Mέχρι την Aναγέννηση, η μελαγχολία ήταν μάλλον μια αξιοζήλευτη ιδιότητα που χαρακτήριζε ανθρώπους πολύ ευφυείς, προικισμένους, ξεχωριστούς (φιλοσόφους, ποιητές, καλλιτέχνες). O όρος «μελαγχολία» προέρχεται από τον Iπποκράτη και έχει σχέση με τους χυμούς του σώματος και τις τέσσερις ιδιοσυγκρασίες που «δημιουργούν»: τη χολερική, την αιματώδη, τη φλεγματική και τη μελαγχολική. Ο μελαγχολικός τύπος κυριαρχείται από το υγρό στοιχείο και έχει την αργή, βαριά κινητικότητα, αλλά και τη διεισδυτική ικανότητα και τη διάσταση του βάθους που χαρακτηρίζει τα υγρά. Για τους αρχαίους ήταν σαφές ότι, χωρίς σιωπηλή παρατήρηση, πνευματική αναζήτηση, αμφισβήτηση, αποτράβηγμα, στοχασμό, κανένα μεγάλο ανθρώπινο επίτευγμα, καμία βαθυστόχαστη έμπνευση, κανένα σπουδαίο σχέδιο ή έργο δεν θα ήταν δυνατό. Θεωρούσαν ότι η μελαγχολία ήταν η ιδιότητα που έκανε έναν άνθρωπο -παρά τον πλούτο, τη δόξα ή τη σοφία του- να μη σταματάει να ψάχνει για την ουσιαστική αξία, το νόημα της ζωής και της ανθρώπινης ύπαρξης, παραμένοντας ταπεινός και σεμνός και έχοντας επίγνωση των ανθρώπινων ορίων του. O μελαγχολικός ήταν πρότυπο στο οποίο πολλοί ήθελαν να μοιάσουν.

ΑΡΘΡΑ ΣΕ ΠΕΡΙΛΗΨΗ







