Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

Αντιμετώπιση της υπέρτασης με φυσικούς τρόπους






To πρόβλημα της αύξησης της αρτηριακής πίεσης είναι αρκετά διαδεδομένο σήμερα και συχνά παραγνωρίζεται από τους πάσχοντες λόγω της έλλειψης συμπτωμάτων επί μακρόν.
Οι επιπλοκές της αρρύθμιστης αρτηριακής πίεσης είναι σημαντικές και αποτελούν σημαντικούς παράγοντες πρόωρου θανάτου και σοβαρής αναπηρίας στην σύγχρονη εποχή.Σε κατά τα λοιπά υγιείς ανθρώπους, υπέρταση υπάρχει, όταν ο μέσος όρος των μετρήσεων της διαστολικής πίεσης («μικρή» πίεση), είναι μεγαλύτερος ή ίσος από 90mmHg, όπως μετράται με ειδικά όργανα, τα ιατρικά πιεσόμετρα ακριβείας. Υπέρταση υπάρχει επιπροσθέτως και όταν ο μέσος όρος των μετρήσεων της συστολικής πίεσης («μεγάλη» πίεση), είναι μεγαλύτερος ή ίσος από 140mmHg. Σε περίπτωση άλλης
παθήσεως, όπως αυξημένου σακχάρου, χοληστερόλης, καρδιακής ή νεφρικής παθήσεως, τα όρια αυτά είναι συχνά πιο αυστηρά.Σύμφωνα με μελέτες στο 5% των ασθενών με υπέρταση υπάρχει υποκείμενη νόσος (δευτεροπαθής υπέρταση). Στις περιπτώσεις αυτές η θεραπεία κατευθύνεται στην υποκείμενη νόσο. Στο υπόλοιπο 95% πρόκειται για ιδιοπαθή υπέρταση.
Ένα από τα πιο σημαντικά πεδία όπου έχει απόλυτη ένδειξη σήμερα η εναλλακτική ιατρική, είναι η ήπια και μετρίου βαθμού ιδιοπαθής υπέρταση. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα χημικά φάρμακα, παρά την αναμφισβήτητη χρησιμότητά τους σε περιπτώσεις ανθεκτικής ή σοβαρής υπέρτασης έχουν σημαντικές παρενέργειες. Αντίθετα η αποτελεσματικότητα των φυσικών μεθόδων αντιμετώπισης της ήπιας και μέτριας υπέρτασης είναι υψηλή και οι παρενέργειες, ανύπαρκτες ή ελάχιστες.


ΧΗΜΙΚΑ ΦΑΡΜΑΚΑ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ


Υπάρχουν σήμερα πολλές κατηγορίες φαρμάκων για την υπέρταση από τις οποίες έξι, που εκτίθενται συνοπτικά παρακάτω, χρησιμοποιούνται σήμερα ως φάρμακα πρώτης γραμμής.


Α. ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ
Μειώνουν την αρτηριακή πίεση, ελαττώνοντας τον όγκο του συνολικού πλάσματος. Στις παρενέργειές τους συμπεριλαμβάνονται η αλλεργία, ποι διαταραχές των ηλεκτρολυτών, ο διαβήτης, η αύξηση του ουρικού οξέος, η άνοδος της χοληστερίνης, η ανδρική ανικανότητα.


Β. Β ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ
Ελαττώνουν την αρτηριακή πίεση μειώνοντας τον καρδιακό ρυθμό και το καρδιακό έργο. Στις παρενέργειές τους συγκαταλέγονται η παρόξυνση βρογχικού άσθματος, καρδιακές διαταραχές ρυθμού, φαινόμενο RAYNAUD, συμπτώματα από το ΚΝΣ, κατάθλιψη, ανδρική ανικανότητα, μεταβολικές διαταραχές.


Γ. ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΡΕΝΙΝΗΣ
Η ρενίνη είναι μία ουσία που κυκλοφορεί στο αίμα και εμπλέκεται στην αύξηση της αρτηριακής πίεσης. Η κατηγορία αυτή είναι καινούρια και οι παρενέργειες των αναστολέων ρενίνης δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς σε βάθος χρόνου. Παρενέργειες που έχουν αναφερθεί είναι το αγειοίδημα, οι διαταραχές των ηλεκτρολυτών, η υπόταση.


Δ. ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ ACE
Τα φάρμακα αυτά αναστέλλουν το σύστημα ρενίνης αγγειοτενσίνης αλδοστερόνης που εμπλέκεται στην αύξηση της αρτηριακής πίεσης, προάγουν τη σύνθεση αγγειοδιασταλτικών προσταγλανδινών και ενίοτε αναστέλλουν την δραστηριότητα του συμπαθητικού συστήματος, τροποποιούν την διάθεση της βραδυκινίνης στον οργανισμό. Στις παρενέργειές τους συγκαταλέγονται βήχας, υπόταση, ζάλη, νεφρική δυσλειτουργία, μεταβολικές διαταραχές, αλλεργία, δυσκρασία του αίματος.


Ε. ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ ΙΙ
Τα φάρμακα αυτά αναστέλλουν τους υποδοχείς της αγγειοτενσίνης ΙΙ, που εμπλέκεται στην αύξηση της αρτηριακής πίεσης, δρώντας με ανάλογο τρόπο με τα φάρμακα της προηγούμενης κατηγορίας. Στις παρενέργειές τους συγκαταλέγονται υπόταση, νεφρική δυσλειτουργία, υπερκαλιαιμία, αλλεργία.


ΣΤ. ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ
Προκαλούν περιφερική αγγειοδιαστολή προκαλώντας μειώσεις της αρτηριακής πίεσης. Στις παρενέργειές τους συγκαταλέγονται κεφαλαλγία, οίδημα, βραδυκαρδία, δυσκοιλιότητα.



ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΜΕΘΟΔΟΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ

Οι εναλλακτικές θεραπείες αντιμετώπισης της υπέρτασης

1. Διατροφική θεραπεία


Η διατροφική θεραπεία είναι η πιο καλά μελετημένη φυσική μέθοδος θεραπείας. Τα διατροφικά προγράμματα εξατομικεύονται ανάλογα με τον υπερτασικό, αλλά βασίζονται σε ορισμένες βασικές αρχές που ισχύουν για κάθε υπερτασικό. Συγκεκριμένα η διατροφή εμπλουτίζεται σε φρούτα και λαχανικά, ενώ εφαρμόζεται δραστικός περιορισμός του άλατος, του καφέ, του αλκοόλ, των αναψυκτικών τύπου cola, των ποτών που περιέχουν καφεΐνη ή ουσιών που δρουν με παρόμοιο τρόπο με την καφεΐνη. Παράλληλα εφαρμόζεται δραστική περικοπή του κορεσμένου λίπους και αύξηση της κατανάλωσης ψαριών. Σύμφωνα με μελέτες η διατροφή που είναι πλούσια σε φρούτα λαχανικά και πτωχή σε ολικό λίπος και αλάτι, μειώνει την αρτηριακή πίεση κατά 10- 25 mmHg, ενώ η απώλεια του υπερβάλλοντος βάρους οδηγεί σε μειώσεις 5-20 mmHg, για κάθε δέκα πλεονάζοντα κιλά που χάνονται.


Τα διατροφικά προγράμματα εξατομικεύονται περαιτέρω ανάλογα με το υπερτασικό άτομο αλλά και τα συνωδά νοσήματα από τα οποία μπορεί να πάσχει. Επί παραδείγματι οι άνδρες με μειωμένα επίπεδα καλής χοληστερόλης HDL, χωρίς άλλα παθολογικά προβλήματα ή διαταραχές στον εργαστηριακό έλεγχο ρουτίνας ωφελούνται σύμφωνα με μελέτες από την πόση τεσσάρων πέντε ποτών κόκκινου κρασιού την εβδομάδα. Η αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων αυτών αυξάνεται όταν εφαρμόζονται και άλλες παρεμβάσεις στην καθημερινότητα όπως συστηματική άσκηση, διακοπή καπνίσματος. 


Η αρτηριακή υπέρταση και η αντιμετώπισή της

Με τον όρο αρτηριακή υπέρταση εννοούμε την αύξηση της πίεσης που ασκεί το αίμα στα τοιχώματα των αγγείων, σε τιμές που είναι υψηλότερες από εκείνες του μέσου όρου του ανθρώπινου πληθυσμού. Δεν είναι εύκολο να πει κανείς ποιες τιμές πιέσεων θεωρούνται υψηλές, από τη στιγμή που στον ανθρώπινο πληθυσμό παρατηρούνται διακυμάνσεις στις τιμές, οι οποίες επηρεάζονται από διάφορους παράγοντες όπως η ηλικία, το φύλο και η φυλή. Πρέπει εδώ να πούμε ότι η αρτηριακή πίεση ειθισται να αποτελείται από δυο τιμές, εξαρτώμενες από τον ρυθμό χτύπου της καρδιάς, την συστολική (μεγάλη) και την διαστολική (μικρή).
Οι διεθνείς ιατρικές οργανώσεις έχουν οριοθετήσει, έπειτα από συνεχείς μελέτες, ορισμένες τιμές αρτηριακής πίεσης που μεταβάλλονται σε συνάρτηση με την ηλικία.
Έτσι, για άτομα κάτω των 45 ετών, τιμές συστολικής πίεσης μικρότερης των 130 χιλιοστών στήλης υδραργύρου (μονάδες μέτρησης της πίεσης) και διαστολικής μικρότερης των 90 χιλιοστών Hg θεωρούνται φυσιολογικές.
Για άτομα άνω των 45 ετών, τιμές συστολικής πίεσης μικρότερης των 140 χιλιοστών Hg και διαστολικής μικρότερης των 90 χιλιοστών Hg θεωρούνται φυσιολογικές.
Άτομα με τιμές συστολικής πίεσης άνω των 140 χιλιοστών Hg και διαστολικής μεγαλύτερες των 90 χιλιοστών Hg, θεωρούνται υπερτασικά.
Ποιες ασθένειες ευθύνονται όμως για την αύξηση της συστολικής και ποιες για της διαστολικής πίεσης; Ανεβαίνουν ανεξάρτητα η μια από την άλλη ή μήπως η αύξηση είναι ταυτόχρονη;
Υπάρχουν κλινικές καταστάσεις στις οποίες αυξάνεται η συστολική και άλλες όπου αυξάνεται η διαστολική τιμή.
Να πούμε σ' αυτό το σημείο ότι η καρδιακή κινητικότητα και σύσπαση, καθώς και ο όγκος αίματος του κάθε ανθρώπινου οργανισμού είναι υπαίτιες κυρίως για αυξομειώσεις της συστολικής τιμής, ενώ τη διαστολική τιμή επηρεάζουν κυρίως παράγοντες που δρουν στις περιφερειακές αντιστάσεις των αγγείων, όπως η ρευστότητα του αίματος και πάνω απ' όλα οι αντιστάσεις των μικρών αρτηριών, που είναι αντιστρόφως ανάλογες με τη διάμετρο της αρτηρίας στην οποία ρέει το αίμα.
Συστολική υπέρταση προκαλούν διάφορες ασθένειες, οι συχνότερες από τις οποίες είναι :
1)       Ο υπερθυρεοειδισμός
2)       Χρόνια αναιμία με αιμοσφαιρίνη μικρότερη από 7 γραμμάρια / dl
3)       Αρτηριοφλεβικές επικοινωνίες
4)       Προχωρημένη οστική νόσος του Paget
5)       Αρτηριοσκλήρυνση του αορτικού τόξου
6)       Ανεπάρκεια της αορτικής καρδιακής βαλβίδας.
Από την άλλη μεριά, για την αύξηση της διαστολικής πίεσης είναι υπεύθυνη κυρίως μια πάθηση: Ο υποθυρεοειδισμός
Πιο συνηθισμένο φαινόμενο όμως, είναι να αυξάνονται ταυτόχρονα τόσο η συστολική, όσο και η διαστολική τιμή της πίεσης. Γι' αυτόν τον τύπο υπέρτασης είθισται να υπάρχει η εξής ταξινόμηση: α) Ιδιοπαθής η' πρωτοπαθής υπέρταση (που είναι υπεύθυνη για περισσότερες από το 90% των περιπτώσεων υπέρτασης), και β) δευτεροπαθής υπέρταση (ευθύνεται για λιγότερες από το 10% των περιπτώσεων).
Ασθένειες που προκαλούν δευτεροπαθή υπέρταση είναι οι εξής:
1)         Παθήσεις των ενδοκρινών αδένων (των επινεφριδίων, της υπόφυσης, του θυρεοειδή)
2)         Παθήσεις των νεφρών (αγγειακές και παρεγχυματικές)
3)         Παθήσεις του κεντρικού νευρικού συστήματος
4)         Φάρμακα και τοξίνες
5)         Άλλες παθήσεις (τοξιναιμία της κύησης, πολυκυτταραιμία κ.α.)
Θα μιλήσουμε τώρα για την ιδιοπαθή υπέρταση, η οποία αποτελεί μακράν τη συνηθέστερη μορφή αρτηριακής υπέρτασης, με ποσοστό που κυμαίνεται στο 90-95% επί του συνόλου των μορφών. Με τον ορό ιδιοπαθή, εννοούμε τις μορφές εκείνες αρτηριακής υπέρτασης, στις οποίες δεν έχει ανιχνευτεί κάποιος αιτιολογικός παράγοντας που να τις προκαλεί. Είναι μια κατάσταση που χαρακτηρίζεται από μια διαταραχή στη ρύθμιση των μηχανισμών που ελέγχουν την αρτηριακή πίεση.
Για να καταλάβει κανείς το ποσοστό των ανθρώπων που πάσχουν από αρτηριακή ιδιοπαθή υπέρταση, αρκεί ν' αναφέρουμε ότι τιμές άνω των 140/90 χιλιοστών Hg στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, εμφανίζουν 60 εκατ. πολιτών επί συνόλου 240 εκατ, δηλαδή ποσοστό 25%!
Η αιτιοπαθογένεση της ιδιοπαθούς υπέρτασης είναι δύσκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια, καθώς φαίνεται ότι πολλοί παράγοντες συντελούν στην εμφάνιση της όπως:
1) Η ηλικία
2) Η κληρονομικότητα
3) Η διατροφή και κυρίως η κατανάλωση Νατρίου (με τη μορφή του αλατιού)
4) Ο ρόλος του συμπαθητικού συστήματος της καρδιάς
5) Η φυσική κατάσταση και ηρεμία του ατόμου (άγχος, νευρικότητα)
6) Ο ρόλος της ορμόνης Ρενίνη.
Αποτελεί, όμως, η πρωτοπαθής αρτηριακή υπέρταση ασθένεια;
Aν λάβουμε υπόψη ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των πρωτοπαθών υπερτασικών δεν παρουσιάζει κάποια συμπτώματα, είναι ίσως σωστότερο να μην την θεωρήσουμε αυτόνομη ασθένεια, αλλά προδιαθεσιακό παράγοντα κινδύνου, και μάλιστα σημαντικό, για την εμφάνιση άλλων ασθενειών.
Με ποιον μηχανισμό; Η αύξηση της τιμής της αρτηριακής πίεσης πάνω από το όριο 140/90 χιλιοστών Hg και η διατήρηση της, για μακροχρόνιο χρονικό διάστημα, σε τόσο υψηλές τιμές, έχει ως αποτέλεσμα την εμφάνιση δυσλειτουργίας του καρδιοαγγειακού συστήματος. Η υπέρταση αποτελεί προδιαθεσιακό παράγοντα για την εμφάνιση του φαινόμενου της αρτηριοσκλήρυνσης στα διάφορα αιμοφόρα αγγεία του ανθρώπινου οργανισμού (τόσο σε εκείνα μικρού και μεσαίου, όσο και σε εκείνα μεγάλου διαμετρήματος), με αποτέλεσμα τη δυσλειτουργία και την αλλοίωση των τοιχωμάτων τους. Τα αγγεία αυτά είναι υπεύθυνα για την αιμάτωση και τη θρέψη, με απαραίτητα συστατικά, ζωτικών οργάνων του ανθρώπινου σώματος, όπως η καρδιά, ο εγκέφαλος και οι νεφροί. Η αλλοίωση των τοιχωμάτων των αγγείων έχει ως επακόλουθο τη μη σωστή λειτουργία των οργάνων αυτών και την εμφάνιση ασθενειών, όπως η ισχαιμική καρδιοπάθεια (στηθάγχη, οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου), εγκεφαλικές παθήσεις ( αγγειακά επεισόδια, αιμορραγίες, ανευρύσματα) και νεφρολογικές παθήσεις (όπως η χρόνια νεφρική ανεπάρκεια κ.α.).
Η συμβολή της αρτηριακής υπέρτασης σε πολλές καρδιοαγγειακές παθήσεις θεωρείται πλέον δεδομένη. Ενδεικτικά αναφέρω τα αποτελέσματα μιας ευρείας επιστημονικής επιδημιολογικής έρευνας στην πόλη Framingham των Ηνωμένων Πολιτειών, όπου, σύμφωνα με τα στοιχεία, το 37% των ανδρών και το 51% των γυναικών που πέθαναν εξαιτίας καρδιοαγγειακών παθήσεων, είχαν παρουσιάσει στο παρελθόν σε τουλάχιστον τρεις περιπτώσεις τιμές αρτηριακής πίεσης άνω των 140/90 χιλιοστών Hg .Σε ορισμένους από τους νεκρούς είχε διαγνωστεί, εν ζωή, βαριάς μορφής υπέρταση με τιμές συστολικής πίεσης σταθερά άνω των 180 χιλιοστών Hg, και σαν αίτια θανάτου είτε εγκεφαλικές αιμορραγίες, είτε ανευρύσματα, ως αποτέλεσμα των ανεπανόρθωτων βλαβών στα τοιχώματα των εγκεφαλικών αγγείων εξαιτίας των υψηλών τιμών αρτηριακής πίεσης. Το μεγαλύτερο ποσοστό θανάτων όμως στους υπερτασικούς, σύμφωνα πάντα με την έρευνα, οφείλονταν στα επεισόδια ισχαιμικής καρδιοπάθειας.
Εκείνα τα άτομα παρουσίαζαν, εν ζωή, ελαφριάς μορφής υπέρταση (τιμές συστολικής πίεσης: 140-160 χιλιοστών Hg ). Συζητήθηκε από τότε πολύ, αν η μείωση των τιμών σε φυσιολογικές τιμές (κάτω των 140/90 χιλιοστών Hg ), βοηθάει σημαντικά στην πρόληψη της ισχαιμικής καρδιοπάθειας. Επανειλημμένες επιστημονικές έρευνες τα τελευταία χρόνια αποδεικνύουν ότι πράγματι βοηθάει αποφασιστικά στην πρόληψη της.
Τέλος, θα ήθελα ν' αναφέρω λίγα λόγια για την θεραπεία της αρτηριακής υπέρτασης. Βασικό είναι ν' ακολουθήσει ο ασθενής κάποιους κανόνες υγιεινής και διατροφής: μείωση του σωματικού βάρους στους παχύσαρκους, δίαιτα πτωχή σε αλάτι, λίπος και χοληστερίνη, συνιστώνται τα φρούτα, οι φυτικές τροφές και η αποφυγή του καπνίσματος και της υπέρμετρης κατανάλωσης οινοπνεύματος.
Όσον αφορά στην φαρμακευτική θεραπεία του προβλήματος, είναι διαθέσιμες στο εμπόριο διάφορες ουσίες, με τη μορφή φαρμακευτικών σκευασμάτων. Οι σημαντικότερες, ανά κατηγορίες, και χωρίς να μπω σε λεπτομέρειες για τον τρόπο δράσης της καθεμίας, είναι οι εξής:
1) Tα διουρητικά
2) Οι β-αναστολείς υποδοχέων της καρδιάς
3) Τα αγγειοδιασταλτικά (με σημαντικότερους τους ανταγωνιστές ασβεστίου)
4) Φάρμακα που ενεργούν στο κεντρικό νευρικό σύστημα
5) Αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης
6) Ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ.
Ορισμένες από αυτές τις ουσίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε συνδυασμό, με σκοπό να επιτευχθεί αποτελεσματικότερο αντιυπερτασικό αποτέλεσμα.
Κλείνοντας, θα ήθελα να τονίσω ότι επειδή η αρτηριακή υπέρταση αποτελεί ύπουλο κίνδυνο για τον ασθενή, ο οποίος μπορεί να είναι ασυμπωματικός για χρόνια ή και δεκαετίες, μέχρις ότου παρουσιαστεί κάποια από τις σοβαρότατες ασθένειες τις οποίες και προδιαθέτει, κρίνεται ωφέλιμη (αν όχι απολύτως αναγκαία), η συχνή παρακολούθηση των τιμών της αρτηριακής πίεσης.
Κάθε ενήλικας, καλό θα είναι να μετρά την πίεση μια φορά τον χρόνο, ενώ άτομα με βεβαρημένο ιστορικό (όπως όσοι έχουν υπέρταση, καρδιοαγγειακά προβλήματα, σακχαρώδη διαβήτη, υπερλιποπρωτειναιμία) ή άτομα στους οποίους ήδη έχει διαγνωστεί υπέρταση, κρίνεται απαραίτητο να διαθέτουν στο σπίτι τους τη συσκευή μέτρησης της αρτηριακής πίεσης (σφυγμομανόμετρο ή πιεσόμετρο) και να τη μετρούν πολύ συχνά.
 
Τσακάλης Αργύρης
Ιατρός


ΥΠΕΡΤΑΣΗ. ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΑΛΗΘΕΙΕΣ