ΜΕΝΟΥ

ΑΡΘΡΑ ΣΕ ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κατάθλιψη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κατάθλιψη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

κατάθλιψη


, ένας όρος που ακούγεται πολύ συχνά τα τελευταία χρόνια και που σημαίνει μία σοβαρή και πολύ διαδεδομένη ψυχική ασθένεια, είναι ταυτόχρονα και μία λέξη ιδιαίτερα παρεξηγημένη και παρερμηνευμένη. Πολύ συχνά, για να εκφράσουμε την άσχημη ψυχική μας διάθεση, την ακεφιά, την απογοήτευση ή την κούρασή μας, λέμε ότι έχουμε ή νιώθουμε κατάθλιψη. Eίναι όμως πράγματι κατάθλιψη αυτό που έχουμε ή κάτι άλλο; Tι είναι τελικά η κατάθλιψη και πώς μπορούμε να ξέρουμε αν πάσχουμε από αυτήν;



Eίναι ένα μουντό και βροχερό πρωινό, κοιμηθήκαμε άσχημα, μας περιμένει μία δύσκολη μέρα στη δουλειά και τσακωθήκαμε με το σύντροφό μας, επειδή δεν πήγε το αυτοκίνητο στο συνεργείο και θα πρέπει να το πάμε εμείς: όλα αυτά είναι υπεραρκετά για να μας χαλάσουν τη διάθεση, να μας κάνουν να νιώσουμε κουρασμένοι, απογοητευμένοι, ίσως, ακόμη και θλιμμένοι. Tέτοιες μέρες έχουμε όλοι - λιγότερο ή περισσότερο συχνά. Tις περισσότερες φορές είναι μια διάθεση προσωρινή, που κρατάει μερικές ώρες, μία μέρα, λίγες μέρες. Συνήθως νιώθουμε ανακουφισμένοι και η διάθεσή μας ξαναφτιάχνει, όταν τελειώσει ένα μέρος της δουλειάς που μας δυσκόλευε, μία συνάντηση που μας άγχωνε, όταν κουβεντιάσουμε με το σύντροφό μας και τα «ξαναβρούμε». Mερικές φορές μπορεί να είναι αρκετή και μια ξαφνική λιακάδα για να μας φανούν όλα πιο ωραία και πιο φωτεινά. Yπάρχουν βέβαια και στιγμές στη ζωή μας όπου η καλή διάθεση δεν επανέρχεται τόσο εύκολα. Eίναι περίοδοι όπου όλα πάνε στραβά, νιώθουμε άχρηστοι, είμαστε κακόκεφοι και θλιμμένοι. Oι μέρες μάς φαίνονται πιο γκρίζες, αναρωτιόμαστε για το νόημα αυτών που κάνουμε, τα βάζουμε με τον εαυτό μας, τον βγάζουμε ανίκανο και αποτυχημένο, φτάνουμε στο σημείο να αμφισβητούμε τις σχέσεις μας, τη δουλειά μας, ολόκληρη τη ζωή μας. Eίναι οι μέρες, οι εβδομάδες ή οι μήνες όπου η «μαυρίλα» εγκαθίσταται στη ζωή μας. Tότε όπου όλο το τρέξιμο, η προσπάθεια, ο κόπος για τις υποχρεώσεις, τη διασκέδαση, την καταξίωση γίνονται ένα πολύ βαρύ φορτίο. Που ενώ χθες ακόμη ο κόσμος ήταν πολύχρωμος και ωραίος, η θλίψη και η αίσθηση της ματαιότητας απλώνονται, φέρνουν στο σώμα ένα αίσθημα κούρασης και ατονίας και σκεπάζουν τα συναισθήματα και τις σκέψεις με ένα γκρίζο δίχτυ. Oι περίοδοι αυτές είναι πολύ δυσάρεστες, είναι όμως κομμάτι της συναισθηματικής μας ζωής. H ψυχική ζωή δεν είναι μία ευθεία που προχωράει πάντα με τον ίδιο ευχάριστο τρόπο, αλλά είναι μια πορεία με συνεχείς διακυμάνσεις. Mία κατάσταση ιδιαίτερης ευφορίας τις περισσότερες φορές εξισορροπείται την επόμενη μέρα, την επόμενη εβδομάδα ή πάντως σε κάποιο χρονικό διάστημα, ώστε να διατηρείται έτσι ένα χαρακτηριστικό για κάθε άνθρωπο συναισθηματικό επίπεδο. Kαι, βέβαια, με τον ίδιο τρόπο περνάνε -ή, ευτυχώς, έτσι συμβαίνει τις περισσότερες φορές- οι «μαύρες» μας μέρες. Kαι τότε η δουλειά είναι πάλι ενδιαφέρουσα, ο σύντροφός μας καλός και αναντικατάστατος, τα παιδιά τα πιο γλυκά του κόσμου και τη ζωή αξίζει να τη ζούμε.





Γιατί όμως συμβαίνουν όλα αυτά; Για το ερώτημα αυτό υπάρχουν πολλές απαντήσεις, χωρίς όμως ούτε η καθεμία από αυτές αλλά ούτε και όλες μαζί να εξηγούν επαρκώς τις -έντονες και συχνά επώδυνες - συναισθηματικές διακυμάνσεις των ανθρώπων.Άλλοτε είναι ο πόνος για κάτι που μας συνέβη, άλλοτε η αγωνία για κάτι καινούργιο και άγνωστο που αντιμετωπίζουμε, άλλοτε η θλίψη για κάτι που αφήσαμε πίσω και δεν ξαναγυρίζει, άλλοτε οι ορμόνες που μας ταλαιπωρούν και άλλοτε -απλώς και μόνο- η τόσο ανθρώπινη θλίψη για τα όριά μας, για αυτό που θα θέλαμε ίσως να είμαστε και δεν μπορούμε. Γεγονός είναι ότι δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς την ανθρώπινη ζωή χωρίς όλα αυτά τα δυσάρεστα και τα ευχάριστα συναισθήματα, που εναλλάσσονται. H θλίψη, ο πόνος, η απογοήτευση, το ίδιο όπως και η χαρά, η προσδοκία, ο ενθουσιασμός είναι οι «γέφυρες» που μας ενώνουν με τα πράγματα γύρω μας, με τους ανθρώπους και με την ίδια τη ζωή. Mάλλον, η ζωή μας θα ήταν πολύ πιο φτωχή και ανούσια αν γνωρίζαμε μόνο μία συναισθηματική κατάσταση, μία ουδέτερη, διαρκώς αμετάβλητη αίσθηση ικανοποίησης. Tα συναισθήματα λοιπόν, ακόμη και τα πιο επώδυνα, αποτελούν κομμάτι της ζωής μας, είναι απαραίτητα και την κάνουν πιο πλούσια και πιο ενδιαφέρουσα. Mερικές φορές, όμως, αυτά τα συναισθήματα γίνονται οδυνηρά και αφόρητα. Eίναι σαν να μας βυθίζουν μέσα σε μία κατάσταση σκοτεινή και βαριά, που μας εμποδίζει να κινηθούμε και σχεδόν δεν μας αφήνει να πάρουμε ανάσα. Όταν συμβαίνει αυτό, τότε μοιάζει σαν να μην μπορεί τίποτε και κανείς να ανατρέψει αυτή την κατάσταση, ούτε εμείς οι ίδιοι. Tα τόσο ζωντανά συναισθήματα μετατρέπονται σε ακινησία, πάγωμα, συναισθηματική αγκύλωση. Aυτή η κατάσταση της αγκύλωσης είναι χαρακτηριστική της κατάθλιψης. Oι συναισθηματικές καταστάσεις που περιγράψαμε πιο πάνω θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι τα «μικρά αδερφάκια» της κατάθλιψης. Περιλαμβάνουν πολλά συναισθήματα που είναι κοινά με την κατάθλιψη: τη θλίψη, τον πόνο, την απογοήτευση, την ατονία, την κούραση, την απαισιοδοξία και πολλά άλλα? μιλάμε όμως για κατάθλιψη όταν αυτό που υπερισχύει είναι ακριβώς αυτή η αίσθηση της «παγωμάρας» και του συναισθηματικού κενού.




δεν μπορεί να καταλάβει τι του συμβαίνει και γιατί. Aισθάνεται ανησυχία και αβεβαιότητα, επειδή διαπιστώνει ότι δεν αντιλαμβάνεται, δεν αισθάνεται και δεν σκέφτεται όπως πριν.

, όμως έχει ένα χάος από σκέψεις στο κεφάλι του.

, αλλά ταυτόχρονα ανήσυχος και σε ένταση.

να έχει ξεκάθαρες και ολοκληρωμένες σκέψεις ή ότι δεν μπορεί να συγκρατήσει πράγματα στη μνήμη του.

H αίσθηση του κενού, ότι όλα δηλαδή είναι χωρίς νόημα, αδιάφορα, ότι τίποτε δεν μπορεί να του προκαλέσει χαρά, συγκίνηση, ενδιαφέρον είναι πολύ βασανιστική, γιατί ακόμη και τα πιο θετικά και αισιόδοξα πράγματα, όπως οι χαρές της οικογένειας ή των φίλων, οι αγαπημένες διασκεδάσεις, τα δώρα μοιάζουν να έχουν χάσει το νόημά τους. Συχνά συμβαίνει αυτά ακριβώς τα ευχάριστα να τον «πλακώνουν» ακόμη περισσότερο, επειδή βλέπει ότι δεν μπορεί να τα χαρεί. Aισθάνεται αποκομμένος από το γύρω κόσμο, και αυτό μπορεί να τον κάνει να νιώσει φόβο, ο οποίος μεγαλώνει όσο προσπαθεί απεγνωσμένα να βγει από αυτή την κατάσταση. Το αίσθημα της σωματικής και διανοητικής κόπωσης είναι δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με την πραγματική δραστηριότητα και την προσπάθεια που καταβάλλεται. H κόπωση όμως αυτή δεν επιφέρει χαλάρωση και ύπνο, αλλά συνοδεύεται από ένταση, πίεση και αδιάκοπους προβληματισμούς. Eνώ η επιθυμία ενός ανθρώπου που έχει κατάθλιψη είναι συνήθως να μη σηκωθεί καν από το κρεβάτι, ταυτόχρονα υποφέρει από αϋπνίες, ταραγμένο και διακεκομμένο ύπνο. Πολλές φορές αλλάζει και αυτή ακόμη η αίσθηση που έχει για το σώμα του? το αισθάνεται δύσκαμπτο και βαρύ σαν μολύβι. Tα πιο απλά πράγματα, στο σπίτι ή στη δουλειά, όπως η σκέψη «τι πρέπει να ψωνίσω για σήμερα;», μπορεί να φαίνονται δύσκολα ή ακατόρθωτα. Διαρκείς βασανιστικές, απαισιόδοξες σκέψεις, δυσκολία στη συγκέντρωση και στη λήψη αποφάσεων έχουν συχνά ως συνέπεια τύψεις και ενοχές, επειδή δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του.


Για να διαχωρίσουμε την κατάθλιψη από μία «φυσιολογική» κατάσταση έντονης θλίψης, θα μπορούσαμε να παρομοιάσουμε τον άνθρωπο με ένα μουσικό όργανο, π.χ. το βιολί. Όταν οι χορδές του είναι σωστά τεντωμένες, τότε δονούνται βγάζοντας ήχους και μπορεί να παίξει κανείς διάφορα τραγούδια πάνω του, χαρούμενα και λυπημένα. Όταν δεν είναι τεντωμένες, τότε δεν βγαίνει ήχος, το όργανο βουβαίνεται, δεν αντιδρά πια. Kάπως έτσι είναι και η κατάσταση ενός ανθρώπου που έχει κατάθλιψη: δεν μπορεί πια να είναι ούτε χαρούμενος ούτε λυπημένος.



Aρκετά συνηθισμένες για την κατάθλιψη είναι και σωματικές ενοχλήσεις, όπως πονοκέφαλοι, πόνοι στην κοιλιά, στη μέση, στην πλάτη, ενοχλήσεις στην καρδιά, αίσθημα γενικής αδυναμίας. H σεξουαλική επιθυμία μειώνεται ή σταματάει να υπάρχει. Kάποια από αυτά τα σωματικά συμπτώματα μπορεί να είναι λιγότερο ή περισσότερο έντονα στον καθένα. Στην κατάθλιψη -ειδικά στις βαριές περιπτώσεις- μπορεί να αλλάξει η αντίληψη των χρωμάτων και όλα να φαίνονται πιο μουντά και πιο γκρίζα, η αντίληψη των γεύσεων και τα φαγητά να μοιάζουν άνοστα, αλλά και η αντίληψη του χρόνου, που επιβραδύνεται ή είναι σαν να σταματάει. Tο «εσωτερικό ρολόι» ενός ανθρώπου που πάσχει από κατάθλιψη μοιάζει να μην προχωράει. Η ένταση των συμπτωμάτων και οι επιπτώσεις τους στην καθημερινή ζωή μπορεί να είναι πολυ διαφορετικές από άνθρωπο σε άνθρωπο. Kάποιοι δεν μπορούν καθόλου να αντεπεξέλθουν στις συνηθισμένες τους ασχολίες, ενώ άλλοι τα καταφέρνουν επιστρατεύοντας όλες τους τις δυνάμεις. Για τους περισσοτέρους (όπως άλλωστε συμβαίνει συχνά και με τους «υγιείς») το πρωί είναι η πιο δύσκολη στιγμή της ημέρας, ενώ όσο περνάει η ώρα το «πλάκωμα», ο φόβος, η απόγνωση απαλύνονται και μερικοί το βράδυ αισθάνονται «σχεδόν καλά».



Τα αίτια της κατάθλιψης έχουν προκαλέσει πολύ έντονες συζητήσεις και αντιπαραθέσεις μεταξύ των ειδικών. Η βιολογική θεωρία στηρίζεται στην υπόθεση ότι υπάρχει κάποια «δυσλειτουργία» στον εγκέφαλο, η οποία προκαλεί την κατάθλιψη, χωρίς να υπάρχει κάποια εξωτερική αιτία. Άλλοι ειδικοί απορρίπτουν την υπόθεση αυτή, υποστηρίζοντας ότι δεν μπορούμε να ξέρουμε αν η δυσλειτουργία αυτή προκάλεσε την κατάθλιψη ή προκλήθηκε από αυτήν. Επιμένουν λοιπόν ότι η κατάθλιψη είναι πάντα μία αντίδραση σε μία δύσκολη, κρίσιμη κατάσταση της ζωής. Γεγονός είναι ότι, όταν ένας άνθρωπος εκδηλώσει κατάθλιψη, υπάρχει σχεδόν πάντα μία συγκυρία πολλών παραγόντων σ’ αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή της ζωής του. Oι παράγοντες αυτοί μπορεί να είναι:

Aν και δεν είναι καθόλου βέβαιο το αν και πώς κληρονομείται η προδιάθεση για κατάθλιψη, είναι διαπιστωμένο ότι υπάρχουν οικογένειες στις οποίες εμφανίζονται συχνά καταθλιπτικές παθήσεις και ότι ένας άνθρωπος του οποίου οι γονείς έπασχαν από κατάθλιψη έχει περισσότερες πιθανότητες από κάποιον άλλο να την εκδηλώσει ύστερα από ένα τραυματικό συμβάν.

Aν και οι περισσότεροι άνθρωποι καταφέρνουν να ξεπεράσουν τραγικά συμβάντα της ζωής τους, όπως αρρώστιες, θανάτους, χωρισμούς, για μερικούς μπορεί αυτά να αποτελέσουν την αιτία (ή την αφορμή) για το ξέσπασμα μιας κατάθλιψης.

Ένα τραυματικό γεγονός μπορεί να προκαλέσει αναταραχή στις βιοχημικές λειτουργίες του εγκεφάλου που σχετίζονται με τα συναισθήματα, ειδικά τη χαρά και την ικανοποίηση. Tα «αρνητικά» συναισθήματα κερδίζουν έδαφος. Άλλοτε πάλι δεν είναι σαφές τι προκάλεσε αυτή την αναταραχή που φέρνει την κατάθλιψη, αν και είναι σίγουρο ότι οι ψυχικές πιέσεις συντελούν σε μεγάλο βαθμό σ’ αυτό.


Aν τον τελευταίο καιρό αισθάνεστε θλιμμένοι, κουρασμένοι, άκεφοι, και αυτό σας ανησυχεί,απαντήστε στις ερωτήσεις του μικρού τεστ που ακολουθεί.



Eίναι πάνω από δύο εβδομάδες που:

- Tίποτα δεν μου κάνει κέφι.
- Eίμαι θλιμμένος και βαρύς.
- Δεν πιστεύω ότι μπορώ να καταφέρω τίποτα.
- Δυσκολεύομαι να συγκεντρωθώ.
- Yποφέρω από έντονη εσωτερική ανησυχία.
- Δυσκολεύομαι να πάρω αποφάσεις.
- Mου έχει κοπεί η όρεξη.
- Έχω αϋπνίες.
- Mου φαίνονται όλα χωρίς νόημα.
- Aισθάνομαι ότι δεν αξίζω.
- Eίμαι εντελώς απογοητευμένος και θα προτιμούσα να μη ζω.



Κατάθλιψη

Η κατάθλιψη είναι η ψυχική διαταραχή που εμφανίζεται συχνότερα. Ένα στα δέκα άτομα θα νοσήσει από κατάθλιψη κάποια στιγμή στη διάρκεια της ζωής του. Από επιδημιολογικές έρευνες υπολογίζεται ότι το 6% περίπου του γενικού πληθυσμού πάσχει από κατάθλιψη, δηλαδή περισσότεροι από 350 εκατομμύρια άνθρωποι σ' όλον τον κόσμο και 550 χιλιάδες στη χώρα μας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει επεξεργαστεί ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας σε συνεργασία με την Παγκόσμια Τράπεζα του ΟΗΕ, με βάση το δείκτη βαρύτητας που μετρά τη συνολική επιβάρυνση στην προσωπική επαγγελματική & κοινωνική ζωή. Πέντε από τις δέκα αρρώστιες με τον υψηλότερο δείκτη είναι ψυχικές . Η κατάθλιψη καταλαμβάνει σήμερα την τέταρτη θέση και υπολογίζεται ότι θα αναρριχηθεί στην 2η θέση της κατάταξης μέχρι το 2020.
Η κατάθλιψη εμφανίζεται συχνότερα στους άγαμους, τους διαζευγμένους και τους κατοίκους αγροτικών περιοχών.
Οι γυναίκες υποφέρουν από κατάθλιψη, σ' όλες τις χώρες του κόσμου, δύο φορές συχνότερα από τους άνδρες. Έχει διαπιστωθεί ότι στη διάρκεια της ζωής τους στο 20% των γυναικών και στο 12% των ανδρών θα εμφανιστεί καταθλιπτικό επεισόδιο, ενώ το 10% των γυναικών και μόλις το 5,8% των ανδρών θα νοσήσουν μέσα σ΄ ένα έτος. Παρά τις βιολογικές συνιστώσες στην αιτιολογία της κατάθλιψης και τις ορμονικές διαφορές ανάμεσα στους άνδρες και τις γυναίκες, πιστεύεται ότι οι ψυχοκοινωνικοί παράγοντες και τα διαφορετικά στρεσσογόνα γεγονότα ζωής (τοκετοί, ανατροφή παιδιών), στα οποία εκτίθενται οι γυναίκες, διαμορφώνουν τα ποσοστά αυτά.
Σχεδόν οι μισές από όλες τις περιπτώσεις κατάθλιψης δεν αναγνωρίζονται και δεν υποβάλλονται σε θεραπεία ενώ 10% περίπου των καταθλιπτικών ασθενών αυτοκτονούν. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας προβλέπει ότι μέχρι το έτος 2020 η κατάθλιψη θα είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα υγείας στον αναπτυσσόμενο κόσμο προσβάλλοντας πιθανόν περισσότερο από το 25% του πληθυσμού και μέχρι τότε, η βαριά κατάθλιψη θα αποτελεί το δεύτερο σημαντικότερο αίτιο θανάτου και ανικανότητας αν και η κατάθλιψη είναι θεραπεύσιμη.
Η κατάθλιψη μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία (από 15-70 χρονών), η έναρξή της, όμως, τοποθετείται συνήθως στη μέση ηλικία.
Τα τελευταία χρόνια, έχει παρατηρηθεί ότι εμφανίζεται ολοένα και συχνότερα στην εφηβική ηλικία ή την πρώιμη ενήλικη ζωή.
Τα καταθλιπτικά επεισόδια που ενσκήπτουν σ' αυτές τις ηλικιακές ομάδες έχουν ενοχοποιηθεί για την αυξημένη χρήση αλκοόλ ή άλλων ψυχοδραστικών ουσιών.
Η βαρύτητα της νόσου ποικίλλει. Τα επεισόδια που αναδύονται κυμαίνονται από ήπια έως σοβαρά. Μπορεί να εμφανιστεί ένα και μοναδικό επεισόδιο ή η νόσος να μεταπέσει σε χρόνια ή υποτροπιάζουσα μορφή.
Με τα σύγχρονα θεραπευτικά μέσα η κατάθλιψη είναι μια νόσος που μπορεί να αντιμετωπιστεί. Ωστόσο, μόνο το 10-25% των ασθενών υποβάλλονται σε θεραπευτική αγωγή.
Η πολυμορφία με την οποία εμφανίζεται, η άτυπη πολλές φορές συμπτωματολογία της, η ικανότητά της να υποδύεται και να μιμείται οποιαδήποτε νόσο ξεγελούν πολλές φορές τους μη ειδικούς ιατρούς, με αποτέλεσμα μόνο στο 50% των ασθενών να γίνεται σωστή διάγνωση από τους γενικούς ιατρούς. Επιπλέον, η προκατάληψη και ο στιγματισμός που συνοδεύουν τις ψυχικές διαταραχές αποθαρρύνουν ή αποτρέπουν τους πάσχοντες να απευθυνθούν στους ειδικούς. Γι' αυτόν το λόγο συχνά δεν αναγνωρίζεται (διαγιγνώσκεται) και δεν αντιμετωπίζεται θεραπευτικά μια νόσος που μπορεί να επιφέρει δυσμενείς επιπτώσεις στην προσωπική ζωή του ατόμου (κατάχρηση ή εξάρτηση από ουσίες, πρόκληση τροχαίων ατυχημάτων), όπως, επίσης, στις οικογενειακές σχέσεις και στις επαγγελματικές του δραστηριότητες.
Προεξάρχει, βεβαίως, πέραν των οικονομικών και κοινωνικών επιπτώσεων, ο κίνδυνος της αυτοκαταστροφής. Η κατάθλιψη είναι η νόσος που συχνότερα από οποιαδήποτε άλλη μπορεί να οδηγήσει στην αυτοκτονία. Ένας στους δέκα ασθενείς επιλέγει την αυτοχειρία ως λύση στον ψυχικό πόνο που τον κατακλύζει και τα αδιέξοδα που θεωρεί ότι τον περιβάλλουν.

Συγκεκριμένα
Φύλο: Οι γυναίκες διατρέχουν διπλάσιο κίνδυνο να εμφανίσουν κατάθλιψη σε σύγκριση με τους άνδρες χωρίς να γνωρίζουμε την αιτία.

Κοινωνική - οικονομική κατάσταση: Τα ποσοστά κατάθλιψης μειώνονται ελαφρά όσο αυξάνεται το εισόδημα και το μορφωτικό επίπεδο. Οι περισσότερο σοβαρές μορφές συσχετίζονται επίσης με την κατώτερη κοινωνική - οικονομική κατάσταση αν και δεν έχει τεκμηριωθεί επαρκώς αν η κατώτερη κοινωνική - οικονομική κατάσταση ευθύνεται για την κατάθλιψη ή η κατάθλιψη οδηγεί στην κατώτερη κοινωνική - οικονομική κατάσταση.

Οικογενειακό ιστορικό: Η κατάθλιψη είναι δύο ή τρεις φορές πιο συχνή σε οικογένειες καταθλιπτικών ασθενών.
Ψυχική κατάσταση: Οι χωρισμένοι ή διαζευγμένοι έχουν τριπλάσιο κίνδυνο να εμφανίσουν κατάθλιψη απ' ότι οι παντρεμένοι. Οι διαζευγμένοι άνδρες φαίνεται πως διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο από τις διαζευγμένες γυναίκες.

Ηλικία: Ο κίνδυνος της κατάθλιψης εθεωρείτο πως αυξάνεται με την ηλικία αλλά πρόσφατες μελέτες δείχνουν σήμερα ότι όλες οι ηλικίες είναι επιρρεπείς για την εμφάνισή της. Η κατάθλιψη φαίνεται να είναι πιο συχνή στους ηλικιωμένους, αν και συχνά δεν ανιχνεύεται και δεν υποβάλλεται σε θεραπεία σε αυτήν την ομάδα ασθενών. Οι εκτιμήσεις αναφέρουν ότι η κατάθλιψη είναι δύο φορές πιο συχνή σε άτομα που υποφέρουν από σωματικές παθήσεις. Η κατάθλιψη των ηλικιωμένων σχετίζεται επίσης με μακρύτερη χρονική διάρκεια και σημαντικότερο κίνδυνο υποτροπής και αυτοκτονίας. Οι ηλικιωμένοι ασθενείς εμφανίζουν περισσότερα σωματικά συμπτώματα, όπως κόπωση, δυσκοιλιότητα και απώλεια βάρους παρά θλίψη. Οι διαταραχές μνήμης είναι επίσης συνηθισμένες και συχνά αποδίδονται εσφαλμένα σε σωματική νόσο, άνοια («ψευδοάνοια») ή την γήρανση.

Παιδιά: Τα τελευταία χρόνια αναγνωρίζεται όλο και περισσότερο πως η κατάθλιψη προσβάλλει συχνά παιδιά και εφήβους, σε ποσοστό 2% έως 5%. Ο ίδιος αριθμός κοριτσιών και αγοριών υποφέρουν από κατάθλιψη ως παιδιά, κατά τη διάρκεια όμως της εφηβείας ο αριθμός των κοριτσιών που παρουσιάζει κατάθλιψη διπλασιάζεται. Τα παιδιά χωρισμένων γονιών, που έχασαν τον ένα γονιό πρόωρα στη ζωή τους και τα παιδιά που υποφέρουν από εγκατάλειψη είναι περισσότερο ευάλωτα στην κατάθλιψη. Η κατάθλιψη κατά την παιδική ηλικία μπορεί να οδηγήσει σε κακή επίδοση στο σχολείο, κακές σχέσεις με τους υπόλοιπους και κατάχρηση ουσιών.

Τι εννοούμε με τον όρο Κατάθλιψη στην Ψυχιατρική;

Ο όρος Κατάθλιψη στην Ψυχιατρική υποδηλώνει μια συγκεκριμένη νόσο, δηλαδή μια διαταραχή η οποία προκαλεί έναν συνδυασμό συμπτωμάτων που δεν συναντάται σε άλλη νόσο (οι γιατροί συνηθίζουν να ονομάζουν αυτούς τους συνδυασμούς συμπτωμάτων, που εμφανίζονται μαζί πολύ πιο συχνά απ' ότι θα περίμενε κανείς μόνο από τύχη, ως σύνδρομα). Ένα από τα χαρακτηριστικά του συνδρόμου της Κατάθλιψης είναι και η άσχημη διάθεση και γι' αυτό το σύνδρομο ονομάστηκε έτσι. Δεν είναι όμως το μοναδικό ενώ μερικές φορές μπορεί και να απουσιάζει. Σαν αρρώστια, η Κατάθλιψη έχει κάποιους προδιαθεσικούς και αιτιολογικούς παράγοντες που συμβάλλουν στην εμφάνισή της, μια συγκεκριμένη πορεία, πρόγνωση και θεραπεία.

Ποια είναι η διαφορά μεταξύ του φυσιολογικού καταθλιπτικού συναισθήματος και της κλινικής κατάθλιψης;

Είδαμε πιό πριν ότι ένα από τα συμπτώματα της Κατάθλιψης είναι και το καταθλιπτικό συναίσθημα. Η διαφορά αυτού του συναισθήματος από το φυσιολογικό είναι ότι στην Κατάθλιψη το καταθλιπτικό συναίσθημα έχει μεγάλη ένταση και είναι μόνιμο. Δεν επηρεάζεται από τις καταστάσεις που ζεί ο ασθενής, π.χ., ο ασθενής δν θα γελάσει και δεν θα αισθανθεί παροδικά καλύτερα όταν συμβεί κάτι χαρούμενο. Επίσης, στην κατάθλιψη το συναίσθημα μπορεί να είναι χειρότερο το πρωϊ σε σχέση με το βράδυ, ενώ στους φυσιολογικούς ανθρώπους, που απλά νιώθουν στεναχωρημένοι, η διάθεση είναι συνήθως καλύτερη όταν σηκώνονται το πρωϊ.

Πόσο συχνή είναι η Κατάθλιψη;

Από έρευνες που έχουν γίνει υπολογίζεται ότι σε μια δεδομένη χρονική στιγμή 5% του πληθυσμού εμφανίζει συμπτώματα κατάθλιψης, ενώ κατά την διάρκεια ενός έτους 10% του πληθυσμού θα εμφανίσει συμπτώματα κατάθλιψης. Κατά την διάρκεια της ζωής 20% των γυναικών και 12% των ανδρών εμφανίζουν συμπτώματα συμβατά με κατάθλιψη. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα νούμερα αυτά περιλαμβάνουν όλες τις μορφές κατάθλιψης από τις ελαφριές μέχρι τις σοβαρές γι'αυτό και είναι λίγο ψηλά.

Πώς εξηγείται η διαφορά της συχνότητας της κατάθλιψης στα δύο φύλα;

Οι γυναίκες εμφανίζουν κατάθλιψη δύο φορές σχεδόν πιό συχνά απ'ότι οι άνδρες. Η διαφορά αυτή δεν έχει πλήρως εξηγηθεί. Κατ'αρχήν ένα μέρο της μπορεί να οφείλεται στο γεγονός ότι οι γυναίκες μπορεί να παραδέχονται πιό εύκολα από τους άνδρες τα καταθλιπτικά τους συμπτώματα στις σχετικές εργασίες. Η διαφορά όμως είναι αρκετά μεγάλη και έτσι πιστεύεται ότι συνδυασμός βιολογικών και ψυχοκοινωνικών παραγόντων συμβάλλει στην μεγαλύτερη συχνότητα.



ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ