ΜΕΝΟΥ

ΑΡΘΡΑ ΣΕ ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Εμμηνόπαυση

Η κλιμακτήριος για τη γυναίκα χωρίζεται σε τρία μέρη: την προεμμηνόπαυση, την περιεμμηνόπαυση και την μετεμμηνόπαυση.

Στην προεμμηνόπαυση, η οποία ξεκινά περίπου στο 40ο έτος της ηλικίας και διαρκεί μέχρι τις πρώτες άτακτες μηνιαίες έμμηνες ρύσεις, προκαλούνται κάποιες συνηθισμένες αλλαγές για τα χρόνια της κλιμακτηρίου μέσω της μείωσης της παραγωγής ορμονών στις ωοθήκες. Επίσης, εμφανίζονται κάποιες ενοχλήσεις που σχετίζονται με τον κύκλο –κυρίως πριν από την περίοδο- όπως ημικρανίες η πόνοι στο στήθος. Παρά τις ίδιες διατροφικές συνήθεις είναι σχεδόν αδύνατο κανείς να διατηρήσει το βάρος του. Ακόμα όμως και με σταθερό βάρος, το σώμα σταδιακά αλλάζει όψη.

Στην περιεμμηνόπαυση η οποία ξεκινά ένα έως δύο χρόνια πριν το τέλος της περιόδου και διαρκεί μέχρι ένα ή δύο χρόνια μετά το τέλος της περιόδου, η έμμηνος ρύση διακόπτεται λόγω της μείωσης οιστρογόνων. Αυτή η μείωση οιστρογόνων μπορεί έτσι να οδηγήσει στις χαρακτηριστικές διαταραχές του αυτόνομου νευρικού συστήματος, τα τυπικά στοιχεία της κλιμακτηρίου: ξαφνικές εξάψεις, εφίδρωση που διαρκεί για αρκετά λεπτά, διαταραχή του ύπνου, ευερεθιστότητα, κόπωση, αυξομείωση της πίεσης, ζαλάδες, ταχυπαλμίες, αύξηση βάρους, τριχόπτωση στο κεφάλι και εντονότερη τριχοφυΐα στο πρόσωπο και στα πόδια.

Η μετεμμηνόπαυση ξεκινά περίπου ένα ή δύο χρόνια μετά την τελευταία περίοδο και διαρκεί περίπου δεκαπέντε χρόνια. Λόγω της διαρκούς έλλειψης οιστρογόνων προκύπτουν αλλαγές στον ιστό –π.χ. ξηρασία του βλεννογόνου υμένα του κόλπου και του στόματος και του επιπεφυκώτος υμένα των ματιών- καθώς και τα περίφοβα κατάγματα λόγω της οστεοπόρωσης. Μια αυστηρά ελεγμένη θεραπεία οιστρογόνων μετά την παύση της κυκλικής παραγωγής οιστρογόνων στην κλιμακτήριο μπορεί να μειώσει πολλά από τα προαναφερθέντα συμπτώματα και να βοηθήσει στη βελτίωση της διαταραγμένης διάθεσης κατά την εμμηνόπαυση, καθώς και στην προφύλαξη των ουρογεννητικών διαδικασιών γήρανσης που εμφανίζονται στη μετεμμηνόπαυση.

Κάθε αντικατάσταση ορμόνης πρέπει να πραγματοποιείται μεμονωμένα και απαιτεί σαφείς ενδείξεις και την τακτική εξέταση του ασθενούς από τον ειδικό ενδοκρινολόγο. Η θεραπεία οιστρογόνων αυξάνει τον σχετικό κίνδυνο καρκίνου του μαστού και σχετίζεται άμεσα με τη διάρκεια της θεραπείας: αύξηση της συχνότητας των περιστατικών κατά δύο, έξι ή δώδεκα καρκίνους ανά χίλιες γυναίκες μετά από 5, 10 ή 15 χρόνια ορμονοθεραπείας.



Σεξουαλική Υγεία-Δυσλειτουργία

 


Το σεξ δεν είναι απλά μια ευχάριστη εμπειρία, αλλά και μια πολύ υγιεινή εμπειρία. Σύμφωνα με τα τελευταία επιστημονικά αποτελέσματα, το σεξ είναι μια από τις καλύτερες στρατηγικές αντιγήρανσης. Με το σεξ ο οργανισμός παράγει ενδορφίνες και αυξητικές ορμόνες. Είναι γνωστό ότι οι δύο αυτές ορμόνες γυρίζουν πίσω το βιολογικό μας ρολόι. Ακόμη και η έκκριση σεξουαλικών ορμονών είναι πιο έντονη με την τακτική συνουσία των δύο φύλων: οι γυναίκες παράγουν περισσότερα οιστρογόνα και οι άνδρες περισσότερη τεστοστερόνη. Συνολικά, το σωματικό κοκτέιλ ορμονών επιδρά σαν πηγή νεότητας.



ταξινόμηση των ψυχικών διαταραχών και διαταραχών συμπεριφοράς

Κλινική εικόνα

Στην τελευταία ταξινόμηση των ψυχικών διαταραχών και διαταραχών συμπεριφοράς, του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ICD – 10, 1992), οι μαθησιακές δυσκολίες αναφέρονται ως ειδικές αναπτυξιακές διαταραχές των σχολικών ικανοτήτων και διακρίνονται σε 6 διαγνωστικές κατηγορίες:

α). ειδική διαταραχή της ανάγνωσης
β). ειδική διαταραχή του συλλαβισμού
γ). ειδική διαταραχή των αριθμητικών ικανοτήτων,
δ). μικτή διαταραχή των σχολικών ικανοτήτων,
ε). άλλες αναπτυξιακές διαταραχές των σχολικών ικανοτήτων,
στ). αναπτυξιακή διαταραχή των σχολικών ικανοτήτων μη καθοριζόμενη.

Η κλινική εικόνα των παιδιών με μαθησιακές δυσκολίες διαφέρει ανάλογα με το είδος της μαθησιακής δυσκολίας αλλά και με τον τρόπο αντίδρασης σ ΄ αυτή, του παιδιού και της οικογένειας του.

Η πιο συχνή διάγνωση είναι η ειδική διαταραχή της ανάγνωσης – δυσλεξία. Η ανάγνωση είναι μια εξαιρετικά πολύπλοκη κινητική, αντιληπτική, γνωσιακή και γλωσσολογική διαδικασία. Για να μπορέσει το παιδί να αποκτήσει την ικανότητα της ανάγνωσης, πρέπει αφενός να έχει κατακτημένες μια σειρά από διαφορετικές ικανότητες και αφετέρου να είναι σε θέση να τις απαρτιώσει κατά τη διαδικασία της ανάγνωσης. Οι ικανότητες αυτές είναι αδρά οι εξής

Ικανότητα διάκρισης των φωνημάτων.
Επαρκής βραχεία γλωσσική μνήμη.
Ικανότητα διάκρισης της συντακτικής δομής των φράσεων και προτάσεων.
Δυνατότητα κατανόησης του συμβολικού νοήματος των λέξεων και των προτάσεων.
Διάκριση δεξιού-αριστερού, επάνω-κάτω.


Εκτός των ανωτέρω προϋποθέσεων, το παιδί πρέπει να μπορεί να μάθει πώς να μετασχηματίζει τα γράμματα σε ήχους, δηλαδή να μάθει να μετασχηματίζει τη σχηματική αναπαράσταση των γραμμάτων σε φωνητική αναπαράσταση.

Τα κλινικά χαρακτηριστικά της ειδικής αναπτυξιακής διαταραχής της ανάγνωσης είναι :

α), σοβαρή και επιμένουσα δυσκολία στην ανάγνωση, στην ορθογραφία και στο γράψιμο
β), φυσιολογική νοημοσύνη,
γ), καλή απόδοση στα μαθηματικά.

Συνήθως συνυπάρχουν ένα η περισσότερα από τα παρακάτω:
α), θετικό οικογενειακό ιστορικό,
β) σημεία φυσικού – σωματικού στρεςς κατά τη βρεφική ηλικία,
γ), καθυστέρηση στην εξέλιξη του λόγου,
δ), αλλεργίες,
ε), δυσκολία στη διάκριση αριστερού – δεξιού και
στ), ελάσσονα σημεία κινητικής διαταραχής.

Στο γραπτό λόγο, τυπικά λάθη είναι :

1. Στο επίπεδο του γράμματος:
α), αντικατάσταση παρόμοιων σχηματικά γραμμάτων (αδεργός αντί αδελφός),
β), σύγχυση στην ακουστική διαφοροποίηση των φθόγγων (μάσεψε αντί μάζεψε).

2. Στο επίπεδο της συλλαβής:
α), αντιστροφή των γραμμάτων (αν αντί να),
β), παράλειψη γραμμάτων (δίκους αντί δίσκους),
γ), αντικατάσταση γραμμάτων (χαρογράφησαν αντί χορογράφησαν),
δ), πρόσθεση συλλαβών (μάθηθημα αντί μάθημα).

3. Στο επίπεδο της λέξης και της φράσης:
α), αντιστροφή συλλαβών (νάμα αντί μάνα),
β), παραλείψεις συλλαβών (διάβουμε αντί διαβάζουμε),
γ), σύγχυση χρήσης συμφωνικών συμπλεγμάτων (πάτρι αντί πάρτυ),
δ), αντικαταστάσεις λέξεων (πρόγραμμα αντί πράγματα).
Μια άλλη ομάδα παιδιών παρουσιάζει μειονεξία των αριθμητικών ικανοτήτων. Η ειδική αναπτυξιακή διαταραχή των αριθμητικών ικανοτήτων παρουσιάζει ως κύριο κλινικό χαρακτηριστικό της τη μεγάλη απόκλιση ανάμεσα στην αναμενόμενη και την πραγματική επίδοση του παιδιού στην κατανόηση και εκτέλεση των αριθμητικών πράξεων, καθώς και στην ανάπτυξη των ικανοτήτων του για την επίλυση προβλημάτων, με δεδομένη τη φυσιολογική του νοημοσύνη και την επαρκή του εκπαίδευση.

Τα πιο συχνά κλινικά ευρήματα είναι :
Δυσκολία εκμάθησης των ονομάτων των αριθμών
Δυσκολία επανάληψης μιας αριθμητικής αλληλουχίας
Δυσκολία καταγραφής των αριθμητικών συμβόλων
Δυσκολία κατανόησης των εννοιών «συνδέω» και «χωρίζω»
Δυσκολία εκμάθησης της ακριβούς έννοιας των συμβόλων των αριθμητικών πράξεων και χρησιμοποίησης τους.
Δυσκολία εκτέλεσης βασικών πράξεων από μνήμης
Δυσκολία κατανόησης της έννοιας «αξία» και απόδοσης της στα αριθμητικά μεγέθη.
Δυσκολία ευθυγράμμισης των αριθμητικών ψηφίων κατά την επίλυση προβλημάτων
Αδυναμία εκτέλεσης ακριβών υπολογισμών
Δυσκολία κατανόησης προφορικών προβλημάτων
Δυσκολία κατανόησης και απόδοσης των στοιχείων με γραφικές αναπαραστάσεις.
Σε πολλές περιπτώσεις παιδιών είναι δυνατό να συνυπάρχουν περισσότερες από μία ειδικές μαθησιακές δυσκολίες. Συχνότερα είναι μειωμένες τόσο οι ικανότητες διεξαγωγής αριθμητικών υπολογισμών, όσο και οι δεξιότητες ανάγνωσης ή συλλαβισμού. Αυτές οι περιπτώσεις χαρακτηρίζονται ως μικτή διαταραχή των σχολικών ικανοτήτων και η κλινική τους εικόνα αποτελείται από συνδυασμό των κλινικών χαρακτηριστικών της κάθε μορφής.


Κατάθλιψη και χρόνιες παθήσεις

Χρόνια πάθηση χαρακτηρίζεται μια ασθένεια που διαρκεί για πάρα πολύ καιρό και συνήθως δεν μπορεί να θεραπευτεί πλήρως. Ωστόσο, πολλές χρόνιες ασθένειες μπορούν συχνά να ελεγχθούν με δίαιτα άσκηση και φαρμακευτική αγωγή. Τέτοιες ασθένειες για παράδειγμα είναι ο διαβήτης, οι καρδιακές παθήσεις, η αρθρίτιδα, η νεφρική ανεπάρκεια, το Aids, ο λύκος, η σκλήρυνση κατά πλάκας κ.α.

Γιατί η Κατάθλιψη είναι κοινή
σε άτομα με χρόνια νοσήματα;

Τα άτομα με διάγνωση χρόνιας ασθένειας θα πρέπει να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις της ασθένειάς τους καθώς και στις θεραπείες που πρέπει να υποβάλλεται.. η ίδια η ασθένεια μπορεί να επηρεάσει ένα άτομο όσον αφορά την κινητικότητα και την ανεξαρτησία του και να αλλάξει τον τρόπο ζωή του καθώς και τον τρόπο με τον οποίο βλέπει τον εαυτό του ή τη σχέση του με τους άλλους.
Για όλους τους παραπάνω λόγους ένα ποσοστό απελπισίας και θλίψης θα μπορούσε να χαρακτηριστεί φυσιολογικό. Στην πραγματικότητα όμως μια χρόνια ασθένεια μπορεί να προκαλέσει κατάθλιψη.
Η κατάθλιψη αποτελεί μια από τις συνηθέστερες επιπλοκές μιας χρόνιας νόσου.
Έχει εκτιμηθεί ότι περίπου το 1/3 των ατόμων με σοβαρή χρόνια ασθένεια εμφανίζει συμπτώματα κατάθλιψης. Κατάθλιψη και ασθένεια μπορούν κάποιες φορές να παρουσιαστούν μαζί γιατί οι φυσικές αλλαγές που σχετίζονται με την ασθένεια ενεργοποιούν την κατάθλιψη αφού το άτομο αντιδρά ψυχολογικά στις δυσκολίες που δημιουργούνται από την ασθένεια .


Ποιές χρόνιες ασθένειες μπορεί
να οδηγήσουν σε κατάθλιψη;

Οποιαδήποτε χρόνια πάθηση μπορεί να προκαλέσει κατάθλιψη, αλλά ο κίνδυνος αυξάνει με την σοβαρότητα της πάθησης και το μέγεθος της αναστάτωσης που προκαλεί στο επίπεδο ζωής ενός ατόμου. Ο κίνδυνος να περιέλθουν σε κατάθλιψη είναι 10-25% για τις γυναίκες και 5-12% για τους άνδρες. Ωστόσο τα άτομα με χρόνιες ασθένειες αντιμετωπίζουν έναν υψηλότερο κίνδυνο μεταξύ 25-32%.
Η κατάθλιψη που προκαλείται από χρόνια νοσήματα συχνά επιδεινώνει την ασθένεια, ιδιαίτερα αν η πάθηση προκαλή πόνο, κόπωση ή θα διαταράξει την κοινωνική ζωή ενός ατόμου. Η κατάθλιψη μπορεί να επιτείνει τον πόνο, να προκαλέσει κόπωση και νωθρότητα που στην συνέχεια αυτά να επιδεινώσουν την απώλεια ενέργειας. Η κατάθλιψη τείνει επίσης να κάνει τα άτομα να απομονώνονται κοινωνικά.




Ποιά είναι τα συμπτώματα
στα άτομα με χρόνιες ασθένειες;


Ασθενείς και μέλη των οικογενειών τους αγνοούν τα συμπτώματα της κατάθλιψης και θεωρούν την κατάθλιψη φυσιολογικό σύμπτωμα για κάποιον που παλεύει με μια σοβαρή χρόνια ασθένεια.
Τα συμπτώματα της κατάθλιψης τείνουν συχνά να επισκιαστούν από άλλες ιατρικές καταστάσεις, με αποτέλεσμα την αναζήτηση της θεραπείας για τα συμπτώματα αυτά, αλλά όχι τη βαθειά αιτία των συμπτωμάτων: την κατάθλιψη.

Τι μπορεί να γίνει
για την αντιμετώπιση
της κατάθλιψης σε άτομα
με χρόνιες παθήσεις;


Η θεραπεία της κατάθλιψης σε άτομα με χρόνιες παθήσεις είναι παρόμοια με εκείνη που παρέχεται στα άτομα που πάσχουν μόνο από κατάθλιψη.
Η πρόωρη διάγνωση και η θεραπεία της μπορεί να μειώσει τον πόνο καθώς και τον κίνδυνο των επιπλοκών όπως την αυτοκτονία.
Οι ασθενείς με χρόνια νοσήματα που λαμβάνουν παράλληλα θεραπεία για την κατάθλιψη που πιθανόν βιώνουν την ίδια στιγμή συχνά έχουν μια γενική βελτίωση της κατατάστασής τους, μια καλύτερη ποιότητα ζωής και είναι πιο εύκολο για αυτούς να τηρήσουν τα θεραπευτικά τους σχέδια.
Αν τα συμπτωματα της κατάθλιψης σχετίζονται με την θεραπεία και εμφανίζεται σαν περανέργεια της φαρμακευτικής αγωγής, η θεραπεία πιθανόν να μπορεί απλώς να αλλάξει ή να προσαρμοστεί
Αν η κατάθλιψη είναι ξεχωριστό πρόβλημα μπορεί να θεραπευτεί από μόνη της. Περισσότερο από το 80% των ατόμων με κατάθλιψη μπορεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα αυτό με φάρμακο, ψυχοθεραπεία ή το συνδυασμό και των δύο. Η θεραπεία με αντικαταθλιπτικά φάρμακα μπορεί να αρχίσει να λειτουργεί μέσα σε λίγες βδομάδες από την έναρξή της. .
Κατάθλιψη, αναπηρία και χρόνιες παθήσεις δημιουργούν έναν φαύλο κύκλο γι αυτό είναι σημαντικό για κάποιον με χρόνια πάθηση: να μάθει πως να ζεί με τις φυσικές συνέπειες της χρόνιας πάθησης του. είναι σημαντικό για το άτομο αυτό να διατηρήσει τη συναισθηματική ισορροπία του έτσι ώστε να αντιμετωπίσει τα αρνητικά συναισθήματα που πιθανόν να δημιουργηθούν. Το άτομο αυτό πρέπει να προσπαθήσει να διατηρήσει την εμπιστοσύνη και θετική εικόνα για τον εαυτό του και το σημαντικότερο όλων να ζητήσει άμεσα βοήθεια μόλις εμφανιστούν τα συμπτώματα της κατάθλιψης.


Χοληστερόλη: ορισμός, αίτια της αύξησης και τρόποι αντιμετώπισης

 




Χοληστερίνη ή χοληστερόλη;

Χοληστερόλη είναι η επιστημονική ονομασία, στην καθομιλουμένη όμως τη λέμε και χοληστερίνη· δεν είναι λάθος.


Ηπατοπάθειες

Γνωρίζουμε ότι το ήπαρ είναι ένα από τα σημαντικότερα όργανα του ανθρώπου. Ποιος ακριβώς είναι ο ρόλος του στον οργανισμό μας;

Η βασική του λειτουργία είναι ο μεταβολισμός και η παραγωγή θρεπτικών ουσιών που έρχονται σε αυτό μετά το έντερο, ύστερα δηλαδή από τη διαδικασία της πέψης και της απορρόφησης. Φιλτράρει το αίμα που φθάνει σε αυτό μέσω της πυλαίας φλέβας, το οποίο στη συνέχεια κυκλοφορεί μέσα στα ηπατοκύτταρα και γίνεται ο μεταβολισμός. Το ηπατοκύτταρο, αντίθετα με ορισμένα άλλα κύτταρα του οργανισμού, όπως αυτά της καρδιάς, είναι πολύ πιο ευπαθές, ευάλωτο στην υποξαιμία και στις διάφορες ασθένειες. Ως μεταβολικό εργαστήριο, οι διάφορες ουσίες, τα φάρμακα και το αλκοόλ είναι ευνόητο ότι επιδρούν άμεσα επάνω του.


Ποιες είναι οι πλέον συνήθεις παθήσεις του ήπατος;

Οι ηπατίτιδες, που προέρχονται είτε από ιούς είτε από το αλκοόλ. Όλες οι άλλες καταστάσεις (γενετικά νοσήματα, μεταβολικά νοσήματα, νοσήματα που οφείλονται στη χρήση φαρμάκων) έρχονται σε δεύτερη μοίρα. Ένα νέο πρόβλημα με σημαντική επιδημιολογική και κλινική επίπτωση είναι το λεγόμενο μεταβολικό σύνδρομο. Έχουμε διαπιστώσει πλέον, οι ηπατολόγοι, ότι ένα ποσοστό από τα άτομα που πάσχουν από μεταβολικό σύνδρομο παθαίνουν κίρρωση του ήπατος.

Πρέπει επίσης να σημειώσουμε ότι οι παθήσεις του ήπατος χωρίζονται σε οξείες, π.χ. μια οξεία ηπατίτιδα, και σε χρόνιες ηπατοπάθειες.


Ποιες είναι πιο σοβαρές για τον ασθενή;

Κατά κανόνα, παρ’ όλο που η εικόνα της οξείας ηπατίτιδας είναι πιο «θορυβώδης», στις περισσότερες των περιπτώσεων δεν έχει σημαντικές συνέπειες. Ελάχιστες είναι οι καταστάσεις εκείνες που στην οξεία ηπατίτιδα θα οδηγήσουν σε μαζική καταστροφή του ήπατος και στο θάνατο εάν δε γίνει μεταμόσχευση. Οι καταστάσεις που οδηγούν σε χρόνια ηπατοπάθεια είναι αυτές οι οποίες βουβά, ασυμπτωματικά, οδηγούν τον άνθρωπο στην κίρρωση.


Επειδή υπάρχει μια σύγχυση γύρω από αυτό, η κίρρωση έχει σχέση με τον καρκίνο;

Όχι, η κίρρωση δεν είναι καρκίνος. Είναι μια καταστροφή του ηπατικού παρεγχύματος από χρόνια φλεγμονή, μια καταστροφή της αρχιτεκτονικής του ήπατος, η οποία έχει ορισμένες συνέπειες.


Και όταν οδηγηθούμε στην κίρρωση, από κει και μετά τι
γίνεται;

Ο αγώνας δίνεται σ’ όλες τις κατηγορίες της χρόνιας ηπατοπάθειας για να μη γίνει κίρρωση. Η κίρρωση εξ ορισμού σημαίνει μια σοβαρή κατάσταση. Στα πρώτα στάδια παραμένει ασυμπτωματική, δηλαδή μπορεί να έχεις κίρρωση από αλκοόλ, από χρόνια ηπατίτιδα και να μην το έχεις καταλάβει. Στα νοσοκομεία που εφημερεύουν το βράδυ μπορεί να έρθει ένα ασθενοφόρο μ’ έναν ασθενή από περιφερειακό νοσοκομείο, ο οποίος μέχρι την προηγούμενη ήταν υγιής, και να διαπιστωθεί βαριά επιπλοκή από κίρρωση του ήπατος. Όταν όμως ο ασθενής φτάσει στο τελικό στάδιο της κίρρωσης, εκδηλώνεται πλέον η ηπατοκυτταρική ανεπάρκεια. Ο άρρωστος μπαινοβγαίνει στα νοσοκομεία. Το συκώτι του έχει δώσει σήμα ότι δεν τα βγάζει πέρα και, εάν δε μεταμοσχευθεί εγκαίρως, θα καταλήξει. Αυτή η κατηγορία ασθενών κινδυνεύει επίσης και από ηπατικό καρκίνο.


Η μεταμόσχευση θα σώσει τον ασθενή;

Φυσικά και θα τον σώσει, γιατί, εάν ο ασθενής που έχει κίρρωση στο τελικό στάδιο δε μεταμοσχευθεί, τίθεται θέμα μηνών ή μικρού χρονικού διαστήματος για να καταλήξει.

Η μεταμόσχευση αποτελεί μια μεγάλη επανάσταση της σύγχρονης θεραπευτικής όλων των οργάνων, αλλά κυρίως του ήπατος που είναι και η πιο δύσκολη. Αποτελεί την κορωνίδα της χειρουργικής επέμβασης από πλευράς χειρουργικής, και να σημειώσουμε εδώ και τη μεγάλη βοήθεια που προσφέρει η γαστρεντερολογία και η παθολογία με τις σωστές ενδείξεις και τα κατάλληλα ανοσοκατασταλτικά που μειώνουν το ποσοστό των απορρίψεων. Αυτή τη στιγμή έχουμε μεταμοσχευμένους δέκα και δεκαπέντε χρόνια και είναι πολύ καλά.


Υπάρχει και η περίπτωση να μην πάει καλά η μεταμόσχευση;

Υπάρχει και αυτή η περίπτωση γιατί είναι μια μεγάλη επέμβαση, ίσως η μεγαλύτερη στο ανθρώπινο σώμα.


Από τι άλλο μπορεί να προσβληθεί το ήπαρ;

Από το μεταβολικό σύνδρομο. Είναι ένα σύνδρομο που συνδέεται με την παχυσαρκία, έχει άμεση συνάφεια με το σύγχρονο τρόπο ζωής (πολύ και κακό φαγητό, έλλειψη μεσογειακού τρόπου διαβίωσης, λίγο περπάτημα κ.ά.) και χαρακτηρίζεται από αυξημένη αρτηριακή πίεση, αυξημένες τιμές χοληστερόλης, ουρικού οξέος ενώ σχετίζεται άμεσα και με το σακχαρώδη διαβήτη. Αναφερόμαστε πάλι στο μεταβολισμό του σακχάρου και των λιπιδίων στο ηπατοκύτταρο, που, εξαιτίας της συσσώρευσης λίπους σε αυτό, σπάζει και έχουμε με άλλο τρόπο νέκρωση και φλεγμονή.

Το μεταβολικό σύνδρομο όσο πιο έντονα εκδηλώνεται, όσο πιο έντονα «εκφράζεται» από κάποιον ασθενή, τόσο μεγαλύτερη πιθανότητα έχει αυτός σε βάθος χρόνου να πάθει κίρρωση. Είναι μια ασθένεια, η οποία προοδευτικά αυξάνεται, και μάλιστα παρατηρούμε ότι πολλές από τις πιθανολογούμενες ηπατοπάθειες, εάν δεν οφείλονται στο αλκοόλ, σε ηπατίτιδες ή σε φάρμακα, πιθανόν να οφείλονται σε μεταβολικό σύνδρομο. Μπορεί μέχρι σήμερα να μην είναι ανησυχητικά τα ποσοστά εμφάνισης της νόσου, όπως εκείνα που οφείλονται στο αλκοόλ και την ηπατίτιδα, αλλά σίγουρα στο μέλλον θα γίνουν, τη στιγμή, μάλιστα, που έχουμε το υψηλότερο ποσοστό παχύσαρκων παιδιών στην Ευρώπη.


Δηλαδή ένας άνθρωπος παχύσαρκος μπορεί να πάθει κίρρωση του ήπατος;

Βέβαια, όταν «εκφράζει» το μεταβολικό σύνδρομο. Αυτοί οι ασθενείς κινδυνεύουν από τρία πράγματα, και αυτό είναι τεκμηριωμένο, καρδιαγγειακά νοσήματα, καρκίνο και κίρρωση. Αυτές είναι οι τρεις σημαντικές συνέπειες του μεταβολικού συνδρόμου ή, αν θέλετε, κατ’ επέκταση της παχυσαρκίας και του σύγχρονου τρόπου ζωής. Αυτή τη στιγμή στα κέντρα μεταμόσχευσης, και ειδικά στην Αμερική, μεταμοσχεύονται παιδιά ή έφηβοι λόγω του μεταβολικού συνδρόμου.


Ποια η σχέση αλκοόλ και ήπατος;

Ένα σημαντικό ποσοστό των ανθρώπων που κάνουν συστηματική χρήση ή κατάχρηση αλκοόλ οδηγούνται σε χρόνια ηπατοπάθεια και σε κίρρωση του ήπατος. Δε σημαίνει βέβαια ότι όλοι όσοι πίνουν ή όσοι είναι αλκοολικοί θα πάθουν κίρρωση. Ένα ποσοστό γύρω στο 20% μετά από μια δεκαετία, δεκαπενταετία θα αναπτύξει σοβαρές συνέπειες της χρόνιας αλκοολικής ηπατοπάθειας. Σήμερα τα νοσήματα στο συκώτι που προέρχονται από το αλκοόλ αποτελούν τη μάστιγα της δυτικής κοινωνίας.


Πώς μπορεί να καταλάβει κάποιος ότι πάσχει από χρόνια ηπατοπάθεια;

Από την αυξημένη τιμή των τρανσαμινασών στο αίμα. Οι τρανσαμινάσες είναι ηπατικά ένζυμα, τα οποία απελευθερώνονται στο αίμα όταν καταστρέφονται, όταν νεκρώνονται τα ηπατοκύτταρα. Υπάρχουν, βέβαια, και κάποιες άλλες περιπτώσεις, σπάνιες, που οι τρανσαμινάσες απελευθερώνονται και έχουμε υψηλές τιμές, όπως, π.χ., όταν πάθει κάποιος έμφραγμα, όπου καταστρέφεται ο καρδιακός μυς. Αλλά κυρίως η βασική αιτία αυξημένων τρανσαμινασών στο αίμα είναι η χρόνια ηπατοπάθεια. Αυτό μας δείχνει, δηλαδή, ότι έχουμε χρόνια ηπατίτιδα. Από την άλλη, δε σημαίνει ότι κάποιος που έχει χρόνια ηπατίτιδα θα έχει τις τρανσαμινάσες παθολογικές. Συναντάμε ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β και C που σε κάποιες χρονικές στιγμές μπορεί να έχουν φυσιολογικές τιμές τρανσαμινασών, όπως και το αντίθετο. Και επίσης κάποιος που έχει ανεβασμένες τρανσαμινάσες δε σημαίνει ότι θα πάθει και κίρρωση.


Γνωρίζουμε ότι για κάποιες ασθένειες η προληπτική ιατρική σώζει. Με τις ασθένειες του ήπατος τι γίνεται;

Έχουμε την πρωτογενή και τη δευτερογενή πρόληψη. Η πρωτογενής έχει να κάνει με το να εμποδίσουμε το αίτιο να κάνει ζημιά στο ήπαρ, η δευτερογενής με τον έγκαιρο εντοπισμό των πασχόντων και την πρόληψη των συνεπειών, δηλαδή, όταν κάποιος έχει κίρρωση, να μην πάθει και καρκίνο, να μην προσβληθεί από άλλη ηπατοπάθεια.

Για την ηπατίτιδα Β υπάρχει ένα αποτελεσματικό και φθηνό εμβόλιο που είναι υποχρεωτικό εδώ και μερικά χρόνια και στην Ελλάδα, όπως και σε πολλές άλλες χώρες του κόσμου, και απ’ ό,τι φαίνεται μειώνει τις νέες λοιμώξεις και προστατεύει τα νέα παιδιά.

Για την ηπατίτιδα C, την τελευταία δεκαετία, υπάρχουν σημαντικά φαρμακευτικά όπλα και εμείς οι γιατροί είμαστε για πρώτη φορά σε θέση να μιλάμε για ίαση μιας χρόνιας ιογενούς λοίμωξης, κάτι που δεν το είχαμε πει ποτέ πριν. Σήμερα οι ασθενείς με ηπατίτιδα C γίνονται τελείως καλά σ’ ένα ποσοστό που για τους μισούς φτάνει το 45% και για τους άλλους μισούς το 70 και το 80%. Αυτό συνέβη την τελευταία πενταετία και ο χρόνος ίασης κυμαίνεται από 6 μήνες έως ένα χρόνο.


Και πώς μπορεί να μάθει κάποιος εάν πάσχει από ηπατίτιδα;

Εύκολα μπορεί να το μάθει, αλλά το θέμα είναι πως για να φτάσει να το μάθει θα πρέπει να γίνει μια ευαισθητοποίηση και μια ενημέρωση από πλευράς θεσμικών φορέων, όπως είναι η πολιτεία, οι ηπατολογικές εταιρείες, το κέντρο λοιμώξεων.


Δηλαδή θα πρέπει όλοι να κάνουμε εξετάσεις για ηπατίτιδα;

Όχι όλοι. Αυτοί που έχουν ορισμένες ενδείξεις και κυρίως ενδείξεις όχι από πλευράς συμπτωμάτων όσο από πλευράς ιστορικού. Δηλαδή υπάρχουν ορισμένες κατηγορίες συνανθρώπων μας που συγκεντρώνουν μεγαλύτερη πιθανότητα να έχουν ηπατίτιδα Β και C, όπως είναι τα άτομα εκείνα που έχουν κάνει μεταγγίσεις πριν από το 1990, που δεν ξέραμε την ηπατίτιδα C, και άτομα τα οποία έχουν έντονη σεξουαλική ζωή. Σ’ αυτές τις κατηγορίες υπάρχει μεγαλύτερος κίνδυνος. Είναι έγκλημα να μην ελέγχονται οι νέοι άνθρωποι που ανήκουν σε αυτές τις κατηγορίες του πληθυσμού γιατί, εάν διαπιστωθεί ότι πάσχουν, μπορεί να πάρουν θεραπεία και να ιαθούν.


Πόσες ηπατίτιδες έχουμε;

Πέντε. Από αυτές η Α και η Ε δε μεταπίπτουν σε χρονιότητα, κάνουν μόνο οξεία λοίμωξη και καθαρίζουν, ενώ ένα ποσοστό από εκείνους που θα μολυνθούν από τη Β, τη C και τη Δ, θα μεταπέσει σε χρονιότητα. Την ηπατίτιδα C τη μάθαμε το ’91. Μέχρι τότε ξέραμε ότι υπάρχει μια ηπατίτιδα την οποία ονομάζαμε nοn A, non B, δηλαδή όχι Α, όχι Β, αλλά δεν ξέραμε τι ακριβώς ήταν. Γι’ αυτό βλέπουμε σήμερα ηλικιωμένα άτομα να έχουν ηπατίτιδα C, και ίσως κίρρωση ή καρκίνο, και, όταν τους ρωτάς το ιστορικό τους, σου λένε: «γιατρέ, το ’68 ή το ’75 έπαθα μια γαστρορραγία, μπήκα στο νοσοκομείο, είχε πέσει ο αιματοκρίτης και πήρα μια φιάλη αίμα».


Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στην ηπατίτιδα Β και C;

Το χαρακτηριστικό της Β είναι η μεγαλύτερη μολυσματικότητά της. Τα φάρμακα που έχουμε φαίνεται πως δεν επιφέρουν ριζική ίαση στον ασθενή, παρά μόνο σ’ ένα πολύ μικρό ποσοστό καθυστερούν την εξέλιξη της νόσου. Από την άλλη, όμως, γι’ αυτή την ηπατίτιδα έχουμε το εμβόλιο, που είναι βασικό όπλο για την πρόληψη.

Για την ηπατίτιδα C, την οποία τη μάθαμε περίπου το ’91, δεν έχουμε εμβόλιο, αλλά έχουμε καλή θεραπεία. Γι’ αυτήν την ηπατίτιδα πρόληψη είναι η αλλαγή του τρόπου ζωής και των συνηθειών μας. Πρέπει να προσέχουμε περισσότερο.


Πολλές φορές ακούμε τη φράση: «μην παίρνεις τόσα φάρμακα θα πάθει το συκώτι σου». Ισχύει κάτι τέτοιο;

Το βασικό όργανο του μεταβολισμού είναι το ηπατοκύτταρο. Είναι λογικό, λοιπόν, τα περισσότερα από τα φάρμακα που κυκλοφορούν στο εμπόριο ή, αν θέλετε, κατά μία γενικότερη έννοια και το αλκοόλ, να περνούν και να μεταβολίζονται από το ήπαρ. Είτε τα ίδια τα φάρμακα είτε οι μεταβολίτες τους πολλές φορές μπορεί να είναι τοξικά και για το ήπαρ και για άλλα όργανα, επομένως θα πρέπει όλα τα φάρμακα να εξετάζονται λεπτομερώς από το θεράποντα γιατρό αλλά και από τον ασθενή.

Δε σημαίνει, βέβαια, ότι όλα τα φάρμακα είναι βλαβερά, όπως επίσης δε σημαίνει ότι δεν πρέπει να παίρνουμε –για να μην περάσουμε και στο άλλο άκρο– τα απαραίτητα φάρμακα. Αυτό που επιβάλλεται είναι η προσεκτική εξέταση και ο συνεχής επανέλεγχος στις τρανσαμινάσες, τουλάχιστον, όταν ο ασθενής λαμβάνει ουσίες που γνωρίζουμε ότι έχουν αυξημένο κίνδυνο ηπατοτοξικότητας.


Υπάρχουν παθήσεις του ήπατος που αντιμετωπίζονται χειρουργικά;

Βασικές ενδείξεις χειρουργικής επέμβασης στο ήπαρ είναι οι εστιακές βλάβες του ήπατος που αφορούν ένα τμήμα του, αν εξαιρέσουμε βέβαια τη μεταμόσχευση. Μια από τις κυριότερες περιπτώσεις χειρουργικής αντιμετώπισης είναι ο καρκίνος. Αν προλάβουμε τον καρκίνο στα αρχικά στάδια, μπορούμε να τον αφαιρέσουμε χωρίς άλλες συνέπειες. Ωστόσο αυτό γίνεται, δυστυχώς, πολύ σπάνια και εντείνεται η άποψη ότι οι ασθενείς με χρόνια ηπατοπάθεια, και κυρίως κίρρωση, θα πρέπει υποχρεωτικά να παρακολουθούνται αυστηρά στο πλαίσιο πρόληψης ή έγκαιρης διάγνωσης.




Εμμηνόπαυση

Τι σημαίνουν οι όροι «εμμηνόπαυση» και «κλιμακτήριος»;

Όταν λέμε ότι μια γυναίκα «μπήκε στην εμμηνόπαυση», εννοούμε ότι δεν έχει εμμηνορρυσία (περίοδο) για 12 συνεχείς μήνες. Το χρονικό διάστημα που προηγείται της εμμηνόπαυσης και το οποίο χαρακτηρίζεται από διάφορα πρώιμα συμπτώματα, ονομάζεται κλιμακτήριος ή περιεμμηνόπαυση. Και οι δύο αυτές φάσεις στη ζωή της γυναίκας αφορούν την προοδευτική μείωση των οιστρογόνων στην κυκλοφορία του αίματός της. Όταν γεννιέται το θήλυ νεογνό, υπάρχουν στις ωοθήκες του 1-2 εκατομμύρια ωοθυλάκια που περιέχουν ωάρια. Με την πάροδο του χρόνου ο αριθμός τους μειώνεται. Όταν εξαντληθεί το απόθεμα των ωοθυλακίων, οι ωοθήκες σταματούν να παράγουν οιστρογόνα και προγεστερόνη, ορμόνες οι οποίες ρυθμίζουν την έμμηνο ρύση.

Πού τοποθετούνται ηλικιακά η εμμηνόπαυση και η περιεμμηνόπαυση;

Η εμμηνόπαυση στις δυτικές κοινωνίες έχει ως μέσο όρο την ηλικία των 51 χρόνων, ενώ π.χ. στην Αφρική, στις χώρες του Τρίτου Κόσμου, τοποθετείται πολύ νωρίτερα. Την ηλικία όμως που ξεκινάει η κλιμακτηριακή περίοδος δεν μπορούμε να την ορίσουμε ακριβώς. Εκείνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι γύρω στα 45 και λίγο μετά θα αρχίσουν να εμφανίζονται τα πρώτα συμπτώματα, μέχρι την οριστική διακοπή της εμμήνου ρύσης. Να σημειώσουμε εδώ ότι στις καπνίστριες η έμμηνος ρύση μπορεί να σταματήσει 1-2 χρόνια νωρίτερα.

Υπάρχει περίπτωση μια γυναίκα να εμφανίσει κλιμακτηριακά προβλήματα πριν από τα 45 της χρόνια;

Βεβαίως, και τότε μιλάμε για την πρόωρη εμμηνόπαυση, εκείνη που συμβαίνει πριν από τα 40. Δυστυχώς συναντάμε γυναίκες που από τα 35 τους εμφανίζουν τα συμπτώματα της περιεμμηνόπαυσης και οι οποίες οδηγούνται σε διακοπή της περιόδου πολύ νωρίτερα από τα 51 τους χρόνια. Πρόκειται για την «πρόωρη εμμηνόπαυση», η οποία συμβαίνει λόγω έκπτωσης της ωοθηκικής λειτουργίας ή μπορεί να είναι αποτέλεσμα χημειοθεραπείας ή ακτινοθεραπείας. Τέλος, υπάρχει βεβαίως και η χειρουργική εμμηνόπαυση, όταν για κάποιο λόγο χειρουργούμε και αφαιρούμε τις ωοθήκες. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις τίθεται το θέμα της γονιμότητας της γυναίκας, εάν δεν έχει προλάβει να αποκτήσει παιδιά. Γι’ αυτό η έγκαιρη διάγνωση του προβλήματος είναι σωτήρια. Μόνο τότε μπορούμε να προλάβουμε να πάρουμε ωάρια, να τα καταψύξουμε –όπως έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε σήμερα– και η γυναίκα να προχωρήσει σε εγκυμοσύνη σε μια επόμενη φάση της ζωής της.

Πώς μπορεί μια γυναίκα να διαπιστώσει ότι έχει μπει στην περιεμμηνόπαυση;

Θα έλεγε κανείς ότι η διάγνωση γίνεται συνήθως από τα συμπτώματα που θα παρουσιάσει (π.χ. εξάψεις, εφιδρώσεις κ.ά.). Χρήσιμο είναι σε αυτή την περίπτωση να απευθυνθεί στο γιατρό της και να τον συμβουλευτεί. Υπάρχει μια βασική εξέταση που είναι η μέτρηση της θυλακιοτρόπου ορμόνης FSH (εκκρίνεται από την υπόφυση και διεγείρει την ανάπτυξη των ωοθυλακίων στις ωοθήκες), η οποία μας ενημερώνει για το πού βρισκόμαστε από πλευράς ηλικίας των ωοθηκών. Όταν η FSH είναι αυξημένη, μας δείχνει ότι βαδίζουμε προς την εμμηνόπαυση.

Γνωρίζουμε ότι οι γυναίκες που μπαίνουν στην περιεμμηνόπαυση υποφέρουν από διάφορα συμπτώματα. Ποια είναι αυτά;

Γνωρίζουμε ότι οι γυναίκες που μπαίνουν στην περιεμμηνόπαυση υποφέρουν από διάφορα συμπτώματα. Ποια είναι αυτά;

Από τη μείωση των οιστρογόνων, εκτός από το αναπαραγωγικό σύστημα της γυναίκας, επηρεάζονται πολλά άλλα όργανα, όπως το ήπαρ, το πεπτικό σύστημα, η ουροποιητική οδός, τα αιμοφόρα αγγεία, τα οστά, το δέρμα, το κεντρικό νευρικό σύστημα. Αυτό συμβαίνει γιατί τα οιστρογόνα διεγείρουν την παραγωγή πρωτεϊνών, οι οποίες βοηθούν στη διατήρηση της λειτουργικότητας ιστών και οργάνων. Έτσι, όταν αυτά αρχίζουν και ελαττώνονται, εμφανίζονται τα συμπτώματα της κλιμακτηρίου, τα οποία ποικίλλουν από γυναίκα σε γυναίκα και είναι: ακανόνιστη εμμηνορρυσία, ευερεθιστότητα, εξάψεις, εφιδρώσεις, ξηρότητα του κόλπου, αίσθημα παλμών, ξηρότητα δέρματος, αϋπνία και διαταραχές στον ύπνο, λέπτυνση των τριχών, μεταβολές στη διάθεση, μειωμένη διάθεση για σεξουαλική δραστηριότητα και προβλήματα μνήμης και συγκέντρωσης.

Όλα αυτά εξαφανίζονται όταν τελειώνει η φάση της περιεμμηνόπαυσης και εγκαθίσταται η εμμηνόπαυση;

Ουσιαστικά δεν εξαφανίζονται ποτέ. Η γυναίκα μαθαίνει να ζει στο καινούργιο της ορμονικό περιβάλλον και κάποια από αυτά τα συμπτώματα αρχίζουν και ατονούν. Είναι όμως λιγότερο επώδυνα απ’ όσο ήταν στη διάρκεια της κλιμακτηρίου. Κάποια από αυτά εγκαθίστανται και μετά την εμμηνόπαυση, όπως είναι η ξηρότητα του κόλπου, η λέπτυνση των τριχών, η ακράτεια των ούρων, το αίσθημα των παλμών, η μειωμένη σεξουαλική διάθεση, η αϋπνία. Το μόνο σύμπτωμα που σταματά οριστικά είναι η εμμηνορρυσία και οι διαταραχές της.

Τα συμπτώματα αυτά θα εμφανιστούν σε όλες τις γυναίκες;

Σ’ ένα μικρό ποσοστό γυναικών η υποχώρηση των οιστρογόνων γίνεται προοδευτικά και με χαμηλή καμπύλη πτώσης, με αποτέλεσμα να μη νιώσουν τα δυσάρεστα αυτά συμπτώματα και να καταλήξουν στην εμμηνόπαυση πολύ πιο ομαλά και ανώδυνα από άλλες γυναίκες. Υπάρχει όμως και ένα ποσοστό 15% στο οποίο τα συμπτώματα είναι πολύ έντονα.

Τι μπορεί να κάνει μια γυναίκα για να περάσει τη φάση της κλιμακτηρίου όσο γίνεται πιο ήρεμα και πιο ανώδυνα;

Καταρχάς –και ίσως αυτό είναι το σημαντικότερο απ’ όλα– η γυναίκα πρέπει να ενημερωθεί γι’ αυτή τη μεταβατική περίοδο της ζωής της και να μάθει τι ακριβώς σημαίνει περιεμμηνόπαυση και τι εμμηνόπαυση. Στη συνέχεια, εάν τα συμπτώματα είναι θορυβώδη και η γυναίκα δεν μπορεί να τα αντέξει, προχωράμε σε φαρμακευτική αντιμετώπιση με θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης. Δηλαδή χορηγούμε ορμόνες ανάλογες με εκείνες που παράγει ο οργανισμός πριν από την εμμηνόπαυση, και αν χρειαστεί χορηγούμε και κάποιο αγχολυτικό. Επίσης συνιστούμε τη χρήση κολπικών υπόθετων ή λιπαντικού τζελ για την ατροφία (ξηρότητα) του κόλπου.

Γιατί παρατηρείται μια διχογνωμία γιατρών για το θέμα της ορμονικής υποκατάστασης; Κάποιοι λένε αμέσως «ναι» και κάποιοι άλλοι εμφανίζονται διστακτικοί.

Οι γιατροί τηρούν πλέον μια πιο επιφυλακτική στάση στο θέμα της χορήγησης ορμονών, λόγω της μικρής αύξησης καρκίνου του μαστού που έχει παρουσιαστεί σε γυναίκες που πήραν για μεγάλο χρονικό διάστημα οιστρογόνα. Πρέπει όμως να ξεκαθαρίσουμε το εξής: Δεν υπάρχει κανένας φόβος για χορήγηση οιστρογόνων μικρότερη των 4-5 χρόνων, με την προϋπόθεση βεβαίως ότι πριν από τη λήψη τους οι γυναίκες ελέγχονται λεπτομερώς ιατρικά. Μια κατηγορία γυναικών που δεν μπορεί να λάβει για μεγάλο χρονικό διάστημα ορμονική υποκατάσταση είναι οι καπνίστριες. Για να μπορέσει να βοηθηθεί αυτή η γυναίκα, εάν έχει έντονα κλιμακτηριακά συμπτώματα, πρέπει να σταματήσει το κάπνισμα.

Εκτός από τα συνθετικά οιστρογόνα υπάρχουν και τα φυτο-οιστρογόνα. Αυτά βοηθούν ή είναι απλά μια μόδα της εποχής;

Τα φυτο-οιστρογόνα είναι ουσίες φυτικής προέλευσης με ασθενείς ορμονικές δράσεις και οι κυριότερες πηγές είναι τα φασόλια σόγιας και οι γλυκοπατάτες. Δεν μπορούμε όμως ακόμα να μιλήσουμε με σιγουριά για το πόσο μπορούν να βοηθήσουν, γιατί δεν έχουμε στα χέρια μας σοβαρές μελέτες που να αποδεικνύουν την επίσημη βοήθειά τους στα προβλήματα της εμμηνόπαυσης. Υπάρχουν γυναίκες πάντως που τα λαμβάνουν και διαπιστώνουν αποτελεσματικότητα.

Ένα από τα σοβαρά προβλήματα που παρουσιάζεται στις εμμηνοπαυσιακές γυναίκες είναι και η οστεοπόρωση. Τι έχετε να μας πείτε γι’ αυτή την πάθηση;

Η οστεοπόρωση είναι μια προοδευτικά εξελισσόμενη πάθηση και αφορά το μεταβολισμό του ασβεστίου. Ελαττώνεται η οστική μάζα, με αποτέλεσμα τα οστά να γίνονται πιο αδύνατα, πιο εύθραυστα, και να αυξάνεται ο κίνδυνος κατάγματος. Πλήττει γυναίκες μετά την κλιμακτήριο, όταν δηλαδή εγκαθίσταται η εμμηνόπαυση, αφού λόγω της έλλειψης των οιστρογόνων η απώλεια της οστικής μάζας είναι μεγαλύτερη του φυσιολογικού.

Προκειμένου να βοηθήσουμε, σε περίπτωση οστεοπόρωσης, πρέπει να προλάβουμε την πάθηση στο αρχικό της στάδιο, που είναι το στάδιο της οστεοπενίας, όταν δηλαδή τα επίπεδα του ασβεστίου αρχίζουν να είναι χαμηλά. Σήμερα, ρευματολόγοι και ορθοπεδικοί έχουν στο οπλοστάσιό τους μια σειρά από φάρμακα και σύγχρονες θεραπευτικές μεθόδους για να βοηθήσουν τη γυναίκα, π.χ. τη χορήγηση συμπληρωμάτων ασβεστίου σε συνδυασμό με βιταμίνη D που παίζει μεγάλο ρόλο στην οστική σύνθεση.

Πώς μπορεί μια γυναίκα να δει εάν πάσχει από οστεοπόρωση ή από οστεοπενία;

Με τη μέτρηση της οστικής μάζας, μια ανώδυνη και απλή εξέταση.

Εκτός από τα συμπτώματα που αναφέραμε πιο πάνω και τα οποία η γυναίκα μπορεί να τα αντιληφθεί, γνωρίζουμε ότι υπάρχουν και κάποια άλλα τα οποία είναι αφανή, με αποτέλεσμα να θέτουν σε κίνδυνο ακόμα και τη ζωή της γυναίκας, εάν δεν διαγνωστούν έγκαιρα. Ποια είναι αυτά;

Οι βασικοί κίνδυνοι για την εμμηνοπαυσιακή γυναίκα είναι οι καρδιοπάθειες και ο καρκίνος. Η εμμηνόπαυση προκαλεί αύξηση των επιπέδων χοληστερόλης και γι’ αυτό –όπως έχουν δείξει οι μελέτες– οι γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση έχουν τις ίδιες περίπου πιθανότητες με τους άντρες στις καρδιοπάθειες, καθώς η λήψη των οιστρογόνων δεν βοηθά, όπως πιστεύαμε παλαιότερα. Όσο για τον καρκίνο, στατιστικά έχει βρεθεί ότι η πιθανότητα εμφάνισης αυξάνεται με την ηλικία. Στις εμμηνοπαυσιακές γυναίκες μάς αφορά περισσότερο ο καρκίνος του μαστού, του παχέος εντέρου, του δέρματος και των γυναικολογικών οργάνων. Για όλες αυτές τις περιπτώσεις επιβάλλεται η προληπτική ιατρική. Όσον αφορά τη δική μας ειδικότητα, η σύσταση είναι: πρώτη μαστογραφία στα 35, η επόμενη στα 40 και μετά κάθε χρόνο, ΠΑΠ τεστ κάθε 1-2 χρόνια μετά την εμμηνόπαυση και κολπικό υπερηχογράφημα κάθε χρόνο.

Ένα μεγάλο μέρος των προβληματικών συνεπειών της εμμηνόπαυσης αποτελούν τα ψυχολογικά προβλήματα των γυναικών σε αυτή τη δύσκολη περίοδο της ζωής τους. Πώς νομίζετε ότι πρέπει να τα αντιμετωπίσουν;

Η περιεμμηνόπαυση στην ηλικία των 45 με 50 χρονών είναι μια μεταβατική δύσκολη περίοδος για τη γυναίκα που συνοδεύεται με πλήθος συναισθηματικών και σωματικών αλλαγών. Σε αυτή τη χρονική περίοδο η γυναίκα έρχεται συνήθως αντιμέτωπη και με άλλα δυσάρεστα περιστατικά, όπως το θάνατο των γονιών, την απομάκρυνση των παιδιών από το σπίτι, τη συνταξιοδότηση, το συναίσθημα ότι πλησιάζει η γήρανση κ.ά. Επιβάλλεται λοιπόν να βοηθηθεί από ειδικούς, ώστε να περάσει ομαλά από το ένα στάδιο της ζωής της στο άλλο και να αντιμετωπίσει τη σοβαρή ψυχολογική επιβάρυνση που καμιά φορά φτάνει και στα όρια της κατάθλιψης. Ταυτόχρονα πρέπει να μάθει και σε έναν πιο υγιεινό τρόπο ζωής, ο οποίος να περιέχει σωματική άσκηση, σωστή διατροφή, ελάττωση του στρες, επαρκή ανάπαυση, σωστό ύπνο, διακοπή του καπνίσματος.

Πολλές είναι οι γυναίκες που πιστεύουν ότι μετά την εμμηνόπαυση τελειώνει και η σεξουαλική τους ζωή. Ποια είναι η γνώμη σας;

Δεν είναι έτσι. Αντίθετα υπάρχουν ζευγάρια που χαίρονται τον έρωτα πιο ελεύθερα και καλύτερα από πριν (όχι βέβαια με την ίδια συχνότητα). Δεν υπάρχει ο φόβος της σύλληψης, έχουν φύγει τα παιδιά από το σπίτι, το ζευγάρι είναι πιο ελεύθερο και αφιερώνει περισσότερες ώρες στον εαυτό του, με αποτέλεσμα να ζουν μια απόλυτα φυσιολογική σεξουαλική ζωή. Προϋπόθεση είναι βέβαια η γυναίκα να συνειδητοποιήσει ότι η διακοπή της εμμήνου ρύσης δεν σημαίνει ουσιαστικά τίποτα το τραγικό για την ίδια.

Ισχύει ότι εκτός απ’ όλα τα άλλα προβλήματα, οι γυναίκες σε αυτή τη φάση της ζωής τους έχουν να αντιμετωπίσουν και την εμφάνιση των περιττών κιλών;

Ναι, είναι αλήθεια. Στην κλιμακτήριο παρατηρείται αύξηση της περιμέτρου των γοφών, ενώ στην εμμηνόπαυση τα περιττά κιλά εμφανίζονται στην κοιλιά (επειδή το υποδόριο λίπος έχει οιστρογόνα). Αυτό οι γυναίκες πρέπει να το γνωρίζουν και να προσέξουν τη διατροφή τους, δίνοντας έμφαση στα φρέσκα φρούτα και στα λαχανικά και στα τρόφιμα που είναι πλούσια σε ασβέστιο. Καλό είναι να προτιμούν τα φυτικά έλαια, λιπαρά ψάρια, καρύδια, ψωμί, ζυμαρικά και ρύζι ολικής αλέσεως. Επίσης πρέπει να καταναλώνουν μεγάλη ποσότητα νερού (6-8 ποτήρια την ημέρα) και να λαμβάνουν συμπληρώματα ασβεστίου. Τέλος, πρέπει να περιορίσουν τα λιπαρά.

Οι περισσότερες γυναίκες πιστεύουν ότι μετά την εμμηνόπαυση θα είναι διαφορετικές. Φοβούνται ότι θα έχει αλλάξει όλη τους η ζωή. Τι έχετε να τους πείτε;

Ζούμε στον 21ο αιώνα. Ο άντρας και η γυναίκα των 50 χρόνων είναι δραστήριοι, ολοζώντανοι και, εάν δεν τους ταλαιπωρούν κάποιες χρόνιες ενοχλητικές παθήσεις, βιώνουν τη ζωή τους θα έλεγα «σαν» πολύ νεότεροι. Οφείλουμε να υπερασπιστούμε τη γυναίκα και εκείνη να υπερασπιστεί τη ζωή της, την καθημερινότητά της μετά τα 50 με σοφία, μέθοδο και μικρή ιατρική βοήθεια. Ας μην ξεχνάμε ότι η βελτίωση των συνθηκών ζωής και η επιστήμη έχουν οδηγήσει σε αύξηση του μέσου όρου ζωής και των γυναικών και των αντρών, άρα ζητούμενο είναι να κάνουμε τη ζωή μας πιο ποιοτική. Αρκεί και εμείς οι ίδιοι –και αναφερόμαστε βέβαια ιδιαίτερα στις γυναίκες– να το πιστέψουμε.



Παθήσεις του θυρεοειδούς αδένα

 


Τι είναι ο θυρεοειδής αδένας;

Είναι ένας ενδοκρινής αδένας ο οποίος παράγει τις ορμόνες Τ3 και Τ4 και έχει σχέση με την ανάπτυξη και το μεταβολισμό του οργανισμού. Βρίσκεται μπροστά στο λαιμό, στον τράχηλο, κάτω από το ύψος του κρικοειδούς χόνδρου και έχει σχήμα θυρεού ή πεταλούδας. Είναι από τους πιο σημαντικούς, αν όχι ο πιο σημαντικός αδένας του οργανισμού μας. Με τη δράση των ορμονών του, ο θυρεοειδής αδένας ελέγχει με τη σειρά του κάποιους άλλους ενδοκρινείς αδένες, επηρεάζει τη λειτουργία τους και κατ’ επέκταση έχει συμμετοχή και σε άλλα προβλήματα του οργανισμού.



Λοιμώξεις του αναπνευστικού: το πρόβλημα και η θεραπεία

Τι εννοούμε όταν λέμε λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος;

Καταρχήν το αναπνευστικό σύστημα χωρίζεται σε ανώτερο και κατώτερο. Όταν μιλάμε, λοιπόν, για λοίμωξη, εννοούμε ότι ένας μικροοργανισμός (ιός ή βακτηρίδιο) έχει προσβάλει το ανώτερο ή κατώτερο αναπνευστικό σύστημα. Έχει βρει δηλαδή ένα τρόπο να διεισδύσει μέσα σε αυτό, να οδηγηθεί σ’ ένα κύκλο ανάπτυξης και να πολλαπλασιαστεί, με αποτέλεσμα ο άνθρωπος να εκδηλώνει συμπτώματα όπως βήχα, συνάχι, κακουχία, απόχρεμψη, ίσως και πυρετό, όλα αυτά που ο κόσμος συνήθως αποκαλεί κρυολόγημα.

Δηλαδή οι λοιμώξεις αυτές διαχωρίζονται σε λοιμώξεις ανώτερου και κατώτερου αναπνευστικού;

Ο χωρισμός σε ανώτερο και κατώτερο αναπνευστικό υποδηλώνει ανατομικό χωρισμό. Όταν αναφερόμαστε στο ανώτερο αναπνευστικό, εννοούμε τη δίοδο που αποτελείται από τη μύτη, το στόμα, το φάρυγγα, τα ιγμόρεια, το λάρυγγα. Από κει και μετά ξεκινάει η τραχεία, ένας σωλήνας που διακλαδίζεται σε πάρα πολλά κλαδιά, τα οποία οδηγούν τον αέρα στα πιο απομακρυσμένα σημεία του πνεύμονα και εκεί πλέον γίνεται η ανταλλαγή των αερίων. Από το λάρυγγα και κάτω βρίσκεται το κατώτερο αναπνευστικό. Όταν αναφερόμαστε λοιπόν σε λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού, συνήθως πρόκειται για το κοινό κρυολόγημα, το οποίο συμβαίνει κατά τη διάρκεια των χειμερινών μηνών και προκαλεί ορισμένα συμπτώματα: καταρροή από τη μύτη, λίγο βήχα, ίσως λαρυγγίτιδα, φαρυγγίτιδα, όπως και ιγμορίτιδα. Όταν μιλάμε για λοιμώξεις του κατώτερου αναπνευστικού, αναφερόμαστε στη βρογχίτιδα και την πνευμονία.

Μπορούμε να χαρακτηρίσουμε τις λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού πιο ήπιες από εκείνες του κατώτερου;

Συνήθως ναι, γιατί στο κατώτερο αναπνευστικό, όπως είπαμε, περιλαμβάνονται η βρογχίτιδα και η πνευμονία. Η βρογχίτιδα, βέβαια, τις περισσότερες φορές δεν είναι κάτι το σοβαρό, είναι μια πάθηση που παρουσιάζεται σε οποιοδήποτε άνθρωπο ανεξαρτήτως ηλικίας, πλήττει περισσότερο τους καπνιστές και μπορεί να είναι μέρος του κύκλου που θα κάνει ο ιός μέσα στο σώμα του ή και μια εξέλιξη του κοινού κρυολογήματος.

Και η πνευμονία πώς εμφανίζεται;

Η πνευμονία δεν είναι απλή και εύκολη υπόθεση. Μπορεί να εξελιχθεί σε σοβαρή κατάσταση και να χρειαστεί νοσηλεία του ασθενούς σε νοσοκομείο. Κάποιες φορές, μάλιστα, μπορεί να παρουσιαστούν και επιπλοκές, που ίσως θέσουν σε κίνδυνο τη ζωή ενός ανθρώπου. Πρέπει όμως να επισημάνουμε ότι υπάρχουν λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού, όπως η αμυγδαλίτιδα ή η φαρυγγίτιδα, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε επιπλοκές και κινδύνους, λόγω της εισόδου στο αναπνευστικό σύστημα ενός μικροβίου που λέγεται στρεπτόκοκκος.

Το πρόβλημα ξεκινάει από τα όργανα του ανώτερου αναπνευστικού αλλά στη συνέχεια μπορεί να δημιουργήσει επιπλοκές αλλού, όπως στις βαλβίδες της καρδιάς, στην ίδια την καρδιά, στις αρθρώσεις, στα νεφρά. Έτσι, μπορεί να έρθουμε αντιμέτωποι με ενδοκαρδίτιδα, βαλβιδοπάθειες, ρευματικό πυρετό κ.ά. Ο γιατρός μπορεί να ξεχωρίσει από την κλινική εξέταση και με απλά εργαστηριακά μέσα ποιες λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού μπορεί να εμφανίσουν επιπλοκές, γι’ αυτό και πρέπει να τον συμβουλευόμαστε, ιδίως όταν πρόκειται για παιδιά.

Οι καπνιστές είναι πιο ευάλωτοι στις λοιμώξεις του αναπνευστικού;

Η πλειοψηφία των καπνιστών γνωρίζει ότι το τσιγάρο είναι επικίνδυνο, παρ’ όλα αυτά συνεχίζει να καπνίζει. Αυτό που δεν ξέρουν είναι το πόσο επικίνδυνο είναι. Δεν γνωρίζουν το βαθμό της επικινδυνότητας. Οι στατιστικές αναφέρουν ότι ένας καπνιστής θα χάσει εννέα χρόνια από τη ζωή του και θα μπορούσε κανείς να το θεωρήσει μικρό ρίσκο εάν ζούσαμε χίλια χρόνια, αλλά δυστυχώς ζούμε 75 χρόνια κατά μέσο όρο. Πρέπει λοιπόν να γνωρίζουν οι καπνιστές ότι, εκτός από όλα τα άλλα δεινά που υφίστανται καπνίζοντας, είναι πολύ περισσότερο ευάλωτοι από τον υπόλοιπο πληθυσμό στο να προσβάλλονται από ιογενείς ιώσεις. Αυτό σημαίνει ότι, αν ένας άνθρωπος αρρωσταίνει μία φορά το χρόνο ή μία φορά τα δύο χρόνια, οι καπνιστές από στατιστικές που έχουν γίνει φαίνεται ότι αρρωσταίνουν πολύ πιο συχνά, όπως επίσης πιο συχνά παρουσιάζουν επιπλοκές (βρογχίτιδα, πνευμονία κ.ά.). Ακόμα, εάν ο καπνιστής κρυολογήσει, καθυστερεί πολύ περισσότερο από το μη καπνιστή να συνέλθει και να ξεπεράσει το πρόβλημα.

Είπαμε ότι οι λοιμώξεις που πλήττουν το αναπνευστικό σύστημα άλλες φορές οφείλονται σε ιούς και άλλες φορές σε μικρόβια. Ποια λοιπόν η διαφορά μεταξύ δύο τέτοιων λοιμώξεων;

Οι μικροοργανισμοί που αποκαλούνται ιοί έχουν διαφορετική δομή και λειτουργία απ’ ό,τι τα κοινά μικρόβια. Συνήθως είναι πολύ μικρότεροι σε μέγεθος, δεν έχουν κάποιο περίβλημα και το βασικό τους χαρακτηριστικό είναι ότι αναπτύσσονται ενδοκυττάρια και όχι αυτόνομα όπως αναπτύσσονται τα βακτηρίδια. Οι ιοί λοιπόν είναι μικροοργανισμοί που τις περισσότερες φορές, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με αντιβιοτικά. Αντίθετα υπάρχουν φάρμακα που καταπολεμούν τα μικρόβια. Έτσι, λοιπόν, ο ασθενής είναι υποχρεωμένος, στην περίπτωση που η λοίμωξη είναι ιογενής, να περιμένει ο ιός να κάνει τον κύκλο του στον οργανισμό μέχρι το ανοσοποιητικό του σύστημα να καταφέρει να τον εξαλείψει. Βέβαια μπορεί να χρειαστεί να πάρει συμπτωματική αγωγή, όπως, π.χ., αποσυμφορητικά ή αντιπυρετικά. Όταν όμως ένα μικρόβιο εισβάλει στον οργανισμό, τότε διατίθενται μια πλειάδα αντιβιοτικών φαρμάκων, τα οποία μπορούν να το καταστρέψουν και να διευκολύνουν το ανοσοποιητικό σύστημα να εξαλείψει τον εισβολέα από το σώμα του.

Η διαφορά λοιπόν είναι περισσότερο πρακτική: Οι λοιμώξεις που οφείλονται σε ιούς δεν αντιμετωπίζονται με φαρμακευτική αγωγή, ενώ αυτές που εκδηλώνονται εξαιτίας μικροβίων μπορούν να καταπολεμηθούν με πλειάδα φαρμάκων.

Παρατηρείται αύξηση των λοιμώξεων κάποια συγκεκριμένη εποχή του χρόνου;

Συνήθως παρουσιάζουν έξαρση όταν κρυώνει ο καιρός και γι’ αυτό αποκαλούνται και κρυολογήματα. Τέλος φθινοπώρου και αρχές χειμώνα παρατηρείται αύξηση των ιώσεων και γενικά των λοιμώξεων. Ο λόγος που συμβαίνει αυτό δεν είναι το ίδιο το κρύο, είναι το γεγονός ότι, όταν κάνει κρύο, μένουμε στο σπίτι, κλείνουμε πόρτες και παράθυρα, μαζευόμαστε σε κλειστούς χώρους, γεγονός που διευκολύνει υπέρμετρα τη μετάδοση των μικροοργανισμών. Το ίδιο μπορεί όμως να συμβεί και το καλοκαίρι εάν συγκεντρωθεί πολύς κόσμος σ’ ένα κλειστό χώρο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η κατάταξη στο στρατό. Εάν τον Ιούνιο συγκεντρωθούν 1.000 άτομα σε θαλάμους 300 ατόμων, παρότι είναι καλοκαίρι ξεσπούν επιδημίες με ιογενείς λοιμώξεις.

Πώς μεταδίδονται αυτές οι λοιμώξεις;

Η μετάδοση των ιογενών λοιμώξεων, που απασχολούν και τον περισσότερο κόσμο, γίνεται συνήθως από άνθρωπο σε άνθρωπο, είτε μέσω του αέρα, δηλαδή αν κάποιος εισπνεύσει τα σταγονίδια που φέρουν μέσα τον ιό, είτε μέσω της επαφής. Εάν δηλαδή κάποιος πιάσει κάτι που πριν το είχε ακουμπήσει ένας άλλος που είχε τον ιό και στη συνέχεια βάλει το χέρι στο πρόσωπό του και έρθει σε επαφή με βλεννογόνους (χείλια, μάτια, κτλ.) τότε ο ιός θα περάσει μέσα στο σώμα του. Επίσης ένας συχνός τρόπος μετάδοσης είναι το φιλί.

Υπάρχει πρόληψη;

Η πρόληψη είναι σαφής. Ένας βασικός τρόπος για να μη νοσήσει κάποιος από τέτοιες λοιμώξεις είναι να αποφεύγει να βρίσκεται σε πολυσύχναστους χώρους. Εάν δηλαδή μοιραζόμαστε τον αέρα με πολύ κόσμο, τόσο περισσότερο κινδυνεύουμε να κολλήσουμε ιογενείς λοιμώξεις μέσω του αέρα, όπως, π.χ., σε μια αίθουσα κινηματογράφου, σε μια συναυλία, σε μια δεξίωση. Υπέρμετρα κινδυνεύουμε σε πολύ μικρούς χώρους, με πολύ μικρό όγκο αέρα, όπως το αυτοκίνητο, το ταξί ακόμα και το αεροπλάνο. Επίσης ένας άλλος τρόπος πρόληψης είναι το πολύ καλό πλύσιμο χεριών και η προσοχή στα φιλιά, που είναι μια συνηθισμένη κοινωνική εκδήλωση, η οποία όμως κρύβει πολλούς κινδύνους για να κολλήσουμε ιογενείς λοιμώξεις.

Ο εμβολιασμός δεν είναι μέτρο πρόληψης;

Ο εμβολιασμός είναι ένας πολύ χρήσιμος τρόπος πρόληψης αλλά θα πρέπει κανείς να ξέρει τους περιορισμούς του. Το εμβόλιο που κάνουμε είναι αποκλειστικά για τη γρίπη. Σε τίποτα δεν μας βοηθά να μην κολλήσουμε τους κοινούς ιούς που μας προκαλούν τα κρυολογήματα, τις φαρυγγίτιδες, τις ιγμορίτιδες, τη λαρυγγίτιδα, τη βρογχίτιδα. Πολλές φορές θα ακούσουμε ανθρώπους να λένε ότι «φέτος δεν κρυολόγησα γιατί έκανα το εμβόλιο της γρίπης». Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει γιατί τα κρυολογήματα, για τα οποία συζητάμε, που οφείλονται σε κοινούς ιούς, δεν οφείλονται στον ιό της γρίπης.

Εξηγήστε μας λίγο τι είναι η γρίπη.

Η γρίπη είναι μια σοβαρή γενικευμένη λοίμωξη του οργανισμού, δεν έχει σχέση με τις κοινές ιογενείς λοιμώξεις και βάζει σε αρκετά μεγάλο στρες και περιπέτεια τον οργανισμό. Οφείλεται στον ιό της γρίπης, ο οποίος μεταλλάσσεται χρόνο με το χρόνο, αλλάζει δυνατότητες και ξεφεύγει από το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού και από τα εμβόλια που υπάρχουν. Για το λόγο αυτό, είμαστε υποχρεωμένοι να αλλάζουμε χρόνο με το χρόνο τα εμβόλια.

Η γρίπη συνήθως εμφανίζεται με πολύ υψηλό πυρετό, με έντονη κακουχία, με πόνους στα κόκαλα, στις αρθρώσεις, στους μύες. Η πιο συχνή επιπλοκή της είναι η πνευμονία.

Η πνευμονία γρίπης είναι μια πολύ δύσκολη κατάσταση, την οποία δεν μπορούμε να την αντιμετωπίσουμε εύκολα. Υπάρχουν κάποια αντιικά φάρμακα αλλά δεν είναι το ίδιο αποτελεσματικά με τα αντιμικροβιακά, τα αντιβιοτικά φάρμακα δηλαδή. Εφόσον δεν υπάρχουν επιπλοκές, η γρίπη κρατάει από δύο μέρες έως μία εβδομάδα.

Υπάρχουν ομάδες πληθυσμού που κινδυνεύουν περισσότερο τόσο από τις ιογενείς λοιμώξεις όσο και από τη γρίπη;

Στην πραγματικότητα αυτό είναι η καρδιά του προβλήματος. Υπάρχουν οι ευπαθείς ομάδες πληθυσμού. Δηλαδή οι άνθρωποι άνω των 65 ετών, αυτοί που έχουν καρδιολογικά και αναπνευστικά προβλήματα, σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική ανεπάρκεια και βεβαίως τα παιδιά, τα οποία πλέον πηγαίνουν πολύ νωρίς στους παιδικούς σταθμούς και υπόκεινται στον κίνδυνο των ιογενών λοιμώξεων. Ο γιατρός και ο φαρμακοποιός πρέπει να εξηγεί σε άτομα που ανήκουν σε αυτές τις ομάδες τι να αποφεύγουν και τι να προσέχουν (κλειστούς, πολυσύχναστους χώρους, επαφή με άλλους ανθρώπους κ.ά.).

Όσον αφορά τον ιό της γρίπης, εάν τον κολλήσει ένα άτομο υγιές και κάτω των 65 ετών, θα ταλαιπωρηθεί, αλλά θα το ξεπεράσει. Το πρόβλημα εντοπίζεται στα άτομα που ανήκουν στις πληθυσμιακές ομάδες που αναφέραμε πιο πάνω, και ιδιαίτερα στα παιδιά, των οποίων το ανοσοποιητικό σύστημα δεν έχει ολοκληρώσει τη δυνατότητα να αντιδρά σωστά, με αποτέλεσμα να είναι πιο ευάλωτα στις επιπλοκές της γρίπης. Μπορούν, για παράδειγμα, να κάνουν μια ιογενή εγκεφαλίτιδα ή μια ιογενή μηνιγγίτιδα, επιπλοκές που μπορεί να θέσουν σε κίνδυνο τη ζωή τους. Είναι βέβαια σπάνια περιστατικά, απλά τα αναφέρουμε γιατί, έστω και σπάνια, συμβαίνουν.

Σ’ αυτές τις ομάδες του πληθυσμού εσείς προτείνετε τον εμβολιασμό ως μέσο πρόληψης των λοιμώξεων;

Ναι, άτομα που ανήκουν στις συγκεκριμένες ομάδες επιβάλλεται να εμβολιάζονται. Εκτός όμως από αυτά και κάποιος άλλος που δεν ανήκει σε αυτές τις ομάδες και είναι υγιής και νέος αλλά διατρέχει άμεσο κίνδυνο να κολλήσει γρίπη, η οδηγία είναι να υποστεί τον εμβολιασμό. Ένας εργαζόμενος, για παράδειγμα, σε νοσοκομείο εκτίθεται πολύ περισσότερο σε κίνδυνο γρίπης από οποιονδήποτε άλλον, αυτός λοιπόν καλό είναι να εμβολιαστεί, όπως και άνθρωποι που βρίσκονται σε στρατώνες, σε οίκους ευγηρίας, σε ιδρύματα. Σε αυτούς τους χώρους ξεσπούν πιο εύκολα τοπικές επιδημίες και γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή.

Όταν λέμε επιδημία γρίπης τι εννοούμε;

Συνήθως εμφανίζεται τους χειμερινούς μήνες, αλλά όπως συμβαίνει με τη φωτιά που από ένα σημείο και μετά γίνεται ανεξέλεγκτη, έτσι και μια επιδημία μπορεί να γίνει ανεξέλεγκτη όταν αρχίσει μεγάλο μέρος του πληθυσμού να νοσεί από αυτή την ίωση. Η μετάδοση γίνεται πολύ πιο εύκολα και δεν μπορεί να περιοριστεί. Και δεν πρέπει να θεωρούμε ότι και το εμβόλιο είναι πανάκεια. Δεν μας προστατεύει εκατό τοις εκατό και, από την άλλη, όταν ξεσπάει μια επιδημία γρίπης, μας βρίσκει απροετοίμαστους, είτε γιατί δεν έχουν γίνει εμβολιασμοί ή γιατί είναι τόσο μεγάλη η ζήτηση του εμβολίου που μπορεί οι ενδιαφερόμενοι να μην το βρίσκουν.

Ποια είναι η θεραπεία των λοιμώξεων;

Όπως προαναφέραμε οι περισσότερες λοιμώξεις είναι ιογενούς αιτιολογίας, άρα σε αυτές τις περιπτώσεις ή στην πλειονότητά τους δεν έχει θέση η χρήση των αντιβιοτικών. Το σωστό είναι τα άτομα που ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες, εάν προσβληθούν από μια τέτοια ίωση, να συμβουλευτούν οπωσδήποτε το γιατρό τους και να αποφασίσει αυτός εάν και τι είδους θεραπεία θα ακολουθήσουν. Βέβαια υπάρχουν και κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις όπου αναγκαστικά πρέπει να δοθεί αντιβίωση. Όπως, για παράδειγμα, η στρεπτοκοκκική φαρυγγίτιδα που παρουσιάζει επιπλοκές. Σ’ αυτή την περίπτωση ο ασθενής, και ειδικά αν αυτός είναι παιδί, επιβάλλεται να λάβει αντιβίωση. Πολλές φορές, για να αποφύγουμε τις επιπλοκές κάποιας στρεπτοκοκκικής λοίμωξης, ο παιδίατρος πρέπει να ελέγχει το φάρυγγα των παιδιών, να παίρνει επίχρισμα και να κάνει το strept-test για να αποφασίσει τι είδους αντιβίωση θα τους δώσει.

Στην Ελλάδα παρατηρούμε πολύ συχνά το φαινόμενο άνθρωποι να πηγαίνουν μόνοι τους στο φαρμακείο και να ζητούν αντιβίωση χωρίς να συμβουλεύονται πριν το γιατρό τους. Τι έχετε να πείτε γι’ αυτό;

Αν αυτός που έχει την ιογενή λοίμωξη συμβουλευόταν πριν το γιατρό του προφανώς δεν θα του έδινε αντιβίωση. Αντίθετα, θα έδινε αντιβίωση σε άτομα που ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες γιατί πολλές φορές μια ιογενής λοίμωξη εξελίσσεται σε μικροβιακή. Υπάρχουν τέτοιες περιπτώσεις όπως, π.χ., αυτοί που είναι καπνιστές και έχουν χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια. Αυτοί πολλές φορές ξεκινούν με μια ιογενή λοίμωξη και προχωρούν σε μια μικροβιακή που τους δημιουργεί μια παρόξυνση. Αυτό μπορούμε να το αποφύγουμε και σε αυτή την περίπτωση μπορούμε να δώσουμε αντιβίωση. Δυστυχώς όμως ο πολύς κόσμος δεν συμβουλεύεται το γιατρό και πιστεύει ότι παίρνοντας αντιβιοτικά είναι εξασφαλισμένος, οι εννέα στους δέκα όμως κάνουν στον οργανισμό τους διπλό κακό. Το ένα είναι ότι παίρνει ένα φάρμακο που δεν το χρειάζεται, είναι άχρηστο για τον οργανισμό του και το άλλο είναι ότι χρησιμοποιώντας αλόγιστα αντιβιοτικά βοηθάμε πολύ στο να δημιουργούνται ανθεκτικά μικρόβια και σε λίγο καιρό πολλά από τα αντιβιοτικά που χρησιμοποιούμε θα είναι άχρηστα.

Τι συμβαίνει και η Ελλάδα είναι η πρώτη χώρα στην Ευρώπη στη χρήση αντιβιοτικών;

Πολύ ωραία ερώτηση αλλά, αν μου απαντήσετε γιατί καπνίζουμε πιο πολύ από όλο τον υπόλοιπο κόσμο, ίσως με βοηθούσατε να σας απαντήσω. Ειλικρινά μου είναι δύσκολο να απαντήσω σε αυτή την ερώτηση. Πιστεύω ότι πρόκειται για ένα συνδυασμό, αφενός μεν χαρακτηριστικών μας, όπως υπεραισιοδοξίας, προσωπικών απόψεων που τις βάζουμε μπροστά χωρίς να ακούμε τους άλλους, αλλά και της ανοργάνωτης κοινωνίας στην οποία ζούμε.

Οπότε λέμε ναι στη σωστή χρήση των αντιβιοτικών.

Βεβαίως και φυσικά όχι στην αλόγιστη. Τα αντιβιοτικά έχουν αλλάξει την παγκόσμια κατάσταση υγείας. Η χρήση τους από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά έχει πραγματικά κάνει μια επαναστατική αλλαγή στη δυνατότητα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε τις λοιμώξεις. Η αλόγιστη χρήση τους όμως κρύβει πολλούς κινδύνους και μελλοντικά καταστρέφει φάρμακα τα οποία θα μπορούσαν να ήταν σωτήρια.




Θεραπευτικές επιλογές στην ΣΚΠ

Παρακάτω αναφέρονται κλινικές κατευθηντήριες γραμμές για την αντιμετώπιση της σκλήρυνσης κατά πλάκας που έχουν εκδοθεί από το NICE ( National Institute of Clinical Excellence ) και το NCC CC ( National Collaborating Centre for Chronic Conditions )στο Ηνωμένο Βασίλειο καθώς και της Αμερικανικής Ακαδημίας Νευρολογίας (American Academy of Neurology). Οι αριθμοί ή τα γράμματα που παρατίθενται δίπλα από κάθε παράγραφο επεξηγούνται στο τέλος της σελίδας και αφορούν την ιεράρχηση και αξία των επιστημονικών δεδομένων που υποστηρίζουν τις αντίστοιχες οδηγίες. Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι τα παρακάτω αποτελούν απόδοση των κειμένων από το πρωτότυπο αγγλικό κείμενο και αντικατοπτρίζει τις απόψεις των οργανισμών και των ιδρυμάτων από τα οποία εκπορεύονται. Το τμήμα μας δεν ενστερνίζεται κατ'ανάγκη τις απόψεις τους, αλλά τις παραθέτει για την πληρέστερη ενημέρωση των επισκεπτών μας.

Κλινικές Κατευθυντήριες Γραμμές που εκδόθηκαν από το NICE ( National Institute of Clinical Excellence ) και το NCC CC ( National Collaborating Centre for Chronic Conditions ) για το NHS ( National Health Service ) του Ηνωμένου Βασιλείου (2004).

Οπτική νευρίτιδα
Κάθε ασθενής που εμφανίζει οξεία μείωση στην οπτική οξύτητα, με ή χωρίς συνοδό άλγος, πρέπει να εξετάζεται από έναν οφθαλμίατρο για διαγνωστικούς λόγους. D Στην περίπτωση που επιβεβαιώνεται η διάγνωση της οπτικής νευρίτιδας οφειλόμενη ενδεχομένως σε ΣΚΠ, χωρίς να ανευρίσκεται άλλη αιτία, ο οφθαλμίατρος οφείλει να συζητήσει την ενδεχόμενη διάγνωση με τον ασθενή και να τον παραπέμψει σε νευρολόγο. D

Η θεραπεία της ώσης
Κάθε ασθενής που εμφανίζει νέα υποτροπή (συμπεριλαμβανομένης και της οπτικής νευρίτιδας), τέτοιας βαρύτητας ώστε να προκαλεί επαρκώς ενοχλητικά συμπτώματα ή περιορισμό των δραστηριοτήτων, δικαιούται να λάβει υψηλή δόση κορτικοστεροειδών. Το σχήμα πρέπει να αρχίζει όσο το δυνατόν συντομότερα μετά την έναρξη της υποτροπής και είναι ένα από τα ακόλουθα:
1. Ενδοφλέβια μεθυλπρεδνιζολόνη , 500 mg -1 gr ημερησίως, για 3 έως 5 ημέρες. Α ή 2. Υψηλή δόση μεθυλπρεδνιζολόνης από το στόμα , 500 mg -2 gr ημερησίως, για 3 έως 5 ημέρες. Α
Ο ασθενής πρέπει να ενημερώνεται για τους κινδύνους και τα οφέλη από τη λήψη κορτικοστεροειδών. D
Συχνά (άνω των τριών ανά έτος) ή μακράς διάρκεια (άνω των τριών εβδομάδων) σχήματα κορτικοστεροειδών πρέπει να αποφεύγονται. D
Άλλα φάρμακα για την αντιμετώπιση των υποτροπών δεν πρέπει να χορηγούνται, εκτός αν αποτελούν τμήμα επίσημου ερευνητικού πρωτοκόλλου. D

Κριτήρια χορήγησης ιντερφερόνης-β και glatiramer acetate σε ασθενείς με ΣΚΠ
1. Ασθενείς με διαλείπουσα ΣΚΠ έχουν ένδειξη για χορήγηση ιντερφερόνης β ( Betaferon , Rebif ή Avonex ) αν πληρούν τις παρακάτω προϋποθέσεις:
• Μπορούν να περπατήσουν τουλάχιστον 100 μέτρα χωρίς υποστήριξη
• Έχουν ιστορικό τουλάχιστον 2 κλινικά σημαντικών υποτροπών τα τελευταία 2 έτη
• Έχουν ηλικία άνω των 18 ετών
• Δεν υπάρχουν συγκεκριμένες αντενδείξεις για το φάρμακο

2. Ασθενείς με διαλείπουσα ΣΚΠ έχουν ένδειξη για χορήγηση glatiramer acetate ( Copaxone ) αν πληρούν τις παρακάτω προϋποθέσεις:
• Μπορούν να περπατήσουν τουλάχιστον 100 μέτρα χωρίς υποστήριξη
• Έχουν ιστορικό τουλάχιστον 2 κλινικά σημαντικών υποτροπών τα τελευταία 2 έτη
• Έχουν ηλικία άνω των 18 ετών
• Δεν υπάρχουν συγκεκριμένες αντενδείξεις για το φάρμακο

3. Ασθενείς με δευτεροπαθώς προϊούσα ΣΚΠ έχουν ένδειξη για χορήγηση ιντερφερόνης β ( Betaferon ) αν πληρούν τις παρακάτω προϋποθέσεις:
• Μπορούν να περπατήσουν τουλάχιστον 10 μέτρα με ή χωρίς υποστήριξη
• Έχουν ιστορικό τουλάχιστον 2 κλινικά σημαντικών υποτροπών τα τελευταία 2 έτη
• Έχουν ηλικία άνω των 18 ετών
• Δεν υπάρχουν συγκεκριμένες αντενδείξεις για το φάρμακο

4. Ασθενείς με ΣΚΠ που λαμβάνουν ιντερφερόνη β πρέπει να έχουν ενημερωθεί και συμφωνήσει με τα ακόλουθα κριτήρια διακοπής , πριν την έναρξη της θεραπείας:
• Μη ανεκτές παρενέργειες
• Εγκυμοσύνη ή προσπάθεια εγκυμοσύνης
• Εμφάνιση 2 υποτροπών με σημαντικό κλινικό έλλειμμα μέσα σε διάστημα 12 μηνών
• Προϊούσα πορεία με αντικειμενικοποιήσιμη αύξηση της αναπηρίας σε διάστημα 6 μηνών
• Απώλεια ικανότητας βάδισης με ή χωρίς υποστήριξη που εμμένει για διάστημα μεγαλύτερο των 6 μηνών

5. Ασθενείς με ΣΚΠ που λαμβάνουν glatiramer acetate πρέπει να έχουν ενημερωθεί και συμφωνήσει με τα ακόλουθα κριτήρια διακοπής , πριν την έναρξη της θεραπείας: • Μη ανεκτές παρενέργειες
• Εγκυμοσύνη ή προσπάθεια εγκυμοσύνης
• Εμφάνιση 2 υποτροπών με σημαντικό κλινικό έλλειμμα μέσα σε διάστημα 12 μηνών • Εμφάνιση δευτεροπαθώς προϊούσας ΣΚΠ
• Απώλεια ικανότητας βάδισης με ή χωρίς υποστήριξη που εμμένει για διάστημα μεγαλύτερο των 6 μηνών

Κριτήρια χορήγησης άλλων νοσοτροποποιητικών θεραπειών
Οι ασθενείς με ΣΚΠ πρέπει να ενημερώνονται ότι η λήψη 17-23 gr λινολεϊκού οξέος ενδεχομένως επιβραδύνει την εξέλιξη της αναπηρίας. Φαγητά πλούσια στο λινολεϊκό οξύ είναι μεταξύ άλλων το αλεύρι, το καλαμπόκι και η σόγια. Α
Οι παρακάτω θεραπείες δεν πρέπει να χορηγούνται παρά μόνο υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις: μετά από λεπτομερή συζήτηση και ανάλυση των κινδύνων με τον ασθενή, στα πλαίσια επίσημης αξιολόγησης ή καλύτερα κάποιας τυχαιοποιημένης ή άλλης προοπτικής μελέτης, από εξειδικευμένους ιατρούς στη χρήση αυτών των σκευασμάτων στη ΣΚΠ με στενή παρακολούθηση των παρενεργειών. D

Οι θεραπείες είναι:
• Αζαθειοπρίνη Α
• Μιτοξανδρόνη Α
• Ενδοφλέβια γ-σφαιρίνη Α
• Πλασμαφαίρεση Α
• Διαλείποντα (ανά 4μηνο) βραχέα (μίας έως 9 ημερών) σχήματα υψηλής δόσης μεθυλπρεδνιζολόνης Α

Οι παρακάτω θεραπείες δεν πρέπει να χορηγούνται:
• Κυκλοφωσφαμίδη Α
• Αντιιοικά φάρμακα Α
• Κλαδριβίνη Α
• Μακροπρόθεσμη θεραπεία με κορτικοστεροειδή Α
• Υπερβαρικό οξυγόνο Α
• Λινομίδη Α
• Ολοσωματική ακτινοβολία Α
• Βασική πρωτεΐνη της μυελίνης Α

ΣΚΠ και ανοσοποίηση
Όλοι οι ασθενείς με ΣΚΠ πρέπει να λαμβάνουν αντιγριπικό εμβόλιο. C
Όλοι οι ασθενείς με ΣΚΠ μπορούν να λάβουν οποιοδήποτε άλλο εμβόλιο, με συνοδό πληροφόρηση περί της μη επιβεβαίωσης αυξημένου κινδύνου πρόκλησης υποτροπής. C

Κλινικές Κατευθυντήριες Γραμμές της Αμερικανικής Ακαδημίας Νευρολογίας για την αντιμετώπιση της σκλήρυνσης κατά πλάκας

Οπτική νευρίτιδα (AAN Practice Parameters, 2000)
Η από του στόματος χορήγηση πρεδνιζόνης σε δόσεις 1 mg / kg ημερησίως είναι αναποτελεσματική ως προς την αποκατάσταση της όρασης στην οξεία μονοσυμπτωματική οπτική νευρίτιδα και κατ' επέκταση δεν έχει θέσει στη θεραπεία αυτής της πάθησης. Καθιερωμένη γνώση ( Standard )

Υψηλές δόσεις ενδοφλέβιας ή από του στόματος μεθυλπρεδνιζολόνης ή ACTH πιθανώς επιταχύνουν την αποκατάσταση της όρασης σε ασθενείς με οξεία μονοσυμπτωματική οπτική νευρίτιδα. Δεν υπάρχει όμως μακροπρόθεσμο κέρδος όσο αφορά στο βαθμό του οπτικού ελλείμματος. Η απόφαση λοιπόν χορήγησης των παραπάνω θεραπειών πρέπει να βασίζεται σε άλλους παράγοντες όπως η ποιότητα ζωής, η οπτική οξύτητα του ετερόπλευρου οφθαλμού και ο κίνδυνος παρενεργειών για τον εκάστοτε ασθενή. Σύσταση ( Guideline )

Η θεραπεία της ώσης ( AAN Report , 2001)

Τα κορτικοστεροειδή ωφελούν βραχυπρόθεσμα ως προς την ταχύτητα λειτουργικής αποκατάστασης μετά από υποτροπή της ΣΚΠ. Κάθε ασθενής με υποτροπή της νόσου είναι, κατ' επέκταση υποψήφιος για θεραπεία. Α
Δεν φαίνεται να υπάρχει μακροπρόθεσμο όφελος από την βραχυπρόθεσμη θεραπεία της ώσης. Β
Ο τρόπος χορήγησης, ο τύπος του γλυκοκορτικοειδούς και η δοσολογία (πάντα στα πλαίσια των δόσεων που έχουν διερευνηθεί) δεν φαίνεται να επηρεάζουν το αποτέλεσμα. C
Περιοδική χορήγηση ώσεων κορτικοστεροειδών ενδεχομένως χρησιμεύει στην μακροπρόθεσμη αντιμετώπιση της διαλείπουσας ΣΚΠ. C

Κριτήρια χορήγησης άλλων νοσοτροποποιητικών θεραπειών ( AAN Report , 2001)

Ιντερφερόνη β

  • Η ιντερφερόνη β μειώνει τη συχνότητα των κλινικών υποτροπών σε ασθενείς με ΣΚΠ ή σε ασθενείς με κλινικά μεμονωμένα σύνδρομα που έχουν υψηλό κίνδυνο εμφάνισης ΣΚΠ. Α
  • Η ιντερφερόνη β έχει θετικό αποτέλεσμα σε απεικονιστικούς δείκτες βαρύτητας της νόσου, όπως ο όγκος βλαβών στην Τ2 ακολουθία, και πιθανώς καθυστερεί την εξέλιξη της αναπηρίας. Β
  • Κατ' επέκταση κάθε ασθενής με κλινικά μεμονωμένο σύνδρομο και υψηλό κίνδυνο εμφάνισης ΣΚΠ, και κάθε ασθενής με διαλείπουσα ΣΚΠ ή δευτεροπαθώς προϊούσα ΣΚΠ με υποτροπές είναι υποψήφιος για θεραπεία με ιντερφερόνη β. Α
  • Η αποτελεσματικότητα της ιντερφερόνης β σε ασθενείς με δευτεροπαθώς προϊούσα ΣΚΠ χωρίς υποτροπές είναι αβέβαιη. U
  • Είναι πιθανό κάποιες υποκατηγορίες ασθενών να ανταποκρίνονται καλύτερα στη θεραπεία, αλλά τα δεδομένα επί του παρόντος είναι ανεπαρκή. U
  • Είναι πιθανό να υπάρχει δοσοεξαρτόμενη ανταπόκριση στην ιντερφερόνη β. Β
  • Ο τρόπος χορήγησης (υποδόριος ή ενδομυϊκός) μάλλον δεν έχει κλινική σημασία. Β
  • Δεν υπάρχει γνωστή κλινική διαφοροποίηση στην αποτελεσματικότητα ανάμεσα στα υπάρχοντα σκευάσματα, μολονότι αυτό δεν έχει επαρκώς μελετηθεί. U
  • Η χορήγηση ιντερφερόνης σχετίζεται με την παραγωγή εξουδετερωτικών αντισωμάτων. Α
  • Αυτή είναι μικρότερη για την ιντερφερόνη β-1α σε σχέση με την ιντερφερόνη β-1β. Β
  • Η βιολογική σημασία των αντισωμάτων παραμένει ασαφής, παρ' ότι η παρουσία τους ενδεχομένως σχετίζεται με μείωση της κλινικής αποτελεσματικότητας της θεραπείας. C
  • Δεν είναι γνωστό αν ο τρόπος χορήγησης επηρεάζει το βαθμό της ανοσοποίησης. U
  • Η κλινική χρησιμότητα της μέτρησης των αντισωμάτων παραμένει αδιευκρίνιστη. U
  • Glatiramer acetate

  • Το glatiramer acetate μειώνει τη συχνότητα των κλινικών υποτροπών σε ασθενείς με διαλείπουσα ΣΚΠ. Α
  • Το glatiramer acetate έχει θετικό αποτέλεσμα σε απεικονιστικούς δείκτες βαρύτητας της νόσου, όπως ο όγκος βλαβών στην Τ2 ακολουθία, και ενδεχομένως καθυστερεί την εξέλιξη της αναπηρίας στη διαλείπουσα ΣΚΠ. C
  • Κατ' επέκταση κάθε ασθενής με διαλείπουσα ΣΚΠ είναι υποψήφιος για θεραπεία με glatiramer acetate . Α
  • Μολονότι το glatiramer acetate μπορεί ενδεχομένως να βοηθάει και ασθενείς με προϊούσα πορεία, δεν υπάρχουν πειστικά δεδομένα για αυτή την υπόθεση. U
  • Κυκλοφωσφαμίδη
    Η κυκλοφωσμαμίδη μάλλον δεν επηρεάζει την εξέλιξη της ΣΚΠ. Β
    Ενδεχομένως κάποιοι νεότεροι ασθενείς με προϊούσα ΣΚΠ έχουν κάποιο όφελος από τη θεραπεία με ώσης κυκλοφωσφαμίδης. C

    Μεθοτρεξάτη
    Ενδεχομένως η μεθοτρεξάτη επηρεάζει την εξέλιξη την νόσου σε ασθενείς με προϊούσα ΣΚΠ. C

    Αζαθειοπρίνη
    Ενδεχομένως η αζαθειοπρίνη μειώνει τη συχνότητα των ώσεων σε ασθενείς με ΣΚΠ. C Δεν έχει διαπιστωθεί η αποτελεσματικότητα της στην εξέλιξη της νόσου. U

    Κλαδριβίνη
    Η κλαδριβίνη μειώνει την πρόσληψη σκιαγραφικού τόσο στη διαλείπουσα όσο και στην προϊούσα μορφή της ΣΚΠ. Α
    Η κλαδριβίνη δεν φαίνεται όμως να επηρεάζει θετικά την πορεία της νόσου ούτε ως προς τις υποτροπές ούτε ως προς την εξέλιξη της αναπηρίας. C

    Κυκλοσπορίνη
    Ενδεχομένως η κυκλοσπορίνη προσφέρει κάποιο όφελος στην προϊούσα ΣΚΠ. C
    Δεδομένων όμως των παρενεργειών του φαρμάκου, η χρήση της στη ΣΚΠ δεν είναι αποδεκτή. Β

    Ενδοφλέβια γ-σφαιρίνη
    Ενδεχομένως η γ-σφαιρίνη μειώνει τη συχνότητα των υποτροπών στη διαλείπουσα ΣΚΠ. C
    Η γ-σφαιρίνη δεν επηρεάζει την εξέλιξη της αναπηρίας. C

    Πλασμαφαίρεση
    Η πλασμαφαίρεση δεν έχει θέση στην θεραπεία της προϊούσας ΣΚΠ. Α
    Ενδεχομένως η πλασμαφαίρεση είναι χρήσιμη στην αντιμετώπιση βαριών, οξέων επεισοδίων απομυελίνωσης σε ασθενείς χωρίς προηγούμενα ελλείμματα. C

    Σουλφασαλαζίνη
    Η σουλφασαλαζίνη δεν είναι αποτελεσματική στη θεραπεία της ΣΚΠ. Β

    Κριτήρια χορήγησης μιτοξανδρόνης ( AAN Report , 2003)

    Η μιτοξανδρόνη πιθανώς έχει θετικό αποτέλεσμα στην εξέλιξη της νόσου σε ασθενείς με ΣΚΠ που επιδεινώνονται. Β
    Γενικά όμως, έχει περιορισμένη χρησιμότητα και κίνδυνο βαριάς τοξικότητας. Κατ' επέκταση πρέπει να περιορίζεται η χρήση της σε ασθενείς με ταχέως εξελισσόμενη νόσο, που δεν έχουν ανταποκριθεί σε άλλες θεραπείες.
    Η μιτοξανδρόνη πιθανώς μειώνει τη συχνότητα των υποτροπών σε ασθενείς με διαλείπουσα ΣΚΠ καθώς και τα απεικονιστικά ισοδύναμα των υποτροπών αυτών. Β
    Η εν δυνάμει τοξικότητα της μιτοξανδρόνης σημαντικά περιορίζει τη χρήση της σε ασθενείς με διαλείπουσα ΣΚΠ.
    Λόγω της εν δυνάμει τοξικότητας της μιτοξανδρόνης, πρέπει να χορηγείται υπό την επίβλεψη ιατρού με κλινική εμπειρία στη χρήση κυτταροτοξικών χημειοθεραπειών. Α
    Επιπλέον, ασθενείς που λαμβάνουν μιτοξανδρόνη πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά για διαταραχές καρδιακής, ηπατικής και νεφρικής λειτουργίας. Α

    ΣΚΠ και ανοσοποίηση ( AAN Report , 2002)

    Οι ασθενείς με ΣΚΠ να ακολουθούν τις γενικές οδηγίες του CDC ( Center for Disease Control ) περί εμβολιασμού. Εμβόλιο γρίπης Α . Εμβόλια ηπατίτιδας Β, v aricella , τετάνου C .
    Άλλα εμβόλια U .
    Ο εμβολιασμός πρέπει να αναβάλλεται κατά τη διάρκεια υποτροπών και να μετατίθεται για μια χρονική στιγμή κατά την οποία οι ασθενείς εμφανίζουν πλέον σταθεροποίηση ή και ύφεση της συμπτωματολογίας, κατά κανόνα 4 ως 6 εβδομάδες μετά την έναρξη της ώσης. U
    Στην περίπτωση ανάγκης αντιτετανικού εμβολιασμού κατά τη διάρκεια μιας ώσης, συστήνεται να μην καθυστερείται η χορήγηση του εμβολίου. U
    Όσο αφορά στη χορήγηση αντιγριπικού εμβολίου υπάρχει διαφωνία μεταξύ των ειδικών, οπότε συστήνεται να εξατομικεύεται η απόφαση με βάση τους εκάστοτε κίνδυνοι και τα εκάστοτε οφέλη. U
    Ενδεχόμενη χορήγηση του εμβολίου κατά του πνευμονιόκοκκου πρέπει να αξιολογείται σε ασθενείς με περιορισμό της αναπνευστικής λειτουργίας λόγω καθήλωσης σε αναπηρικό αμαξίδιο ή κατάκλισης. U

    Σχήμα βαθμολόγησης και ιεράρχησης των επιστημονικών δεδομένων (NICE)

    Βαθμοί Σύστασης ( Recommendation grade Evidence )
    Α Άμεσα βασιζόμενη σε δεδομένα κατηγορίας Ι

    Β Άμεσα βασιζόμενη σε δεδομένα κατηγορίας ΙΙ ή έμμεσα βασιζόμενη σε δεδομένα κατηγορίας Ι

    C Άμεσα βασιζόμενη σε δεδομένα κατηγορίας ΙΙΙ ή έμμεσα βασιζόμενη σε δεδομένα κατηγορίας Ι ή ΙΙ

    D Άμεσα βασιζόμενη σε δεδομένα κατηγορίας Ι V ή έμμεσα βασιζόμενη σε δεδομένα κατηγορίας Ι, ΙΙ ή ΙΙΙ

    Κατηγορία δεδομένων

    Ι a Δεδομένα από μέτα-ανάλυση ή τυχαιοποιημένες μελέτες ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο

    Ib Δεδομένα από τουλάχιστον μια τυχαιοποιημένη μελέτη ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο

    IIa Δεδομένα από τουλάχιστον μια μη τυχαιοποιημένη μελέτη ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο

    I Ι b Δεδομένα από τουλάχιστον μία άλλου τύπου, πειραματική μελέτη

    III Δεδομένα από μη πειραματικές, περιγραφικές μελέτες, όπως μελέτες σύγκρισης, συσχέτισης και case - control

    IV Δεδομένα από αναφορές ειδικών επιτροπών ή γνώμες ειδημόνων

    Σχήμα βαθμολόγησης και ιεράρχησης των επιστημονικών δεδομένων (AAN)

    Βαθμοί Σύστασης ( Recommendation grade Evidence )

    Α Η θεραπεία έχει καθιερωθεί ως αποτελεσματική, αναποτελεσματική, ή βλαβερή, για τη συγκεκριμένη πάθηση, στο συγκεκριμένο πληθυσμό.

    Απαιτεί τουλάχιστον μία μελέτη κατηγορίας Ι ή τουλάχιστον δύο, σύμφωνες μεταξύ τους, καλά σχεδιασμένες μελέτες κατηγορίας ΙΙ.

    Β Η θεραπεία είναι πιθανώς αποτελεσματική, αναποτελεσματική, ή βλαβερή, για τη συγκεκριμένη πάθηση, στο συγκεκριμένο πληθυσμό.

    Απαιτεί τουλάχιστον μία καλά σχεδιασμένη μελέτη κατηγορίας ΙΙ ή τουλάχιστον τρεις, σύμφωνες μεταξύ τους μελέτες κατηγορίας ΙΙΙ.

    C Η θεραπεία είναι ενδεχομένως αποτελεσματική, αναποτελεσματική, ή βλαβερή, για τη συγκεκριμένη πάθηση, στο συγκεκριμένο πληθυσμό.

    Απαιτεί τουλάχιστον δύο, καλά σχεδιασμένες και σύμφωνες μεταξύ τους μελέτες κατηγορίας ΙΙΙ.

    U Τα δεδομένα είναι ανεπαρκή ή αντικρουόμενα. Με βάση την παρούσα γνώση δεν είναι δυνατή η αξιολόγηση της θεραπείας.

    Κατηγορία Δεδομένων

    Κατηγορία Ι: Προοπτικές, τυχαιοποιημένες, τυφλές, ελεγχόμενες μελέτες σε αντιπροσωπευτικό δείγμα πληθυσμού. Τα παρακάτω δεδομένα είναι απαραίτητα:

    • Σαφώς καθορισμένα κριτήρια αξιολόγησης ( primary outcome )

    • Σαφώς καθορισμένα κριτήρια εισόδου / αποκλεισμού

    • Επαρκής εξήγηση των dropouts και crossovers και αριθμό επαρκώς χαμηλός για να μην μπορεί να προκαλέσει στατιστικά σημαντικές αλλοιώσεις

    • Τα χαρακτηριστικά των ασθενών της ομάδας φαρμάκου και της ομάδας ελέγχου, επαρκώς στοιχειοθετημένα και επαρκώς όμοια μεταξύ τους

    Κατηγορία I Ι: Προοπτικές, τυφλές, αντιστοιχισμένες μελέτες ομάδων σε αντιπροσωπευτικό πληθυσμό που πληρούν τα 4 παραπάνω κριτήρια (Κατηγορία Ι) ή μια τυχαιοποιημένη μελέτη με εικονικό φάρμακο, σε αντιπροσωπευτικό πληθυσμό, που δεν πληροί ένα από τα παραπάνω 4 κριτήρια.

    Κατηγορία III : Όλες οι υπόλοιπες μελέτες με ομάδα ελέγχου (που περιλαμβάνει έλεγχο με καλά προσδιορισμένα δεδομένα φυσικής πορείας της νόσου καθώς και έλεγχο με τους ίδιους τους ασθενείς), σε αντιπροσωπευτικό δείγμα πληθυσμού, με αξιολόγηση ανεξάρτητη της συγκεκριμένης χορηγηθείσας θεραπείας.

    Κατηγορία IV : Δεδομένα από μελέτες χωρίς ομάδα ελέγχου, σειρές περιστατικών, παρουσιάσεις περιστατικών ή γνώμη ειδημόνων.




    ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ