D-πενικιλαμίνη
– L-dopa
– Φαινυλινδανεδιόνη
– Βαρβιτουρικά
– Φαινοθειαζίνες (χλωροπρομαζίνη, προμεθαζίνη)
– Υδαντοΐνες
– Καπτοπρίλη
– Χλωραμφαινικόλη
– Ψυχοτρόπα (κλοζαπίνη)


και μετά από χορήγηση αυξητικών παραγόντων (G-CSF,
GM-CSF), ηπαρίνης και ισταμίνης. H χρήση διαφόρων
αντιβιοτικών, G-CSF και τριμεθοπρίμης/σουλφαμεθοξα-
ζόλης μπορεί, εκτός από την πολυμορφοπυρήνωση, να
συνοδεύεται και από επώδυνες δερματικές εκδηλώσεις
και πυρετό (σύνδρομο Sweet).40

2.3. Ηωσινοφιλία
H ηωσινοφιλία μπορεί να οφείλεται σε μια ιδιαίτερη αι-



ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΗΣ ΚοΚΚΙωΔοΥΣ ΣΕΙΡΑΣ ΑΠο ΦΑΡΜΑΚΑ

Πίνακας 4. Παθογενετικοί μηχανισμοί πρόκλησης πολυμορφοπυρή-
νωσης.

Ι. Ανακατανομή της περιθωριακής δεξαμενής και της κυκλοφορού-


589

Πίνακας 5. Aντιδράσεις σε φάρμακα που συνοδεύονται από ηωσινοφιλία
(φάρμακο ως αλλεργιογόνο συνδεόμενο με κάποιο άλλο μεγαλύ τερο
μόριο που δρα ως απτίνη).
σας δεξαμενής των πολυμορφοπυρήνων που έχει ως αποτέλεσμα
αύξηση της δεύτερης
Πολυμορφοπυρήνωση στις οξείες ή τις χρόνιες δηλητηριάσεις, ανοξία,
λοιμώξεις, έντονη άσκηση, καταστάσεις stress και κατά τη χορήγηση
φαρμάκων τύπου αδρεναλίνης
ΙΙ. ταχεία έξοδος και κυκλοφορία στο περιφερικό αίμα των πολυ-
μορφοπυρήνων των «αποθηκών» του μυελού
Πολυμορφοπυρήνωση ως οξεία απάντηση μετά από τη χορήγηση
ενδοτοξίνης, κορτικοειδών ή αιτιοχολανολόνης, καθώς και στις
καταστάσεις stress
ΙΙΙ. Αναστολή της εξόδου των πολυμορφοπυρήνων προς τους
ιστούς
Πολυμορφοπυρήνωση που παρατηρείται στη χρόνια λήψη κορτι-
κοειδών
ΙV. Αύξηση της μυελικής παραγωγής
Πολυμορφοπυρήνωση που αφορά σε όλα τα διαμερίσματα κατανομής
• Άλατα χρυσού
• Αλλοπουρινόλη
• Αμεθοπτερίνη
• Αμινογλυκοσίδες
• Ασπιρίνη
• Βεκλομεταζόνη
• Ηπαρίνη
• Καρβαμαζεπίνη
• Κεφαλοσπορίνες
• Μεφαινεσίνη
• Νιτροφουραντοΐνη
• Παρα-αμινοσαλικυλικό οξύ
• Πενικιλίνη
• Ριφαμπικίνη
• Σουλφοναμίδες
• Τετρακυκλίνες
• Υλικό λεμφαγγειογραφίας
• Φαινοθειαζίνες
• Φαινινδιόνη
• Χλωροπρομαζίνη
• Χλωροπροπαμίδη
τους και συνήθως παρατηρείται κατά τη διάρκεια λοιμώξεων και
φλεγμονών, νεοπλασμάτων, ενδοκρινικών νοσημάτων, κατά τη φάση
της αναγέννησης του μυελού και στα μυελοϋπερπλαστικά σύνδρομα
(στη μυελοσκλήρυνση προστίθεται και η σπληνική παραγωγή) ή τη
χορήγηση αυξητικών αιμοποιητικών παραγόντων
V. Αύξηση της μυελικής παραγωγής και σύγχρονη αύξηση της
επιβίωσης των πολυμορφοπυρήνων στο περιφερικό αίμα
Πολυμορφοπυρήνωση στη χρόνια μυελογενή λευχαιμία



ματολογική διαταραχή ή να είναι δευτεροπαθής σε διάφορα
νοσήματα, παρασιτώσεις, έκθεση σε αλλεργιογόνα ή και
μετά από λήψη φαρμάκων.1–10,41–49 Τα συχνότερα ενοχοποι-
ούμενα φάρμακα είναι οι πενικιλίνες, οι σουλφοναμίδες,
τα άλατα χρυσού, η αλλοπουρινόλη, η φαινυτοΐνη και η
καρβαμαζεπίνη (πίν. 5). Με τη λήψη φαρμάκων φαίνεται
ότι σχετίζονται διάφορα ηωσινοφιλικά σύνδρομα, με εκ-
δηλώσεις από διάφορα όργανα και συστήματα (πίν. 6).41–49
Συνήθως, μετά από λήψη αντιβιοτικών, αντιεπιληπτικών
αλλά και σπανιότερα από άλλα φάρμακα η ηωσινοφιλία
μπορεί να συνοδεύεται από εκτεταμένο εξάνθημα, πυρετό,
γενικά συμπτώματα και προσβολή διαφόρων οργάνων,
όπως εμφάνιση πνευμονίτιδας, ηπατίτιδας, νεφρίτιδας ή
περικαρδίτιδας (σύνδρομο DRESS)50 (πίν. 7). To σύνδρομο
δυνητικά είναι θανατηφόρο και πιθανότατα ενοχοποιείται
η επανενεργοποίηση του HHV6.51


3. μΥΕΛΙΚΑ ΝΕοΠΛΑΣμΑτΑ
3.1. Πολυκυτταραιμία
H πολυκυτταραιμία μπορεί να είναι πρωτοπαθές νόσημα
(ιδιοπαθής πολυκυτταραιμία) ή να οφείλεται δευτεροπαθώς
σε χρόνια υποξαιμία, βαρύ κάπνισμα, να συνοδεύει ποικίλους
όγκους (ωοθηκών, αιμαγγειοβλάστωμα παρεγκεφαλίδας,
Πίνακας 6. Ηωσινοφιλικά σύνδρομα από φάρμακα.

Γενικευμένο εξάνθημα με ή χωρίς πυρετό
οποιοδήποτε φάρμακο, κυρίως αντιβιοτικά
Διάμεση νεφρίτιδα με ηωσινοφιλουρία
Αντιβιοτικά, χρυσός, αλλοπουρινόλη
Πνευμονικά διηθήματα
Νιτροφουραντοΐνη, μινοκυκλίνη, ναπροξένη, φαινυλβουταζόνη, πιροξι-
κάμη, σουλινδάκη, σουλφοναμίδες, νιμεσουλίδη, τολφαιναμικό οξύ
Πλευροπνευμονικές εκδηλώσεις
Δαντρολένιο νατριούχο, μπλεομυκίνη, μεθοτρεξάτη
Ηπατίτιδα
Φαινοθειαζίνες, πενικιλίνες, τολβουταμίδη, αλλοπουρινόλη, μεθοτρε-
ξάτη, φθοριοκινολόνες
Λευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδα
Αλλοπουρινόλη, φαινυτοΐνη
Χρόνια παραρινοκολπίτιδα-πολύποδες-άσθμα
Ασπιρίνη
Σύνδρομο ηωσινοφιλίας-μυαλγίας
L-τρυπτοφάνη
Σύνδρομο DRESS


ηπάτωμα) ή να οφείλεται σε λήψη διαφόρων φαρμάκων,
όπως είναι τα αναβολικά στεροειδή και η ανασυνδυασμένη
ερυθροποιητίνη (λήψη από αθλητές).1–6,52,53 Ψευδοπολυ-
κυτταραιμία μπορεί να εμφανιστεί μετά από χρόνια λήψη
διουρητικών λόγω της αιμοσυμπύκνωσης, ενώ η μάζα των
ερυθρών παραμένει στα φυσιολογικά όρια.

3.2. Μυελοδυσπλαστικά νεοπλάσματα – λευχαιμίες
Τα μυελοδυσπλαστικά νεοπλάσματα/σύνδρομα (ΜΔΣ)



590

Πίνακας 7. Φάρμακα που σχετίζονται με το σύνδρομο DRESS.

Αρωματικά αντισπασμωδικά
Καρβαμαζεπίνη
Πριμιδόνη
Φαινοφαρβιτάλη
Φαινυτοΐνη
Μη αρωματικά αντισπασμωδικά
Βαλπροϊκό οξύ
Βενζοδιαζεπίνες
Γκαμπαπεντίνη
λαμοτριγίνη
Αντιμικροβιακά
Αβακαβίρη
Ισονιαζίδη
Μινοκυκλίνη
Νιτροφουραντοΐνη
Τερβιναφίνη
Σουλφοναμίδες
Δαψόνη
Σουλφασαλαζίνη
Σουλφοναμίδη
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη
Θαλιδομίδη
οξικάμη
Αντιυπερτασικά
Διλτιαζέμη
Καπτοπρίλη
Αντιδιαβητικά
Σορβινίλη
Άλλα
Αλλοπουρινόλη


είναι κλωνικά αιματολογικά νοσήματα που συνοδεύονται
από κυτταροπενία, άλλοτε άλλου βαθμού, και μη αποδοτική
αιμοποίηση. Αρκετές περιπτώσεις εξελίσσονται σε οξεία
λευχαιμία, ενώ υπάρχει ένα συνεχές φάσμα μορφολογικών
και κλινικών εκδηλώσεων μεταξύ των δύο νοσημάτων. οι
περισσότερες περιπτώσεις είναι ιδιοπαθείς, αλλά η έκθεση
σε τοξίνες, ακτινοβολία και διάφορα φάρμακα αυξάνει
τον κίνδυνο εμφάνισής τους.1–6,54,55 Τα δευτεροπαθή μυ-
ελοδυσπλαστικά σύνδρομα που σχετίζονται με τη λήψη
χημειοθεραπείας αποτελούν ένα πρώιμο στάδιο μιας
οξείας, μη λεμφοκυτταρικής λευχαιμίας (επικράτηση του
κακοήθους αιματολογικού κλώνου). Αν ο ασθενής επιζήσει
για αρκετό χρόνο από τις επιπλοκές της «προλευχαιμικής»
περιόδου (ουδετεροπενία, θρομβοπενία), είναι βέβαιη η
εξέλιξη σε οξεία λευχαιμία.


Γ.Χ. ΜΕλΕΤΗΣ και Κ. ΚωΝΣΤΑΝΤοΠοΥλοΣ

οι περισσότεροι ασθενείς που αναπτύσσουν ΜΔΣ/οξεία
μυελογενή λευχαιμία (οΜλ) ως επακόλουθο της προηγη-
θείσας θεραπείας για νόσο του Hodgkin ή μη Hodgkin
λεμφώματα εμφανίζουν χρωμοσωμικές διαταραχές (συχνά
πλήρη ή μερική απώλεια των χρωμοσωμάτων 5 ή 7 ή και
των δύο και ιδιαίτερα απώλεια της περιοχής 5q31.1, στην
οποία βρίσκεται το γονίδιο EGR1). οι συγκεκριμένοι ασθενείς
έχουν βραχύ χρόνο επιβίωσης. Το 50% των ασθενών στη
φάση της μυελοδυσπλασίας εμφανίζουν μονοσωμία 7, ενώ
στη φάση της οξείας λευχαιμίας μπορεί να προστεθούν και
άλλες χρωμοσωμικές διαταραχές. Η εμφάνιση μονοσωμίας
7 είναι συχνή σε ασθενείς που έχουν λάβει προηγουμένως
θεραπεία με υψηλές δόσεις αλκυλιούντων παραγόντων ή
έχουν εκτεθεί σε βενζόλιο.1–6
Συχνότερα ενοχοποιούνται αλκυλιούντες παράγοντες
(>85% των ασθενών) (μουστάρδα, κυκλοφωσφαμίδη, μελφα-
λάνη, βουσουλφάνη, χλωραμβουκίλη). οι παράγοντες αυτοί
προκαλούν διαταραχές στις θέσεις και τη στερεομετρική
διάταξη των βάσεων του DNA, με αποτέλεσμα διαταραχές
αντιγραφής, απώλεια χρωμοσώματος ή μεταλλάξεις (η μελ-
φαλάνη είναι περισσότερο μεταλλαξιογόνος σε σχέση με
την κυκλοφωσφαμίδη).1–6 Ανάλογη δράση εμφανίζουν και
οι νιτροζουρίες, ενώ οι αντιμεταβολίτες, η δοξορουβικίνη
και η μπλεομυκίνη ενοχοποιούνται σπάνια για δευτεροπαθή
ΜΔΣ. Επίσης, ενοχοποιούνται οι επιποδοφυλλοτοξίνες, οι
νιτροζουρίες, η προκαρβαζίνη και τα παράγωγα πλατίνας,
ενώ εμφάνιση ΜΔΣ/οΜλ μπορεί να εκδηλωθεί και μετά
από χρόνια έκθεση σε βενζόλιο (5–20 φορές μεγαλύτερος
κίνδυνος), οργανικούς διαλύτες, παράγωγα πετρελαίου και
μερικά εντομοκτόνα.
ο κίνδυνος φαίνεται ότι σχετίζεται με τη συνολική δόση,
τη διάρκεια της θεραπείας και από το ίδιο το φάρμακο,
και εκδηλώνεται συνήθως σε διάστημα 2–10 ετών από τη
χρήση, ενώ πριν από την εμφάνιση της οξείας λευχαιμίας
συνήθως προηγείται η εμφάνιση μυελοδυσπλασίας. οι συ-
χνότερες λευχαιμίες είναι Μ1 ή Μ2 κατά FAB και συνήθως
συνοδεύονται από πολλαπλές χρωμοσωμικές διαταραχές
(συχνότερα διαγραφές στα χρωμοσώματα 5 και 7 ή εμφάνιση
τρισωμίας 8). Σε περιπτώσεις δευτεροπαθών ΜΔΣ/οΜλ
εμφανίζονται επίσης διαταραχές στα χρωμοσώματα 1, 2, 4,
8, 11, 12, 14, 17, 18 και 21. οι διαταραχές στο χρωμόσωμα
17 εμφανίζονται πιο συχνά σε δευτεροπαθή ΜΔΣ/οΜλ
μετά από χημειοθεραπεία για συμπαγή νεοπλάσματα. οι
ασθενείς με δευτεροπαθή οΜλ λόγω χημειοθεραπείας
που εμφανίζουν t(8;21), inv(16), t(8;16), t(15;17) ή μεταθέσεις
που εντοπίζονται στο 11q23 αποτελούν μια ιδιαίτερη υπο-
ομάδα (απουσία προηγουμένως εικόνας ΜΔΣ και βραχεία
λανθάνουσα περίοδος). Πιο συχνά, η οΜλ είναι Μ2 [t(8;21],
M3 [t(15;17)], M4Eo [inv(16)], M4 ή Μ5 [t(8;16)].1–6


ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΗΣ ΚοΚΚΙωΔοΥΣ ΣΕΙΡΑΣ ΑΠο ΦΑΡΜΑΚΑ

οι περισσότεροι ασθενείς με δευτεροπαθή ΜΔΣ/οΜλ
έχουν λάβει θεραπεία με αναστολείς τοποϊσομεράσης ΙΙ
(επιποδοφυλλοτοξίνη ή ανθρακυκλίνες ή παράγωγα) σε
συνδυασμό με αλκυλιούντες παράγοντες ή παράγωγα
πλατίνας και ιονίζουσα ακτινοβολία. Η μέση διάρκεια
από τη χημειοθεραπεία ή και την ακτινοβόληση μέχρι τη
διάγνωση της δευτεροπαθούς λευχαιμίας είναι περίπου
3–4 έτη (μεγαλύτερος κίνδυνος 24–72 μήνες μετά από τη
θεραπεία). Από τα άτομα που θα αναπτύξουν λευχαιμία, σε
ποσοστό 6% περίπου εμφανίζεται τον πρώτο χρόνο, ενώ
το 15% των ασθενών την εκδηλώνουν 7 έτη μετά από τη
χημειοθεραπεία. Σε ασθενείς με μυέλωμα και θεραπεία με
αλκυλιούντες παράγοντες, ο κίνδυνος οξείας μυελογενούς
λευχαιμίας ανέρχεται σε 3–5% στα 3 έτη και σε 10–15%
στα 10 έτη μετά τη θεραπεία.1–6
Oι αναστολείς της τοποϊσομεράσης ΙΙ, όπως οι επιπο-
δοφυλλοτοξίνες (ετοποσίδη, τενιποσίδη), οι ανθρακυκλί-
νες (δαουνορουβικίνη, επιρουβικίνη, αδριαμυκίνη) και η
μιτοξανδρόνη μπορεί να ευθύνονται για εμφάνιση οξείας
λευχαιμίας, κυρίως Μ4 κατά FAB με συχνή εμφάνιση
ανωμαλίας 11q23.1–6
Φαίνεται ότι η περίοδος για την εμφάνιση είναι βραχύτερη


591

και συνήθως δεν προηγείται φάση μυελοδυσπλασίας. Επίσης,
την ίδια κλινική πορεία μετά από τη χορήγηση αναστολέων
τοποϊσομεράσης ΙΙ ακολουθεί η εμφάνιση λευχαιμίας Μ3
κατά FAB με χρωμοσωμικά και κυτταρογενετικά ευρήματα
τύπου κλασικής οξείας προμυελοκυτταρικής λευχαιμίας
[PML-RARA], t(15;17), με καλή ανταπόκριση στη θεραπεία
της de novo M3.56
οι ασθενείς που λαμβάνουν «συμπληρωματική» (adju-
vant) θεραπεία για καρκίνο του μαστού και ιδιαίτερα μετά
από λήψη αλκυλιούντων παραγόντων ή και ανθρακυκλινών
παρουσιάζουν αυξημένο κίνδυνο για εμφάνιση οξείας
λευχαιμίας που σχετίζεται με την ηλικία, τη βαρύτητα
της θεραπείας και την ακτινοθεραπεία.56–60 Σε μερικές
περιπτώσεις, φαίνεται ότι o κίνδυνος αυξάνεται μετά από
λήψη αυξητικού παρόντα G-CSF.61,62
Αυξημένος κίνδυνος ανάπτυξης ΜΔΣ ή και οξείας λευ-
χαιμίας εμφανίζεται επίσης μετά από ακτινοθεραπεία και
ανοσολογική θεραπεία σε λεμφώματα μη Hodgkin, καθώς
και μετά από μεταμόσχευση μυελού ή αρχέγονων αιμο-
ποιητικών κυττάρων. Στις περιπτώσεις αυτές ενοχοποιείται
η ίδια η μεταμόσχευση, η προηγηθείσα χημειοθεραπεία,
καθώς και η υποκείμενη νόσος.63,64


ABSTRACT

Hematologic dyscrasias caused by medication – Β. Dyscrasias of the white blood cell series
J. MELETIS, K. KONSTANTOPOULOS
First Department of Internal Medicine, National and Kapodistrian University of Athens, “Laiko” General Hospital
of Athens, Athens, Greece
Archives of Hellenic Medicine 2010, 27(4):585–593
This is a review of the disturbances in the white blood cell series caused by therapeutic agents and chemicals. It is
now well recognized that various medicines can affect the production, maturation, function and morphology of the
white blood cells, mainly the granulocytes. Some agents, especially cytostatics, predispose also to treatment-related
myeloid leukemia and the myelodysplastic syndrome. Early recognition and appropriate investigation of these dis-
turbances can permit safer application of these potentially toxic agents in everyday practice.

Key words: Agranulocytosis, Eosinophilia, Medicines, Neutropenia, Neutrophilia, Therapy-related leukemia, Therapy-related myelodys-
plastic syndrome


Βιβλιογραφία
1. DREyFUS B. Hématologie. Flammarion Médecine-Sciences,
Paris, 1994
2. LICHTMAN MA, BEUTLER E, KIPPS TJ, SELIGSOHN U, KAUSHANSKy
K, PRCHAL JT. Williams hematology. 7th ed. McGray-Hill Co,
New york, 2006
3. GREER JP, FOERSTER J, RODGERS GM, PARASKEVAS F, GLADER B, AR-
BER DA ET AL. Wintrobe’s clinical hematology. 12th ed. Wolters
Kluver/Lippincott Williams & Wilkins, New york, 2008
4. ΜΕλΕΤΗΣ ΙΧ. Από το αιματολογικό εύρημα στη διάγνωση. 7η
έκδοση. Εκδόσεις Νηρέας, Αθήνα, 2009
5. ΜΕλΕΤΗΣ ΙΧ. Άτλας Αιματολογίας. 2η έκδοση. Εκδόσεις Νηρέας,
Αθήνα, 2000
6. MELETIS J. Atlas of hematology. 3rd ed. Nereus Publ, Ltd, Ath-
ens, 2009



592

7. ΜΕλΕΤΗΣ ΙΧ, ΤΕΡΠοΣ Ε. Βασικά στοιχεία που αφορούν την
κοκκιοποίηση. Στο: Διαταραχές του αριθμού των λευκών
αιμοσφαιρίων. Κλινικά Φροντιστήρια, Ιατρική Εταιρεία Αθηνών,
Αθήνα, 2005:13−30
8. ΜΕλΕΤΗΣ ΙΧ, ΤΕΡΠοΣ Ε. Βασικά στοιχεία που αφορούν την
κινητική των κυττάρων της κοκκιώδους σειράς. Στο:Διαταραχές
του αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων. Κλινικά Φροντιστήρια,
Ιατρική Εταιρεία Αθηνών, Αθήνα, 2005:31−36
9. ΜΕλΕΤΗΣ ΙΧ, ΤΕΡΠοΣ Ε, ΚωΝΣΤΑΝΤοΠοΥλοΣ Κ. Διαταραχές του
αριθμού των λευκών. Στο: Διαταραχές του αριθμού των λευκών
αιμοσφαιρίων. Κλινικά Φροντιστήρια, Ιατρική Εταιρεία Αθηνών,
Αθήνα, 2005:37−60
10. ΜΕλΕΤΗΣ ΙΧ. Πολυμορφοπυρηνώσεις − ουδετεροπενίες.
Σεμινάριο Αιματολογίας «Ερμηνεία και εφαρμογή
εργαστηριακών εξετάσεων στην Aιματολογία». Ελληνική
Αιματολογική Εταιρεία, Αθήνα, 1989:1−11
11. MELETIS J, VAVOURAKIS Ε, ANDREOPOULOS Α, yATAGANAS Χ,
POzIOPOULOS C, LAFIONIATIS S ET AL. Recovery of carbimazo-
le-induced agranulocytosis following recombinant granulo-
cyte-macrophage colony stimulating factor (rhGM-CSF) ad-
ministration. Haematologica 1993, 78:329−331
12. STRONCEK DF. Drug-induced immune neutropenia. Transfus
Med Rev 1993, 7:268−274
13. PISCIOTTA AV. Drug-induced agranulocytosis. Drugs 1978,
15:132−143
14. ASTER RH. Drug-induced immune cytopenias. Toxicology
2005, 209:149−153
15. PISCIOTTA AV. Drug-induced agranulocytosis. Peripheral de-
struction of polymorphonuclear leukocytes and their mar-
row precursors. Blood Rev 1990, 4:226−237
16. HEDENMALM K, SPIGSET O. Agranulocytosis and other blood
dyscrasias associated with dipyrone (metamizole). Eur J Clin
Pharmacol 2002, 58:265−274
17. ANDRèS E, zIMMER J, AFFENBERGER S, FEDERICI L, ALT M, MALOI-
SEL F. Idiosyncratic drug-induced agranulocytosis: Update of
an old disorder. Eur J Intern Med 2006, 17:529−535
18. JULIá A, OLONA M, BUENO J, REVILLA E, ROSSELLó J, PETIT J ET AL.
Drug-induced agranulocytosis: Prognostic factors in a series
of 168 episodes. Br J Haematol 1991, 79:366−371
19. ANONyMOUS. Anti-infective drug use in relation to the risk of
agranulocytosis and aplastic anemia. A report from the Inter-
national Agranulocytosis and Aplastic Anemia Study.Arch In-
tern Med 1989, 149:1036−1040
20. IBáñEz L, BALLARíN E, PéREz E, VIDAL X, CAPELLà D, LAPORTE JR.
Agranulocytosis induced by pyrithyldione, a sedative hypno-
tic drug. Eur J Clin Pharmacol 2000, 55:761−764
21. ANONyMOUS. Risk of agranulocytosis and aplastic anemia in re-
lation to use of antithyroid drugs. International Agranulocytosis
and Aplastic Anaemia Study. Br Med J 1988, 297:262−265
22. VAN STAA TP, BOULTON F, COOPER C, HAGENBEEK A, INSKIP H,
LEUFKENS HG. Neutropenia and agranulocytosis in England
and Wales: Incidence and risk factors. Am J Hematol 2003,
72:248−254
23. ANDRèS E, KURTz JE, MALOISEL F. Nonchemotherapy drug-in-
duced agranulocytosis: Experience of the Strasbourg tea-
ching hospital (1985−2000) and review of the literature. Clin


Γ.Χ. ΜΕλΕΤΗΣ και Κ. ΚωΝΣΤΑΝΤοΠοΥλοΣ

Lab Haematol 2002, 24:99−106
24. SALAMA A, SCHüTz B, KIEFEL V, BREITHAUPT H, MüLLER-ECKHARDT
C. Immune-mediated agranulocytosis related to drugs and
their metabolites: Mode of sensitization and heterogeneity
of antibodies. Br J Haematol 1989, 72:127−132
25. ANDERSOHN F, KONzEN C, GARBE E. Systematic review: Agra-
nulocytosis induced by nonchemotherapy drugs. Ann Intern
Med 2007, 146:657−665
26. ANDRèS E, MALOISEL F. Idiosyncratic drug-induced agranulocyto-
sis or acute neutropenia. Curr Opin Hematol 2008, 15:15−21
27. TESFA D, KEISU M, PALMBLAD J. Idiosyncratic drug-induced agra-
nulocytosis: Possible mechanisms and management. Am J
Hematol 2009, 84:428−434
28. ANDERSOHN F, BRONDER E, KLIMPEL A, GARBE E. Proportion of
drug-related serious rare blood dyscrasias: Estimates from
the Berlin Case-Control Surveillance Study. Am J Hematol
2004, 77:316−318
29. CLAAS FH. Immune mechanisms leading to drug-induced blo-
od dyscrasias. Eur J Haematol 1996, 60(Suppl):64−68
30. GUEST I, UETRECHT J. Drugs that induce neutropenia/agranu-
locytosis may target specific components of the stromal cell
extracellular matrix. Med Hypotheses 1999, 53:145−151
31. yOUNG NS. Drug-related blood dyscrasias. Introduction. Eur J
Haematol 1996, 60(Suppl):6−8
32. MOSyAGIN I, DETTLING M, ROOTS I, MUELLER-OERLINGHAUSEN B,
CASCORBI I. Impact of myeloperoxidase and NADPH-oxidase
polymorphisms in drug-induced agranulocytosis. J Clin Psy-
chopharmacol 2004, 24:613−617
33. PALMBLAD J, PAPADAKI HA, ELIOPOULOS G. Acute and chronic
neutropenias. What is new? J Intern Med 2001, 250:476−491
34. DETTLING M, CASCORBI I, ROOTS I, MUELLER-OERLINGHAUSEN B.
Genetic determinants of clozapine-induced agranulocytosis:
Recent results of HLA subtyping in a non-Jewish Caucasian
sample. Arch Gen Psychiatry 2001, 58:93−94
35. CHAIWATANATORN K, LEE N, GRIGG A, FILSHIE R, FIRKIN F. Delayed-
onset neutropenia associated with rituximab therapy. Br J
Haematol 2003, 121:913−918
36. ΒΥΝΙοΥ Ν. Πολυμορφοπυρήνωση/μονοκυττάρωση − Διαγνω-
στική προσέγγιση. Στο: Διαταραχές του αριθμού των λευκών
αιμοσφαιρίων. Κλινικά Φροντιστήρια, Ιατρική Εταιρεία Αθη-
νών, Αθήνα, 2005:61−67
37. DALE DC, FAUCI AS, GUERRy D IV, WOLFF SM. Comparison of
agents producing a neutrophilic leukocytosis in man. Hydro-
cortisone, prednisone, endotoxin, and etiocholanolone. J Clin
Invest 1975, 56:808−813
38. SHOENFELD y, GUREWICH y, GALLANT LA, PINKHAS J. Prednisone-
induced leukocytosis. Influence of dosage, method and du-
ration of administration on the degree of leukocytosis. Am J
Med 1981, 71:773−778
39. ROATH S, CHOUDHURy D, EDWARDS JG, FRANCIS JL, GORDON A.
Neutrophil mobilization in lithium-induced neutrophilia. Hum
Psychopharmacol 2004, 2:237−241
40. COHEN PR. Sweet’s syndrome − a comprehensive review of
an acute febrile neutrophilic dermatosis. Orphanet J Rare
Dis 2007, 2:34
41. ΤΕΡΠοΣ Ε, ΜΕλΕΤΗΣ ΙΧ. Ηωσινοφιλία − Διαγνωστική προσέγγιση.


ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΗΣ ΚοΚΚΙωΔοΥΣ ΣΕΙΡΑΣ ΑΠο ΦΑΡΜΑΚΑ

Στο: Διαταραχές του αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων.
Κλινικά Φροντιστήρια, Ιατρική Εταιρεία Αθηνών, Αθήνα,
2005:68−88
42. ΜΕλΕΤΗΣ ΙΧ.Το ηωσινόφιλο κύτταρο, μορφολογία, λειτουργίες.
Ιατρική 1981, 39:16−24
43. ΜΕλΕΤΗΣ ΙΧ. Νοσήματα που συνοδεύονται από ηωσινοφιλία.
Ιατρική 1984, 46:323−331
44. ΜΕλΕΤΗΣ ΙΧ, ΤΕΡΠοΣ Ε, ΚωΝΣΤΑΝΤοΠοΥλοΣ Κ. Διαταραχές του
αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων. Κλινικά Φροντιστήρια,
Ιατρική Εταιρεία Αθηνών, Αθήνα, 2005, 17:37−60
45. ΜΕλΕΤΗΣ ΙΧ, ΜΑΣοΥΡΙΔΗ Σ, ΣΑΡΑΝΤοΠοΥλοΣ Α, ΣΠΗλΙοΠοΥλοΥ
Α, ΑΣΠΡΑΔΑΚΗ Μ, ΑΣΗΜΑΚοΠοΥλοΣ ΙΒ ΚΑΙ ΣΥΝ. Το ηωσινόφιλο
κύτταρο. Κλινικά Φροντιστήρια, Ιατρική Εταιρεία Αθηνών,
Αθήνα, 2008:14−30
46. ΜΕλΕΤΗΣ ΙΧ, ΣΑΡΑΝΤοΠοΥλοΣ Α, ΜΑΣοΥΡΙΔΗ Σ, ΒΑΡΙΑΜΗ Ε,
ΤΕΡΠοΣ Ε. Ενδογενείς ηωσινοφιλίες − Νοσήματα με ηωσινοφιλία
που ευθύνονται τα ίδια τα ηωσινόφιλα. Κλινικά Φροντιστήρια,
Ιατρική Εταιρεία Αθηνών, Αθήνα, 2008:104−108
47. ΜΕλΕΤΗΣ ΙΧ, ΜΑΣοΥΡΙΔΗ Σ, ΣΑΡΑΝΤοΠοΥλοΣ Α, ΒΑΡΙΑΜΗ Ε,
ΤΕΡΠοΣ Ε. Εξωγενείς ηωσινοφιλίες − Νοσήματα με ηωσινοφιλία
που δεν ευθύνονται τα ίδια τα ηωσινόφιλα. Κλινικά Φροντιστήρια,
Ιατρική Εταιρεία Αθηνών, Αθήνα, 2008, 109−119
48. KATz JD, WAKEM CJ, PARKE AL. L-tryptophan associated eosino-
philia-myalgia syndrome. J Rheumatol 1990, 17:1559−1561
49. TEFFERI Α, PATNAIK ΜΜ, PARDANANI Α. Eosinophilia: Secondary,
clonal and idiopathic. Br J Haema tol 2006, 133:468−492
50. TAS S, SIMONART T. Management of drug rash with eosinophilia
and systemic symptoms (DRESS syndrome): An update. Der-
matology 2003, 206:353−356
51. AOUAM K, BEL HADJ ALI H, yOUSSEF M, CHAABANE A, AMRI M,
BOUGHATTAS NA ET AL. Carbamazepine-induced DRESS and
HHV6 primary infection: The importance of skin tests. Epilep-
sia 2008, 49:1630−1633
52. PROMMER N, SOTTAS PE, SCHOCH C, SCHUMACHER yO, SCHMIDT
W. Total hemoglobin mass − a new parameter to detect blood
doping? Med Sci Sports Exerc 2008, 40:2112−2118
53. LUNDBy C, ROBACH P. Assessment of total haemoglobin mass:
Can it detect erythropoietin-induced blood manipulations?
Eur J Appl Physiol 2010, 108:197−200
54. MAURITzSON N, ALBIN Μ, RyLANDER L, BILLSTRöM R, AHLGREN T,
MIKOCzy z ET AL. Pooled analysis of clinical and cytogenetic
features in treatment-related and de novo adult acute myelo-
id leukemia and myelodysplastic syndromes based on a con-
secutive series of 761 patients analyzed 1976−1993 and on
5098 unselected cases reported in the literature 1974−2001.
Leukemia 2002, 16:2366−2378
55. SMITH SM, LE BEAU MM, HUO D, KARRISON T, SOBECKS RM, ANAS-


593

TASI J ET AL. Clinical-cytogenetic associations in 306 patients
with therapy-related myelodysplasia and myeloid leukemia:
The University of Chicago series. Blood 2003, 102:43−52
56. MISTRy AR, FELIX CA, WHITMARSH RJ, MASON A, REITER A, CASSI-
NAT B ET AL. DNA topoisomerase II in therapy-related acute
promyelocytic leukemia. N Engl J Med 2005, 352:1529−1538
57. ONO M, WATANABE T, SHIMIzU C, HIRAMOTO N, GOTO y, yONEMORI
K ET AL. Therapy-related acute promyelocytic leukemia caused
by hormonal therapy and radiation in a patient with recurrent
breast cancer. Jpn J Clin Oncol 2008, 38:567−570
58. SMITH RE, BRyANT J, DECILLIS A, ANDERSON S, NATIONAL SURGICAL
ADJUVANT BREAST AND BOWEL PROJECT EXPERIENCE. Acute myel-
oid leukemia and myelodysplastic syndrome after doxorubi-
cin-cyclophosphamide adjuvant therapy for operable breast
cancer: the National Surgical Adjuvant Breast and Bowel Proj-
ect Experience. J Clin Oncol 2003, 21:1195−1204
59. PATT DA, DUAN z, FANG S, HORTOBAGyI GN, GIORDANO SH.
Acute myeloid leukemia after adjuvant breast cancer ther-
apy in older women: Understanding risk. J Clin Oncol 2007,
25:3871−3876
60. COLE M, STRAIR R. Acute myelogenous leukemia and myelo-
dysplasia secondary to breast cancer treatment: Case studies
and literature review. Am J Med Sci 2010, 339:36−40
61. HERSHMAN D, NEUGUT AI, JACOBSON JS, WANG J, TSAI Wy, McBRIDE
R ET AL. Acute myeloid leukemia or myelodysplastic syndrome
following use of granulocyte colony-stimulating factors dur-
ing breast cancer adjuvant chemotherapy. J Natl Cancer Inst
2007, 99:196−205
62. TOUW IP, BONTENBAL M. Granulocyte colony-stimulating fac-
tor: Key (f)actor or innocent bystander in the development
of secondary myeloid malignancy? J Natl Cancer Inst 2007,
99:183−186
63. ROBOz GJ, BENNETT JM, COLEMAN M, RITCHIE EK, FURMAN RR,
ROSSI A ET AL. Therapy-related myelodysplastic syndrome
and acute myeloid leukemia following initial treatment with
chemotherapy plus radioimmunotherapy for indolent non-
Hodgkin lymphoma. Leuk Res 2007, 31:1141−1144
64. HAKE CR, GRAUBERT TA, FENSKE TS. Does autologous transplan-
tation directly increase the risk of secondary leukemia in lym-
phoma patients? Bone Marrow Transplant 2007, 39:59−70

Corresponding author:
J. Meletis, First Department of Internal Medicine, National
and Kapodistrian University of Athens, “Laiko” General Hos-
pital, Athens, Greece
e-mail: imeletis@med.uoa.gr


Το ιατρικό απόρρητο στην άσκηση της Ιατρικής με έμφαση στην άσκηση Ψυχιατρικής. Νομικό πλαίσιο






ΕΙΔΙΚΟ ΑΡθΡΟ
SPECIAL ARTICLE

το ιατρικό απόρρητο στην άσκηση
της Ιατρικής με έμφαση
στην άσκηση Ψυχιατρικής
Νομικό πλαίσιο

Η έννοια του κοινωνικού κεφαλαίου συνίσταται στην ύπαρξη δικτύων στην
κοινότητα, στη συμμετοχή των πολιτών στα κοινά, στην πρόσβαση σε άτυπα
ή θεσμικά δίκτυα πληροφόρησης και ενημέρωσης, στην ανταποδοτικότητα
και την εμπιστοσύνη μεταξύ των ατόμων.Τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να
παρουσιάζει αυξανόμενο ενδιαφέρον μεταξύ των ερευνητών στο χώρο της
υγείας. Αυτό συμβαίνει γιατί το κοινωνικό κεφάλαιο, ως δείκτης συνοχής και
οργάνωσης των κοινωνιών, θεωρείται ότι σχετίζεται με θετικά αποτελέσματα
σε πληθώρα υγειονομικών παραμέτρων και μεταβλητών. Παρόλο ότι χρησι-
μοποιείται ευρέως, παρουσιάζονται δυσκολίες στη διασαφήνιση της έννοιας
του κοινωνικού κεφαλαίου, που αντικατοπτρίζονται στις ποικίλες θεωρητικές
προσεγγίσεις οι οποίες έχουν επιχειρηθεί αλλά και στις διάφορες κατηγοριο-
ποιήσεις που έχουν προταθεί. Το κοινωνικό κεφάλαιο άλλοτε αντιμετωπίζεται
ως ατομικό και άλλοτε ως οικολογικό χαρακτηριστικό, διατρέχει εσωτερικά
την κοινότητα αλλά και τη συνδέει με άλλες και λειτουργεί τόσο σε μικρο- όσο
και σε μακροεπίπεδα. Στο άρθρο γίνεται λόγος και συνοπτική ανάλυση των
διαφορετικών αντιλήψεων που τροφοδοτούν τις επιμέρους εννοιολογήσεις
του (συνδετικό, ενωτικό, διαχωριστικό, οριζόντιο, κάθετο, δομικό και γνω-
στικό κοινωνικό κεφάλαιο). Κριτική ασκείται ακόμα και στη θεώρησή του
ως εγγενώς θετικού χαρακτηριστικού. Οι θεωρητικές αντιφάσεις αλλά και η
πολυμορφία των εκφάνσεων του κοινωνικού κεφαλαίου αντανακλώνται και
στις προσπάθειες για ανάπτυξη μεθόδων και κατασκευή εργαλείων για τη
μέτρησή του. Μέσα σε αυτό το ιστορικό-θεωρητικό-μεθοδολογικό πλαίσιο,
επιχειρείται στο παρόν άρθρο μια ενδεικτική ανασκόπηση των μελετών που
διερευνούν την επίδραση του κοινωνικού κεφαλαίου σε διάφορους δείκτες
της σωματικής και της ψυχικής υγείας και της ποιότητας ζωής. Γίνεται έτσι
εμφανήςηδυσκολίατωνερευνητώνστοεμπειρικόπεδίοαλλάκαιταυτόχρονα
η επιτακτική ανάγκη για τους επαγγελματίες υγείας να συμπεριλάβουν στην
καθημερινή τους πρακτική τους κοινωνικούς εκείνους παράγοντες που συνι-
στούν το κοινωνικό κεφάλαιο και επηρεάζουν την υγεία των ασθενών τους.
Copyright © Athens Medical Society
www.mednet.gr/archives
ARCHIVES OF HELLENIC MEDICINE: ISSN 11-05-3992



ÁÑ×ÅÉÁ ÅËËÇÍÉÊÇÓ ÉÁÔÑÉÊÇÓ 2010, 27(4):686-690
ARCHIVES OF HELLENIC MEDICINE 2010, 27(4):686-690
...............................................
Α. Κορσάνου,1
Α. Δουζένης,2
Λ. Λύκουρας2
...............................................
1Νομική Σχολή, Εθνικό και
Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών,
Αθήνα
2Β΄ Ψυχιατρική Κλινική, Γενικό
Νοσοκομείο «Αττικό», Ιατρική Σχολή,
Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο
Αθηνών, Αθήνα
Confidentiality in medical practice
with special emphasis on the
practice of psychiatry: The legal
framework
Abstract at the end of the article

Λέξεις ευρετηρίου
Απόρρητο
Νόμος
Ποινικός κώδικας
Ψυχιατρική












Υποβλήθηκε 16.7.2009
Εγκρίθηκε 19.9.2009


1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ως ιατρικό απόρρητο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί
η μη αποκάλυψη, αλλά και η υποχρέωση μη αποκάλυψης
σε τρίτους από τον ιατρό αυθαίρετα όσων αυτός γνωρίζει
για την κατάσταση της υγείας και γενικά για τη ζωή του
προσώπου στο οποίο παρέσχε ιατρική υπηρεσία και τα
οποία έμαθε ακριβώς λόγω της παροχής της συγκεκριμένης
ιατρικής υπηρεσίας. Το ιατρικό απόρρητο περιλαμβάνει
γνώσεις του ιατρού σχετικά με την υγεία του ασθενούς του,
με την υγεία του οικογενειακού του περιβάλλοντος, αλλά


και τις γενικότερες συνθήκες διαβίωσης του ασθενούς και
της οικογένειάς του.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, στο ιατρικό απόρρητο υπά-
γονται εκτός από την κατάσταση της υγείας του ασθενούς
και η κατάσταση της υγείας της οικογένειάς του (π.χ. ότι
ο πατέρας του ασθενούς πάσχει και αυτός από ψυχική
νόσο), οι συνθήκες διαβίωσής του, η οικονομική του κα-
τάσταση. Προϋπόθεση για να υπαχθούν όλες οι παραπάνω
πληροφορίες στο απόρρητο αποτελεί το γεγονός αυτές
να περιήλθαν σε γνώση του ιατρού κατά τη διάρκεια της


ΙΑΤΡΙΚο ΑΠοΡΡΗΤο ΚΑΙ ΑΣΚΗΣΗ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ

εξέτασης του ασθενούς. Αν δηλαδή ο ιατρός γνώριζε ήδη
τις πληροφορίες αυτές ή τις έμαθε, ανεξάρτητα από την
παροχή ιατρικών υπηρεσιών, δεν υπάρχει το απόρρητο.


2. ΝομΙΚο ΠΛΑΙΣΙο

Το ιατρικό απόρρητο ρυθμίζεται από σειρά νομοθε-
τικών διατάξεων του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας, του
Ποινικού Δικαίου, της Ποινικής Δικονομίας, καθώς και
του νόμου 2472/1997 «περί προστασίας των ευαίσθητων
προσωπικών δεδομένων».

2.1. Νόμος 3418/2005: Κώδικας Ιατρικής
Δεοντολογίας
Στο άρθρο 13 του νόμου 3418/2005 επιφυλάσσεται
προστασία του ιατρικού απορρήτου, καθώς επιβάλλεται
απόλυτη και αυστηρή εχεμύθεια για οποιοδήποτε στοιχείο
που αποκαλύφθηκε από τον ασθενή, ενώ επιπλέον καθι-
ερώνει υποχρέωση του ιατρού για άσκηση της αναγκαίας
εποπτείας στους βοηθούς και τους συνεργάτες του, ώστε
να μην προβούν αυτοί σε οποιαδήποτε αποκάλυψη.
Πρέπει να σημειωθεί ότι αν η αποκάλυψη γίνεται στο
πλαίσιο επιστημονικής ανακοίνωσης (σε ομιλία, άρθρο σε
περιοδικό, βιβλίο), παράβαση της υποχρέωσης υπάρχει
σε περίπτωση που από το περιγραφόμενο περιστατικό
μπορεί κάποιος να καταλάβει ποιο είναι το πρόσωπο για
το οποίο αναφέρεται.
Στο άρθρο 6 του συγκεκριμένου νόμου αναφέρεται ότι
η υποχρέωση τήρησης του απορρήτου εκτείνεται χρονικά
και μετά από το θάνατο του ασθενούς,1 ενώ στο άρθρο 2,
παράγραφος β, και μετά την κατά οποιονδήποτε τρόπο
παύση ή λήξη του λειτουργήματος του υποχρέου ιατρού. Η
άρση του ιατρικού απορρήτου αναπτύσσεται στο άρθρο 3,
όπου, εκτός των άλλων, αναφέρεται η περίπτωση κατά την
οποία ο ιατρός μαθαίνει με τρόπο αξιόπιστο ότι μελετάται
κακούργημα ή ότι άρχισε ήδη η εκτέλεσή του.
Κατά την άσκηση της Ψυχιατρικής πολύ συχνά ανα-
κύπτουν θέματα χειρισμού καταστάσεων, στις οποίες ο
ασθενής απειλεί ότι θα βλάψει ένα συγκεκριμένο άτομο.
Περιπτωσιολογικά, μπορεί να αναφερθεί η υπόθεση Tara-
soff που εκδικάστηκε από το Ανώτερο Δικαστήριο της
Καλιφόρνιας το 1976, όπου για πρώτη φορά διατυπώθηκε
η υποχρέωση του ψυχιάτρου να προειδοποιεί. Ψυχίατρος
ανέφερε στην Αστυνομία ότι ασθενής διατυπώνει απειλές
σχετικά με δολοφονία μιας συγκεκριμένης γυναίκας. ο
ασθενής συνελήφθη αλλά αφέθηκε ελεύθερος, μετά από
διαβεβαίωσή του ότι δεν είχε πρόθεση να βλάψει κάποιον.
Η γυναίκα όμως δολοφονήθηκε μετά από δύο μήνες.2

687

Η συγκεκριμένη υπόθεση έδωσε το έναυσμα να δοθούν
συστάσεις προς τους γιατρούς της Πολιτείας ότι οφείλουν
να προειδοποιούν τις αρχές αν εκτιμήσουν ότι η πιθανό-
τητα να πραγματοποιήσει ο ασθενής τις απειλές του είναι
μεγαλύτερη από το να μην τις πραγματοποιήσει.3 Στη Δια-
κήρυξη της Μαδρίτης (2002) αναφέρεται ότι η παραβίαση
του ιατρικού απορρήτου από τον ψυχίατρο επιτρέπεται
στις περιπτώσεις εκείνες όπου η τήρηση του απορρήτου
συνεπάγεται σοβαρή σωματική ή ψυχική βλάβη του ίδιου
του ασθενούς ή τρίτου προσώπου.4

2.2. Ποινικός Κώδικας
Στο άρθρο 371, παράγραφος 1 του Ποινικού Κώδικα
ορίζεται ότι «κληρικοί, δικηγόροι και κάθε είδους νομικοί
παραστάτες, συμβολαιογράφοι, ιατροί, μαίες, νοσοκόμοι,
φαρμακοποιοί, και άλλοι στους οποίους κάποιοι εμπι-
στεύονται συνήθως λόγω του επαγγέλματός τους ή της
ιδιότητάς τους ιδιωτικά απόρρητα, καθώς και οι βοηθοί
των προσώπων αυτών, τιμωρούνται με χρηματική ποινή
ή με φυλάκιση έως ενός έτους αν φανερώσουν ιδιωτικά
απόρρητα που τους εμπιστεύτηκαν ή που έμαθαν λόγω
του επαγγέλματός τους ή της ιδιότητάς τους».
Σύμφωνα με το παραπάνω άρθρο, η παραβίαση του
απορρήτου αντιμετωπίζεται από το νομοθέτη ως πλημμέ-
λημα με προβλεπόμενη ποινή χρηματική ή φυλάκιση έως
ενός έτους. Απαιτείται δόλος, γνώση δηλαδή ότι πρόκειται
για απόρρητο και βούληση αποκάλυψής του, χωρίς να
απαιτείται πρόθεση πρόκλησης βλάβης. Η ποινική δίωξη
γίνεται μόνο μετά από αίτηση του προσώπου, του οποίου το
απόρρητο παραβιάστηκε (αυτό, αν και είναι σχετικά σπάνιο
στις περιπτώσεις ψυχιατρικής διαταραχής, έχει συμβεί).
Στην παράγραφο 4 του παραπάνω άρθρου θεμελιώ-
νεται λόγος άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης και
η πράξη μένει ατιμώρητη. Αυτό συμβαίνει όταν ο ιατρός
που διασπά το απόρρητο απέβλεπε στην εκπλήρωση
καθήκοντός του ή στη διαφύλαξη έννομου συμφέροντος
δημοσίου ή του ίδιου ή κάποιου άλλου, το οποίο δεν
μπορούσε να διαφυλαχθεί διαφορετικά.
Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει αναφορά στα άρθρα 231
και 232 του Ποινικού Κώδικα (ΠΚ). Σύμφωνα με τα άρθρο
231, η υπόθαλψη εγκληματία τιμωρείται με φυλάκιση έως
3 ετών. Με την ίδια ποινή τιμωρείται οποιοσδήποτε που,
ενώ έμαθε με τρόπο αξιόπιστο ότι μελετάται κακούργημα
ή ότι ήδη άρχισε η εκτέλεσή του και σε χρόνο τέτοιο που
να μπορεί να προληφθεί η τέλεσή του, δεν το αναγγέλλει
εφόσον το κακούργημα τελέστηκε ή έγινε απόπειρά του
(άρθρο 232 ΠΚ). Αυτά τα άρθρα έρχονται σε αντίθεση με
την υποχρέωση τήρησης απορρήτου εκ μέρους του ιατρού,

688

παρέχοντάς του το δικαίωμα να προβεί σε παραβίαση του
απορρήτου αν γνωρίζει με τρόπο αξιόπιστο ότι μελετάται
κακούργημα, σε χρόνο μάλιστα τέτοιο, ώστε να μπορεί να
προληφθεί η τέλεσή του. Δηλαδή, κατ’ ερμηνεία των ως
άνω διατάξεων, συνάγεται το συμπέρασμα ότι ο ιατρός δεν
έχει υποχρέωση να καταγγείλει μια εγκληματική πράξη που
έχει ήδη τελεστεί, αλλά να αποτρέψει μια νέα.3

2.3. Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Κατά το άρθρο 400 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας,
δεν εξετάζονται ως μάρτυρες «οι κληρικοί, οι δικηγόροι, οι
συμβολαιογράφοι, οι γιατροί, οι φαρμακοποιοί, οι νοσοκόμοι,
οι μαίες, οι βοηθοί τους, καθώς και οι σύμβουλοι των διαδί-
κων για τα πραγματικά γεγονότα που τους εμπιστεύτηκαν
ή που διαπίστωσαν κατά την άσκηση του επαγγέλματός
τους για τα οποία είχαν καθήκον εχεμύθειας, εκτός αν το
επιτρέψει εκείνος που τους τα εμπιστεύτηκε και εκείνος
στον οποίο αφορά το απόρρητο…».

2.4. Νόμος 2472/1977: Προστασία δεδομένων
προσωπικού χαρακτήρα
Κατά το άρθρο 2 του παρόντος νόμου, «ευαίσθητα
δεδομένα» είναι τα δεδομένα εκείνα τα οποία αφορούν
και στην υγεία.
Σύμφωνα με το άρθρο 7, απαγορεύεται η συλλογή και
η επεξεργασία των ευαίσθητων δεδομένων. Κατ’ εξαίρεση,
κατά το άρθρο 2, επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία
ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και η ίδρυση και η λειτουρ-
γία σχετικού αρχείου ύστερα από άδεια της Αρχής, όταν η
επεξεργασία αφορά σε θέματα υγείας και εκτελείται από
πρόσωπο που ασχολείται κατ’ επάγγελμα με την παροχή
υπηρεσιών υγείας και υπόκειται σε καθήκον εχεμύθειας ή σε
συναφείς κώδικες δεοντολογίας. Σύμφωνα με το νόμο, αυτό
επιτρέπεται υπό τον όρο ότι η επεξεργασία είναι αναγκαία
για την ιατρική πρόληψη, τη διάγνωση, την περίθαλψη ή
τη διαχείριση υπηρεσιών υγείας.
Επιπλέον, επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευ-
αίσθητων δεδομένων, καθώς και η ίδρυση και η λειτουργία
σχετικού αρχείου ύστερα από άδεια της Αρχής όταν η επε-
ξεργασία πραγματοποιείται αποκλειστικά για ερευνητικούς
και επιστημονικούς σκοπούς και υπό τον όρο ότι τηρείται
η ανωνυμία, ενώ λαμβάνονται όλα τα απαραίτητα μέτρα
για την προστασία των δικαιωμάτων των προσώπων στα
οποία αναφέρονται.
ως δεδομένα υγείας μπορούν να χαρακτηριστούν όλα
τα προσωπικά δεδομένα που αφορούν στην υγεία του
ατόμου, όπου η υγεία αναφέρεται τόσο στη σωματική όσο
και στην ψυχική κατάστασή του.

Α. ΚοΡΣΑΝοΥ και συν

3. ΕΥΘΥΝΗ ΣΕ ΠΕρΙΠτΩΣΗ ΠΑρΑΒΙΑΣΗΣ
τοΥ ΙΑτρΙΚοΥ ΑΠορρΗτοΥ
3.1. Ποινική ευθύνη
Όπως έχει ήδη αναφερθεί παραπάνω, η ποινική ευ-
θύνη για παραβίαση του ιατρικού απορρήτου ρυθμίζεται
στο άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα. Η παραβίαση του
ιατρικού απορρήτου αντιμετωπίζεται από το νομοθέτη ως
πλημμέλημα με προβλεπόμενη ποινή χρηματική ή φυλάκιση
έως ενός έτους. Για να αποδειχθεί η ενοχή, στο δικαστήριο
πρέπει να αποδειχθεί δόλος, δηλαδή γνώση ότι πρόκειται
για απόρρητο και βούληση αποκάλυψής του, χωρίς να
απαιτείται η απόδειξη πρόθεσης πρόκλησης βλάβης. Η
ποινική δίωξη γίνεται μόνο κατ’ έγκληση του προσώπου
του οποίου παραβιάστηκε το απόρρητο (έγκληση είναι
η μήνυση που υποβάλλεται από το θύμα, με την οποία
ζητείται η ποινική δίωξη του δράστη).

3.2. Πειθαρχική ευθύνη
Η παραβίαση του ιατρικού απορρήτου αποτελεί και
πειθαρχικό αδίκημα του ιατρού. Ακολουθείται η γενική
ρύθμιση της πειθαρχικής διαδικασίας του οικείου ιατρικού
συλλόγου.

3.3. Αστική ευθύνη
Η παραβίαση του απορρήτου αποτελεί προσβολή του
δικαιώματος της προσωπικότητας. ο προσβληθείς έχει
δικαίωμα αγωγής κατά του προσβάλλοντος ιατρού με
βάση το άρθρο 57 του Αστικού Κώδικα, δηλαδή αγωγή για
προσβολή της προσωπικότητάς του, ενώ σε περίπτωση που
έχει υποστεί και περιουσιακή ζημιά έχει δικαίωμα άσκησης
αγωγής αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας, ενώ επιπλέον
υπάρχει και αξίωση ικανοποίησης της ηθικής βλάβης του
παθόντος με ακόλουθη καταδίκη του προσβάλλοντος σε
καταβολή χρηματικού ποσού.5
Ευθύνη λόγω παραβίασης του νόμου 2472/1997 περί
ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων. Στο άρθρο 21, ο
νόμος περί ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων αναφέ-
ρεται στις διοικητικές κυρώσεις που περιλαμβάνουν και
καταβολή προστίμου, οι οποίες επιβάλλονται από την
Αρχή σε περίπτωση παράνομης επεξεργασίας χωρίς την
άδεια της Αρχής.
Στο άρθρο 22 του σχετικού νόμου γίνεται μνεία στις
ποινικές κυρώσεις που συνεπάγεται η μη τήρηση των
διατάξεων του Νόμου, ενώ στο άρθρο 23 αναπτύσσεται η
αστική ευθύνη, που συνεπάγεται πάντα υποχρέωση κατα-
βολής χρηματικής αποζημίωσης σε περίπτωση παραβίασης
των διατάξεων του νόμου.

ΙΑΤΡΙΚο ΑΠοΡΡΗΤο ΚΑΙ ΑΣΚΗΣΗ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ

4. ΣΥμΠΕρΑΣμΑτΑ

Η σχέση ιατρού-ασθενούς είναι σχέση εμπιστοσύνης.
Στο πλαίσιο της σχέσης αυτής, ο ασθενής εμπιστεύεται
στον ιατρό διάφορα στοιχεία, όχι μόνο της υγείας του αλλά
και γενικότερα της ζωής του. Ιδιαίτερα στην άσκηση της
Ψυχιατρικής είναι αναγκαία η ανάπτυξη σχέσης εμπιστο-
σύνης ανάμεσα στον ιατρό και τον ψυχικά ασθενή, καθώς
κατά τη διάρκεια της ψυχιατρικής συνέντευξης είναι βέβαιο
ότι η εχεμύθεια αποτελεί το θεμέλιο πάνω στο οποίο ανα-
πτύσσεται η συγκεκριμένη σχέση. ο ψυχίατρος μαθαίνει
πολλές και απόλυτα προσωπικές πληροφορίες σχετικά με
την προσωπικότητα, την οικογενειακή ζωή, το παρελθόν,
τις σεξουαλικές προτιμήσεις του ασθενούς κ.λπ. Η «έκθεση»
του ασθενούς προς τον ψυχίατρο −αλλά και τον ιατρό,
γενικότερα− είναι αναγκαίο να τίθεται υπό τη σκέπη της
προστασίας των προσωπικών δεδομένων.
Όπως εκτέθηκε παραπάνω, υπάρχει πολυδιάστατο νομικό
πλαίσιο προστασίας από πολλούς τομείς του Δικαίου. Το
ιατρικό απόρρητο προστατεύεται από το Αστικό Δίκαιο,
το Ποινικό Δίκαιο, τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, τον
Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας, αλλά και το νόμο περί
προστασίας των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων.
Ιδιαίτερη ενασχόληση με το ζήτημα της προστασίας του

689

ιατρικού απορρήτου έχει σημειωθεί από την Αρχή Προ-
στασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, η οποία,
θεωρώντας τα δεδομένα που έχουν να κάνουν με την
υγεία ως εξαιρετικά ευαίσθητα, ιδιαίτερα δε τα δεδομένα
της ψυχικής υγείας (αν αναλογιστεί κάποιος τον κοινωνικό
στιγματισμό που δυνητικά μπορεί να επιφέρουν), με τις
αποφάσεις της αναπτύσσει το σκεπτικό της απόλυτης
προστασίας των δεδομένων ψυχικής υγείας.
Δεδομένου ότι τα ζητήματα ψυχικής υγείας απογυμνώ-
νονται όλο και περισσότερο από το μανδύα του φόβου και
των προκαταλήψεων, καθώς η ενημέρωση του πληθυσμού
σχετικά με τα ψυχικά νοσήματα έχει αναπτυχθεί σημαντικά,
είναι αναμενόμενο όλο και περισσότερα άτομα με μεγα-
λύτερη ευκολία να καταφεύγουν στις υπηρεσίες ψυχικής
υγείας και στο πλαίσιο της θεραπείας τους να καταθέτουν
προσωπικά δεδομένα της ζωής τους. Επομένως, στην Ψυ-
χιατρική εμφανίζεται αναγκαία η διασφάλιση, από νομικές
διατάξεις, της προστασίας του απορρήτου των ευαίσθητων
αυτών προσωπικών δεδομένων υγείας. Η νομολογία που έχει
αναπτυχθεί προάγει την προστασία του ιατρικού απορρήτου,
καταδεικνύοντας την ανάγκη τήρησης της επαγγελματικής
εχεμύθειας, αλλά και του σεβασμού του δικαιώματος της
προσωπικότητας του ασθενούς, αντανάκλαση της οποίας
είναι και τα δεδομένα της υγείας.


ABSTRACT

Confidentiality in medical practice with special emphasis on the practice of psychiatry: The legal
framework
A. KORSANOU,1 A. DOUzENIS,2 L. LyKOURAS2
1School of Law, National and Kapodistrian University of Athens, Athens, 2Second Department of Psychiatry, “Attikon”
General Hospital, Medical School, National and Kapodistrian University of Athens, Athens, Greece
Archives of Hellenic Medicine 2010, 27(4):686–690
Medical confidentiality is one of the most crucial medical responsibilities, regardless of the specialty to which the
medical practitioner belongs. Its origins stem from the recognition of medicine as both art and science. Beyond indi-
vidual moral responsibility, modern organized societies have passed legislation with the specific aim of defining and
protecting confidentiality. State laws have set penalties in the event that a physician does not adhere to confidenti-
ality. Additionally, the law specifically describes the cases in which the doctor can break confidentiality and the in-
stances when he(she) is legally obliged to do so. The Greek legal framework on confidentiality as described appears
to be sufficient and complete in its commitment to medical confidentiality. Medical practitioners should familiarize
themselves with the law in order to ensure increased awareness of their rights and obligations. This paper focuses
on psychiatric practice since psychiatry is the medical specialty that places particular emphasis on confidentiality,
especially regarding the doctor-patient relationship.

Key words: Confidentiality, Law, Penal code, Psychiatry


690

Βιβλιογραφία
1. ΜΠΑΚΑΣ ΚΧ. Η κάμψη του απόλυτου χαρακτήρα της
απαγόρευσης κατάθεσης του γιατρού στην ποινική δίκη.
Ποινικά Χρονικά ΜΣΤ΄, 1996:770
2. ΑλΕΒΙζοΣ Β. Εχεμύθεια και ψυχιατρικό απόρρητο – Νομικές
και δεοντολογικές προεκτάσεις. Στο: Δουζένης Α, λύκουρας
λ (Επιμ. Σύντ.) Ψυχιατροδικαστική. Α΄ έκδοση. Εκδόσεις
Πασχαλίδης, Αθήνα, 2008:12–19
3. ΠΑΠΑΔοΔΗΜΑ ΣΑ, ΣΠΗλΙοΠοΥλοΥ Χ. ο ιατρός απέναντι σε
ενδεχόμενη εγκληματική πράξη. Θέματα τήρησης ιατρικού
απορρήτου. Συνήγορος 2006:53

Α. ΚοΡΣΑΝοΥ και συν



4. WORLD PSyCHIATRIC ASSOCIATION, ETHICS AND PSyCHIATRy. Ma-
drid declaration on ethical standards for psychiatric practice.
Madrid, Spain, 2002
5. ΓΕωΡΓΙοΥ Π. Το ιατρικό απόρρητο. Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα
2007

Corresponding author:
L. Lykouras, Second Department of Psychiatry,“Attikon” Gen-
eral Hospital, Medical School, National and Kapodistrian Uni-
versity of Athens, Athens, Greece
e-mail: elykoura@med.uoa.gr


Βασικοκυτταρικό καρκίνωμα

Το βασικοκυτταρικό καρκίνωμα είναι ο συχνότερος τύπος καρκίνου του δέρματος, ο οποίος προκαλείται από τη βλάβη που παθαίνουν τα κύτταρα σε περιοχές που εκτίθενται περισσότερο στον ήλιο, όπως είναι το πρόσωπο, το κεφάλι, τα χέρια και ο τράχηλος (ιδιαίτερα το πίσω μέρος του λαιμού), στα οποία σχηματίζεται κακόηθες ογκίδιο, πλάκα με ασαφή όρια ή δερματικό εξάνθημα.

Ποια είναι τα συμπτώματα;

Αυτός ο τύπος δερματικού καρκίνου μπορεί να εμφανιστεί με διάφορες κλινικές μορφές, οι οποίες μπορεί να μοιάζουν με:
  • ερυθρή βλατίδα, μικρό και σκληρό δερματικό εξάνθημα, ερυθρού χρώματος
  • μικρό ερυθρό όζο (ογκίδιο)
  • κλινική εικόνα μελανώματος
  • λευκοκίτρινη σκληρή πλάκα με ασαφή όρια
Ποιοι είναι οι παράγοντες κινδύνου;

Σημαντικός παράγοντας κινδύνου για την εμφάνιση αυτού του τύπου καρκίνου είναι η χρόνια και παρατεταμένη έκθεση στην υπεριώδη ακτινοβολία του ηλίου.

Πώς γίνεται η διάγνωση;

Η διάγνωση του βασικοκυτταρικού καρκινώματος γίνεται με εξέταση τμήματος της βλάβης στο μικροσκόπιο.

Πώς αντιμετωπίζεται;
Το βασικοκυτταρικό καρκίνωμα αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά εφόσον διαγνωστεί εγκαίρως. Οι μέθοδοι που εφαρμόζονται είναι συνήθως η πλήρης εκτομή, ενώ μπορεί να εφαρμοστούν και θεραπείες, όπως ακτινοθεραπεία, η κρυοθεραπεία, η απόξεση ή η εξάχνωση με laser.

Πώς μπορεί να προληφθεί;
Επισκεφτείτε άμεσα τον δερματολόγο σας αν εμφανίσετε μικρό, σκληρό δερματικό εξάνθημα, ερυθρού χρώματος ή οι ελιές σας πάθουν κάποια από τις παρακάτω αλλαγές:
  • αυξανόμενο μέγεθος
  • ακανόνιστα και ασύμμετρα άκρα
  • φαγούρα, φλεγμονή ή κοκκινίλα
  • αλλαγές απόχρωσης
  • πάχυνση της επιφάνειας
  • αιμορραγία ή σχηματισμός κρούστας
Γενικότερα πάντως θα πρέπει να:
  • φοράτε ρούχα που είναι ανθεκτικά στην υπεριώδη ακτινοβολία
  • βάζετε αντηλιακό στα σημεία που μένουν ακάλυπτα στον ήλιο γιατί κινδυνεύουν περισσότερο
  • αποφεύγετε το μπάνιο τις μεσημεριανές ώρες και το παρατεταμένο μαύρισμα
  • βάζετε άφθονη αντηλιακή κρέμα μία ή μισή ώρα πριν πάτε για μπάνιο φροντίζοντας να την ανανεώνετε συχνά


ΚΑΡΔΙΑΚΕΣ ΠΑΘΗΣΕΙΣ

http://www.incardiology.gr/ ΕΔΏ ΘΑ ΒΡΕΊΤΕ ΌΤΙ ΑΦΟΡΆ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΆ ΣΑΣ ΑΠΛΆ ΚΑΙ ΚΑΤΑΝΟΗΤΆ



Μελάνωμα

Το μελάνωμα είναι ο πλέον κακοήθης όγκος του δέρματος που χαρακτηρίζεται από ταχεία εξέλιξη και εκδήλωση μεταστάσεων. Η επίπτωση του μελανώματος αυξήθηκε τα τελευταία 50 χρόνια και έχει φτάσει στο 1 στους 50 κατοίκους στη Δύση. Στης ΗΠΑ, οι στατιστικές ομιλούν για 70000 περίπου νέα κρούσματα μελανώματος, από τους οποίους οι 9000 αναμένεται να πεθάνουν από τη νόσο τους. Η υπεριώδης ακτινοβολία (UVR) που εκπέμπεται από τον ήλιο αποτελείται από τα φάσματα UVA (που απορροφάται πλήρως από τον άνθρωπο), UVB (που απορροφάται κατά 90%) και UVC (που διαχέεται στην οζονόσφαιρα). Στους άνδρες, κυρίως, εμφανίζεται στην κεφαλή, τράχηλο και κορμό, ενώ στις γυναίκες εντοπίζεται στα κάτω και άνω άκρα (και έχει και καλύτερη πρόγνωση).

Παράγοντες κινδύνου για εκδήλωσης μελανώματος
Yπερβολική έκθεση στην UVR, οικογενειακό ιστορικό, άνθρωποι με πολύ λευκή επιδερμίδα που φέρουν και φακίδες στο πρόσωπό τους και γαλάζιοι οφθαλμοί.

Μηχανισμοί δράσης
Η υπερβολική έκθεση στην UVR καθώς επίσης και το solarium (τεχνητό μαύρισμα) προκαλεί μεταλλάξεις στο DNA και βλάβη στο σύστημα επιδιόρθωσής του (nucleotide excision repair system). Ακόμη, η έκθεση στην UVR προκαλεί αύξηση της μελατονίνης και ενεργοποίηση διαφόρων γονιδίων που οδηγούν διάφορες προκαρκινωματώδεις καταστάσεις στη διαδικασία της καρκινογένεσης (η προκαρκινωματώδης κατάσταση xeroderma pigmentosum group D υπό την επίδραση της UVR, οι δυσπλαστικοί σπίλοι μετατρέπονται σε μελάνωμα). Η UVR προκαλεί μαύρισμα, ερύθημα τοπικό και μεταλλάξεις διαφόρων γονιδίων όπως το cyclin-dependent kinase inhibitor 2A (CDKN2A), το PTEN, το BRAF, το N-RAS. Ακόμη, υπό την επίδραση της UVR, πολλές οδοί σηματοδότησης όπως είναι το MAPK, το PI3K, το c-MET και το c-KIT εμπλέκονται στην πορεία καρκινογένεσης. Τέλος, 2 πρόσφατα γονίδια που ανακαλύφθηκαν, τα Nedd9 και MITF, εμπλέκονται στην πορεία μελανογένεσης.

Κλινικές εκδηλώσεις
Μελαγχρωματικοί σπίλοι με ακανόνιστα όρια με αιμορραγική επιφάνεια σε διάφορα σημεία τους, με δορυφόρους σπίλους πλησίον της κυρίας εντόπισης του οζιδίου και προοδευτικά κυανέρυθρη απόχρωση. Θα πρέπει να προσέχει κανείς τους σπίλους που αλλάζουν μέγεθος, σχήμα και χρώμα, που είναι ασύμμετροι και έχουν αιμορραγική διάθεση.

Θεραπεία
Οι παράγοντες που επηρεάζουν τη θεραπεία εξαρτώνται από το στάδιο της νόσου, από τα αιμορραγικά έλκη, από την παρουσία ή μη εξέλκωσης, τη θέση και το μέγεθος του σπίλου.
Στάδιο 0: χειρουργική αφαίρεση του όγκου
Στάδιο 1: χειρουργείο + λεμφαδενικός καθαρισμός +/- συμπληρωματική βιολογική θεραπεία
Στάδιο 2: χειρουργείο + λεμφαδενικός καθαρισμός + συμπληρωματική βιολογική θεραπεία

Συμπέρασμα
Το μελάνωμα αποτελεί τον κακοηθέστερο όγκο του δέρματος. Θα πρέπει να αποφεύγεται η υπερβολική έκθεση στον ήλιο και το solarium. Οποιοσδήποτε σπίλος αλλάζει χρώμα, μεγαλώνει ή αιμορραγεί θα πρέπει να μας ανησυχήσει και να επισκεφθούμε γρήγορα τον Δερματολόγο, τον Χειρουργό και τον Ογκολόγο για ταχεία εξαίρεση του σπίλου. Η έγκαιρη διάγνωση και θεραπευτική αντιμετώπιση του μελανώματος μπορεί να σώσει τη ζωή του ασθενούς.



ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ