Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2018

Βαλβιδοπάθειες

Οι βαλβίδες της καρδιάς είναι τέσσερις: η μιτροειδής, η αορτή, η τριγλώχινα και η πνευμονική. Το μεγαλύτερο βάρος από πλευράς πιέσεων δέχονται οι βαλβίδες που βρίσκονται στο αριστερό μέρος της καρδιάς (μιτροειδής και αορτή) και για το λόγο αυτό οι βαλβίδες αυτές προσβάλλονται από στένωση ή ανεπάρκεια. Όταν η καρδιολογία μιλά για στένωση μιας βαλβίδας, εννοεί ότι η βαλβίδα αυτή δεν μπορεί να ανοίξει πλήρως. Αντιθέτως, όταν μιλά για ανεπάρκεια εννοεί ότι η βαλβίδα δεν μπορεί να κλείσει υδατοστεγώς. Η συχνότητα μιας βαλβιδοπάθειας σε κάθε χώρα εξαρτάται από το οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο των κατοίκων της καθώς και από τη μέση επιβίωση του πληθυσμού της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο ρευματικός πυρετός, του οποίου η συχνότητα ποικίλλει από χώρα σε χώρα. Σήμερα ο ρευματικός πυρετός είναι άγνωστος στις οικονομικά αναπτυγμένες χώρες, ενώ, αντιθέτως, εξακολουθεί να υπάρχει σε υψηλά ποσοστά στις υπό ανάπτυξη.

Ο τρόπος ζωής των κατοίκων τους ευνοεί την αύξηση της στεφανιαίας νόσου και της υπέρτασης, με αποτέλεσμα να αυξάνονται οι ανεπάρκειες των βαλβίδων, λόγω του αυξημένου ποσοστού εμφραγμάτων του μυοκαρδίου (ανεπάρκεια της μιτροειδούς) ή του αριθμού των υπερτασικών ασθενών (ανεπάρκεια της αορτής).
Τέλος, η παχυσαρκία αναγκάζει πολλές φορές τους παχύσαρκους, οι οποίοι κατά κανόνα ζουν στις κοινωνίες της αφθονίας και του ευδαιμονισμού, να χρησιμοποιούν φάρμακα που ελαττώνουν την όρεξη. Τέτοια φάρμακα είναι εκείνα που περιέχουν φεντερμίνη ή φενφλουραμίνη και προκαλούν κυρίως ανεπάρκεια της μιτροειδούς βαλβίδας. Ο μηχανισμός γένεσης των βαλβιδοπαθειών αυτών είναι άγνωστος. Όμως, η διακοπή λήψης των φαρμάκων αυτών αναστέλλει την εξέλιξη της νόσου.
Η διάγνωση των βαλβιδοπαθειών στηρίζεται στην κλινική εξέταση του αρρώστου από τον γιατρό του και υποβοηθείται από την εργαστηριακή καρδιολογική εξέταση, και κυρίως το υπερηχοκαρδιογράφημα. Η εργαστηριακή μελέτη στοχεύει στην ακριβή εκτίμηση του βαθμού της βλάβης, γιατί από τη βαρύτητα της στένωσης ή της ανεπάρκειας μιας βαλβίδας εξαρτάται η απόφαση για τη χειρουργική επέμβαση, η οποία έχει στόχο να αποκαταστήσει τη βλάβη της βαλβίδας ή το συνηθέστερο, να οδηγήσει σε αντικατάσταση της βαλβίδας από τεχνητή βιολογική ή μεταλλική βαλβίδα. Οι βιολογικές βαλβίδες είναι βαλβίδες από ζώα ύστερα από κατάλληλη τεχνική επεξεργασία ή πρόκειται για ανθρώπινες βαλβίδες τις οποίες συνήθως οι χειρουργοί τις αποσπούν από καρδιές που αφαιρούνται κατά τη μεταμόσχευση καρδιάς. Οι βιολογικές είναι καλύτερες από πλευράς επιπλοκών και ποιότητας ζωής του ασθενή, αλλά συνήθως δεν μπορούν να τον καλύψουν για όλη του τη ζωή, εάν έχει προσδόκιμο επιβίωσης μεγαλύτερο των 15 ετών. Οι μεταλλικές βαλβίδες κατά κανόνα καλύπτουν τον ασθενή για μεγαλύτερο χρόνο, όμως έχουν αυξημένες επιπλοκές σε σχέση με τις βιολογικές.
Η εγχείρηση αντικατάστασης μιας βαλβίδας δεν οδηγεί σε πλήρη θεραπεία του ασθενή. Πρόκειται ουσιαστικά για μετατροπή της πορείας της βασικής νόσου. Γι' αυτό και η επέμβαση δεν πρέπει ποτέ να είναι πρόωρη.
Με την εγχείρηση κλείνει το κεφάλαιο της υπάρχουσας βαλβιδοπάθειας και ανοίγει το κεφάλαιο της νέας βαλβίδας και των τυχόν επιπλοκών της. Γι' αυτό και οι ασθενείς χρειάζονται συνεχή παρακολούθηση από τον καρδιολόγο τους και μετά την εγχείρηση.



Κυριότερες βαλβιδοπάθειες


  Στένωση αορτής
  Ανεπάρκεια αορτής
  Οξεία Χρόνια

  Στένωση μιτροειδούς
  Ανεπάρκεια μιτροειδούς
  Οξεία - χρόνια- πρόπτωση

  Φυσική ιστορία Παρακολούθηση
  Χειρουργική θεραπεία


 

Η τριγλώχινα βαλβίδα βρίσκεται μεταξύ του δεξιού κόλπου και της δεξιάς κοιλίας και επιτρέπει τη διέλευση του αίματος από τον δεξιό κόλπο στην δεξιά κοιλία. Η παθολογία της τριγλώχινας, όπως και των άλλων βαλβίδων, οφείλεται, κυρίως, σε επίκτητες νόσους και λιγότερο σε συγγενείς ανωμαλίες, όπως το σύνδρομο Ebstein.
Στένωση της τριγλωχίνας βαλβίδας


Η βασική αιτία της στένωσης είναι η ρευματική νόσος. Η αντιμετώπισή της γίνεται, κυρίως με χειρουργική αντικατάσταση της βαλβίδας.
Ανεπάρκεια της τριγλωχίνας βαλβίδας


Αποτελεί συχνότερη πάθηση της τριγλώχινας βαλβίδας και οφείλεται σε διάταση του τριγλωχινικού δακτυλίου και κακή λειτουργία των τενοντίων χορδών της βαλβίδας. Είναι, συνήθως, δευτεροπαθής πάθηση λόγω άλλης νόσου, όπως μεσοκολπικής επικοινωνίας, πνευμονικής υπέρτασης - από καρδιολογικά και αναπνευστικά προβλήματα - έμφραγμα δεξιάς κοιλίας ή λοιμώδους ενδοκαρδίτισας (κυρίως οφειλόμενης σε χρήση απαγορευμένων ουσιών). Η δευτεροπαθής ανεπάρκεια μειώνεται με τη βελτίωση της λειτουργίας της δεξιάς κοιλίας, εφόσον, βέβαια, αντιμετωπιστεί η οργανική νόσος που προκαλεί την ανεπάρκεια, δηλαδή αντικατάσταση ή πλαστικη΄μιτροειδούς βαλβίδας, σύγκλιση μεσοκολπικής επικοινωνίας, αντιμετώπιση του εμφράγματος και της λοιμώδους ενδοκαρδίτισας κλπ.



H αορτική βαλβίδα ρυθμίζει τη ροή του αίματος από την καρδιά προς το κυκλοφορικό σύστημα. Βρίσκεται στο στόμιο της αορτής που συνδέεται με την αριστερή κοιλία, η βαλβίδα έχει μία δομή φωλιάς χελιδονιού. Αποτελείται από τρεις γλωχίνες οι οποίες έχουν μία ινώδη πάχυνση, το λεγόμενο οζίδιο του Aranzio , το οποίο, ενώ η βαλβίδα είναι κλειστή, καθιστά πλήρες το κλείσιμο αυτής. Η βαλβίδα ανοίγει κατά τη διάρκεια της κοιλιακής συστολής (συστολή) και επιτρέπει την διέλευση του οξυγονωμένου αίματος στην αορτή και στη συνέχεια κλείνει για να εμποδίσει το αίμα να επιστρέψει στην φάση της διαστολής της αριστερής κοιλίας (διαστολή).
Στένωση της αορτικής βαλβίδας

Χαρακτηρίζεται από μία προοδευτική στένωση του στομίου της βαλβίδας με αποτέλεσμα τη μείωση της ροής του αίματος, προερχόμενο από την αριστερή κοιλία στην αορτή. Για το λόγο αυτό, η αριστερή κοιλία πρέπει να δημιουργήσει μία υψηλότερη πίεση για να ωθήσει το αίμα σε όλο το σώμα. Αυτές οι συνθήκες δημιουργούν προοδευτικά μία υπερτροφία (συγκεντρική υπερτροφία) στο τοίχωμα της κοιλίας. Παρά τη δημιουργία αυτών των προσαρμοστικών διεργασιών (αύξηση της πίεσης και υπερτροφία κοιλίας) η λειτουργία της αριστερής κοιλίας τείνει να επιδεινώνεται προοδευτικά και για το λόγο αυτό η κοιλία αδυνατεί να αδειάσει πλήρως στο τέλος της συστολής και αυτή η στασιμότητα του αίματος μεταφέρεται στα πνευμονικά αγγεία. Όλα αυτά είναι η βάση της κλασσικής συμπτωματολογίας η οποία συναντάται στους ασθενείς με στένωση αορτικής βαλβίδας: δύσπνοια, συγκοπτικά επεισόδια, στηθάγχη.
Ανεπάρκεια της αορτικής βαλβίδας

Στην περίπτωση ανεπάρκειας της αορτικής βαλβίδας έχουμε ελλειπή σύγκλιση των γλωχίνων της βαλβίδας. Για το λόγο αυτό, η βαλβίδα δεν κλείνει σωστά στο τέλος της συστολής και ένα μέρος του αίματος επιστρέφει στην αριστερή κοιλία υπερφορτώνοντας την και προκαλώντας μία προοδευτική διάταση των τοιχωμάτων της κοιλίας (έκκεντρη υπερτροφία).
Η ανεπάρκεια της αορτικής βαλβίδας αναπτύσσεται συνήθως σταδιακά και είναι πιθανό να μη δώσει συμπτώματα για δεκαετίες, αλλά μπορεί να εμφανιστεί οξέως ως αποτέλεσμα ενδοκαρδίτιδας ή διαχωρισμού ανιούσης αορτής. Στην πλειονότητα των περιστατικών τα κύρια συμπτώματα είναι: δύσπνοια, νυχτερινή παροξυσμική δύσπνοια, πνευμονικό οίδημα. Το υπέρηχο καρδίας είναι η διαγνωστική εξέταση πρώτης επιλογής, διότι είναι μία μη επεμβατική και ανώδυνη εξέταση. Με βάση τα αποτελέσματα των υπερήχων, ο καρδιοχειρουργός μπορεί να ορίσει ποια είναι η κατάλληλη στιγμή να επέμβει χειρουργικά και μπορεί να έχει πληροφορίες γύρω από τη μορφολογία της βαλβίδας αλλά και τη φύση της παθολογίας της. Στους ασθενείς οι οποίοι πάσχουν από την αορτική τους βαλβίδα, η πρωταρχική επιλογή της θεραπείας είναι η χειρουργική επέμβαση με αντικατάσταση της βαλβίδας με τεχνητή μηχανική ή βιολογική. Σε σπάνιες περιπτώσεις, πλαστική της βαλβίδας για τη διατήρησή της.



Η μιτροειδής βαλβίδα επιτρέπει την διέλευση του αίματος από τον αριστερό κόλπο στην αριστερἠ κοιλία, όμως κλείνοντας η βαλβίδα, εμποδίζει το αίμα να επιστρέψει στον κόλπο.
Δύο είναι οι σπουδαιότερες παθολογίες που μπορούν να προσβάλλουν τη μιτροειδή βαλβίδα:
Στένωση της μιτροειδούς βαλβίδας
Δημιουργείται με την προοδευτική στένωση του στομίου της βαλβίδας, προκαλώντας εμπόδιο στη διέλευση του αίματος. Η στένωση προσβάλλει το 1% του πληθυσμού και η αιτία της μπορεί να είναι ρευματικής αιτιολογία, επειδή η μικροβιακή φλεγμονή δεν αντιμετωπίστηκε σωστά. Η εξάπλωση της αντιβιωτικής θεραπείας στις βιομηχανικές χώρες, μείωσε τη συχνότητα της εμφάνισης της νόσου, η οποία βέβαια παραμένει μία κοινή ασθένεια σε αναπτυσσόμενα κράτη. Μια μιτροειδής βαλβίδα με βαριά στένωση και σοβαρές ασβεστώσεις, γεγονός το οποίο συναντάμε συχνά σε υπερήλικες ασθενείς, πρέπει να αντιμετωπιστεί χειρουργικά. Σε ορισμένα επιλεγμένα περιστατικά μπορεί να διορθωθεί ή να επισκευαστεί με τη διάνοιξη των εντομών της βαλβίδας. Η συνηθέστερη χειρουργική επιλογή είναι, όμως η αντικατάσταση της βαλβίδας με τοποθέτηση μιας μηχανικής ή βιοπροσθετικής βαλβίδας.

Ανεπάρκεια της μιτροειδούς βαλβίδας
Οφείλεται στην ανικανότητα της βαλβίδας να εμποδίσει την παλινδρόμηση του αίματος από την αριστερή κοιλία στον αριστερό κόλπο (ακυρώνεται η φυσιολογική, μονής κατεύθυνσης, ροή του αίματος). Μπορεί να οφείλεται σε ισχαιμία, σε μόλυνση (ενδοκαρδίτιδα) ή ακόμα και σε ρευματική νόσο. Επίσης, μπορεί να οφείλεται σε διάταση της αριστερή κοιλίας. Η διάταση της αριστερής κοιλίας μπορεί να οφείλεται σε γενετική προδιάθεση, σε υπερτάση, άλλη παθολογία των βαλβίδων ή των στεφανιαίων ή σε κατάχρηση αλκοόλ. Λέμε για πρόπτωση της μιτροειδούς βαλβίδας όταν συναντάται μια περίσσεια (πλεόνασμα) βαλβιδικού ιστού. Είναι μια σχετικά συνήθης κατάσταση, η οποία προσβάλλει περίπου το 5% του πληθυσμού. Η επιδιόρθωση της ανεπαρκούσης μιτροειδούς βαλβίδας μπορεί να επιτευχθεί είτε αφαιρώντας τα τμήματα των βαλβιδικών γλωχίνων που λειτουργούν κακώς, είτε τοποθετώντας τεχνητές τενόντιες χορδές (οι οποίες αντικαθιστούν τις φυσιολογικές που έχουν επιμικυνθεί ή κοπεί), είτε τοποθετώντας μία πρόθεση δακτυλίου (για να σφίξει και να διαμορφώσει το δακτύλιο της μιτροειδούς βαλβίδας όταν αυτός είναι διατεταμένος). Η πιο χρήσιμη εξέταση για τη διάγνωση είναι το διαθωρακικό υπερηχοκαρδιογράφημα. Υπάρχει, όμως, άλλη μία εξέταση μεγαλύτερης ακρίβειας, το διοισοφάγειο υπερηχοκαρδιογράφημα, που γίνεται προωθώντας έναν μικρό σωλήνα, ο οποίος στο άκρο του έχει τοποθετημένο υπέρηχο, στον οισοφάγο. Αυτό επιτρέπει στον ιατρό να μελετήσει τη βαλβίδα από πιο κοντά προκειμένου να μπορέσει να δει λεπτομερώς τη λειτουργία και τη μορφολογία της βαλβίδας.

Προσθετικές βαλβίδες

Η βαλβίδες της καρδιάς μπορεί να υποστούν βλάβες από διάφορες αιτίες μεταξύ των οποίων οι συχνότερες είναι η εκφύλιση, ο ρευματικός πυρετός , η μόλυνση και η στεφανιαία νόσος. Το αποτέλεσμα των βλαβών αυτών είναι να προκαλείται δυσλειτουργία της βαλβίδας που εκδηλώνεται σαν στένωση , σαν ανεπάρκεια ή σαν μικτή βαλβιδοπάθεια ( στένωση και ανεπάρκεια μαζί). Όταν μια καρδιακή βαλβίδα στενεύει τότε παρεμποδίζεται η διέλευση του αίματος προς την προβλεπόμενη κατεύθυνση. Όταν η βαλβίδα ανεπαρκεί τότε κατά την διάρκεια της καρδιακής λειτουργίας το αίμα διοχετεύεται σε κατεύθυνση αντίθεση από την προβλεπόμενη.
Οι βαλβιδοπάθειες προκαλούν δυσλειτουργία της καρδιακής αντλίας με αποτέλεσμα να προκαλούνται διάφορα συμπτώματα όπως είναι η εύκολη κούραση, η δύσπνοια, οι αρρυθμίες , το πρήξιμο στα πόδια κ.α. Τα συμπτώματα αυτά οφείλονται σε καρδιακή ανεπάρκεια. Όταν από τις διάφορες καρδιολογικές εξετάσεις (μεταξύ των οποίων η πιο σημαντική είναι το υπερηχογράφημμα) διαπιστωθεί ότι μια ή περισσότερες βαλβίδες της καρδιάς εμφανίζουν σοβαρές βλάβες τότε η εγχείρηση αποτελεί την μοναδική θεραπεία. Οι βαλβίδες μπορούν να διορθωθούν χειρουργικά χωρίς να αντικατασταθούν αλλά όταν οι βλάβες είναι σοβαρές θα πρέπει να αφαιρεθούν και να αντικατασταθούν με προσθετικές βαλβίδες. Οι βαλβίδες που κατά κανόνα χειρουργούνται είναι η μιτροειδής και η αορτική.

Τύποι προσθετικών βαλβίδων

Οι προσθετικές βαλβίδες είναι δυο τύπων: βιολογικές και μηχανικές.
Οι βιολογικές βαλβίδες παρασκευάζονται από ζωικό υλικό, συμπεριφέρονται όπως οι φυσιολογικές βαλβίδες και δεν χρειάζονται αντιπηκτικά φάρμακα. Το βασικό τους μειονέκτημα είναι ότι εκφυλίζονται μετά από ορισμένο χρόνο (10-15 χρόνια) οπότε θα πρέπει να αντικατασταθούν ξανά.
Οι μηχανικές βαλβίδες είναι εξαιρετικά ανθεκτικές και αντέχουν εφόρου ζωής. Αποτελούνται από ένα μεταλλικό κυκλικό πλαίσιο που περιέχει δυο κινούμενα φύλλα που κλείνουν και ανοίγουν επιτρέποντας την διέλευση του αίματος μόνον προς την προβλεπόμενη κατεύθυνση. Το βασικό μειονέκτημα των μηχανικών βαλβίδων είναι ότι μπορεί να δημιουργήσουν θρόμβους που είναι πολύ επικίνδυνοι για την ζωή του ασθενούς. Για τον λόγο αυτό όλοι οι ασθενείς που έχουν μηχανική βαλβίδα θα πρέπει να παίρνουν αντιπηκτικά φάρμακα εφόρου ζωής παρακολουθώντας τακτικά (με μια ειδική εξέταση του αίματος) την επάρκεια της αντιπηκτικής αγωγής.
Οι προσθετικές βαλβίδες δεν υποβαθμίζουν αναγκαστικά και την ποιότητα ζωής των ασθενών. Οι χειρουργημένοι ασθενείς μπορεί να διάγουν μια σχεδόν φυσιολογική ζωή υπό τον όρο ότι τηρούν ορισμένους κανόνες. Οι σημαντικότεροι από τους κανόνες αυτούς είναι η σωστή αντιπηκτική αγωγή και η προστασία της βαλβίδας από τις μολύνσεις.

Εγχείρηση καρδιάς για αντικατάσταση βαλβίδας

Όλες οι εγχειρήσεις επί των καρδιακών βαλβίδων γίνονται με παύση της καρδιάς . Κατά τον χρόνο που ο χειρουργός εργάζεται πάνω στη βαλβίδα, η λειτουργία της καρδιάς (άντληση του αίματος) και των πνευμόνων (οξυγόνωση του αίματος) εξασφαλίζεται με την χρησιμοποίηση της μηχανής της εξωσωματικής κυκλοφορίας. Με την πλαστική χειρουργική ο χειρουργός προσπαθεί να αποκαταστήσει την φυσιολογική μορφολογία της βαλβίδας. Μετά το πέρας της πλαστικής τοποθετείται ειδικός δακτύλιος στην περιφέρεια της βαλβίδας ώστε να αποφευχθεί η διάταση. Όταν οι βλάβες της βαλβίδας δεν επιτρέπουν την πλαστική αποκατάσταση τότε η κατεστραμμένη βαλβίδα αφαιρείται και στην θέση της τοποθετείται μια προσθετική βαλβίδα (βιολογική ή μηχανική)

ΣΤΕΝΩΣΗ ΑΟΡΤΙΚΗΣ ΒΑΛΒΙΔΑΣ
Η χειρουργική αντιμετώπιση αποτελεί αναγκαιότητα όταν αναπτυχθούν συμπτώματα (όπως στηθάγχη ή δύσπνοια ή συγκοπτικά επεισόδια). Από το 1960 σειρά μελετών έχει αποδείξει ότι από τη στιγμή που ο ασθενής γίνεται συμτωματικός, η μέση επιβίωσή του είναι δύο έως τρία χρόνια, εάν η βαλβίδα παραμείνει στενωμένη με τη χειρουργική αντιμετώπιση οι προοπτικές είναι πολύ καλές εφόσον η βαλβιδοπάθεια δεν έχει επηρεάσει σοβαρά τη λειτουργικότητα της καρδιάς.
Αντικατάσταση βαλβίδας
Η χειρουργική αντικατάσταση της βαλβίδας με προσθετική βαλβίδα μπορεί να γίνει είτε με μεταλλική είτε με βιολογική βαλβίδα.
Η μεταλλική απαιτεί χρόνια λήψη αντιπηκτικών, αλλά έχει μεγάλη αντοχή στο χρόνο. Η βιολογική, από την άλλη, κατασκευάζεται από επεξεργασμένο ιστό χοίρου ή βόιου και δεν απαιτεί αντιπηκτική αγωγή, αλλά εκφυλίζεται και μετά από 10-15 χρόνια απαιτείται εκ νέου χειρουργείο για την αντικάταστασή της.
Πιθανές επιλογές:
i) Βαλβιδοπλαστική με μπαλόνι.
Το αποτέλεσμά της συνήθως δεν διαρκεί πολύ καιρό.
ii) Διαδερμική αντικατάσταση της αορτικής βαλβίδας (TAVI).
Η πρόσβαση, αναλόγως την καταλληλότητα των αγγείων, γίνεται από τη μηριαία αρτηρία, την κορυφή της καρδιάς, την ανιούσα αορτή ή την υποκλείδια αρτηρία.
Τα ποσοστά θνησιμότητας εντός των πρώτων 30 ημερών κυμαίνονται από 5%-15%. Περίπου το 1%-2% των ασθενών που αντιμετωπίζονται με TAVI χρειάζονται άμεση καρδιοχειρουργική επέμβαση για απειλητικές για τη ζωή επιπλοκές. Η επιβίωση ενός έτους για TAVI κυμαίνεται από 60%-80%, οι περισσότεροι επιζώντες εμφανίζουν σημαντική βελτίωση της κατάστασης της υγείας και της ποιότητας ζωής τους.
Πρέπει, όμως, να σημειωθεί ότι η TAVI είναι μία λύση για άτομα τα οποία δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν την ανοικτή αντικατάσταση δηλαδή όταν τα περιστατικά κριθούν ανεγχείρητα λόγω νόσων, όπως αναπνευστική ανεπάρκεια, ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια κ.λ.π.


Μιτροειδής βαλβίδα
Όταν η στένωση της μιτροειδούς είναι σοβαρή γίνεται αντικατάσταση της βαλβίδας με βιολογική ή μεταλλική βαλβίδα. Σε ειδικές περιπτώσεις μπορεί να γίνει διάνοιξη της βαλβίδας με μπαλόνι (διαδερμική βαλβιδοπλαστική της μιτροειδούς).
Η επιδιόρθωση της στενωμένης βαλβίδας είναι δυνατή σε ορισμένες περιπτώσεις. Αυτή ονομάζεται βαλβιδοτομή ή commissurotomy και γίνεται με χειρουργική επέμβαση με την βοήθεια εξωσωματικής (ανοικτής καρδιάς).
Η χειρουργική θνητότητα στην αντικατάσταση της μιτροειδούς βαλβίδας κυμαίνεται μεταξύ 3%-10% και σχετίζεται με την ηλικία, το λειτουργικό στάδιο, την πνευμονική υπέρταση, καθώς και την παρουσία στεφανιαίας νόσου.



Τριγλώχινα Βαλβίδα
Χειρουργική επέμβαση στην τριγλώχινα βαλβίδα ενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ανεπάρκεια και σημαντική διάταση του δακτυλίου πριν δημιουργηθούν προβλήματα της δεξιάς κοιλίας και πνευμονικής υπέρτασης.
Η βαλβιδοπλαστική με τοποθέτηση προσθετικού δακτυλίου παρέχει τα καλύτερα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα.
Η αντικατάσταση της τριγλώχινας γίνεται σε ελάχιστα περιστατικά στα οποία δεν μπορεί να διορθωθεί η βαλβίδα, αλλά όταν παρουσιάζει σοβαρή στένωση λόγω σοβαρής ρευματικής νόσου, μόνο τότε υπάρχει ένδειξη αντικατάστασής της και γίνεται με μεταλλική ή βιολογική βαλβίδα. Όπως και στις άλλες βαλβίδες, η μεταλλική απαιτεί χρόνια λήψη αντιπηκτικών και έχει μεγάλη αντοχή στο χρόνο, ενώ η βιολογική δεν απαιτεί αντιπηκτική αγωγή, αλλά εκφυλίζεται μετά από 10-15 χρόνια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου