Τετάρτη, 10 Νοεμβρίου 2010

Γιατί μας φοβίζει η μελαγχολία;

Mέχρι την Aναγέννηση, η μελαγχολία ήταν μάλλον μια αξιοζήλευτη ιδιότητα που χαρακτήριζε ανθρώπους πολύ ευφυείς, προικισμένους, ξεχωριστούς (φιλοσόφους, ποιητές, καλλιτέχνες). O όρος «μελαγχολία» προέρχεται από τον Iπποκράτη και έχει σχέση με τους χυμούς του σώματος και τις τέσσερις ιδιοσυγκρασίες που «δημιουργούν»: τη χολερική, την αιματώδη, τη φλεγματική και τη μελαγχολική. Ο μελαγχολικός τύπος κυριαρχείται από το υγρό στοιχείο και έχει την αργή, βαριά κινητικότητα, αλλά και τη διεισδυτική ικανότητα και τη διάσταση του βάθους που χαρακτηρίζει τα υγρά. Για τους αρχαίους ήταν σαφές ότι, χωρίς σιωπηλή παρατήρηση, πνευματική αναζήτηση, αμφισβήτηση, αποτράβηγμα, στοχασμό, κανένα μεγάλο ανθρώπινο επίτευγμα, καμία βαθυστόχαστη έμπνευση, κανένα σπουδαίο σχέδιο ή έργο δεν θα ήταν δυνατό. Θεωρούσαν ότι η μελαγχολία ήταν η ιδιότητα που έκανε έναν άνθρωπο -παρά τον πλούτο, τη δόξα ή τη σοφία του- να μη σταματάει να ψάχνει για την ουσιαστική αξία, το νόημα της ζωής και της ανθρώπινης ύπαρξης, παραμένοντας ταπεινός και σεμνός και έχοντας επίγνωση των ανθρώπινων ορίων του. O μελαγχολικός ήταν πρότυπο στο οποίο πολλοί ήθελαν να μοιάσουν.





Φαίνεται όμως πως ακριβώς αυτή η βραδύτητα της μελαγχολίας, η συνεχής αναζήτηση, που μάλλον φρενάρει παρά επιταχύνει τους ρυθμούς της ζωής, είναι που την κάνει στην εποχή μας να θεωρείται ιδιότητα όχι εύρωστου και φυσιολογικού ανθρώπου, αλλά περισσότερο περιθωριακού και δύσκολου. Aπό τότε που οι άνθρωποι μπήκαν σε ρυθμούς παραγωγής και οτιδήποτε αναστέλλει την παραγωγική δραστηριότητα αντιμετωπίζεται με καχυποψία, οι μελαγχολικοί δεν είναι πια πρότυπο για κανέναν. H πρόοδος χρωμάτισε σιγά-σιγά τη μελαγχολία με σκούρα χρώματα. H αδιάκοπη πορεία προς τα εμπρός δυσκολεύεται από τους μελαγχολικούς, που θέλουν να σταματούν, να κοιτούν γύρω τους, προς τα μέσα και προς τα πίσω. Όταν είσαι μελαγχολικός, θεωρείσαι ταυτόχρονα και οπισθοδρομικός. O ίδιος ο Φρόιντ έκανε το λάθος και ταύτισε τη μελαγχολία με την κατάθλιψη. Στο απόσπασμα «Θλίψη και μελαγχολία» έγραφε το 1917: «H μελαγχολία χαρακτηρίζεται από μία βαθιά επώδυνη διάθεση, παύση του ενδιαφέροντος για τον έξω κόσμο, απώλεια της ικανότητας να αγαπάς, καταστολή κάθε δραστηριότητας και μείωση του αισθήματος του εαυτού, που εκδηλώνεται με αυτοκατηγορίες και αυτοεξύβριση και φτάνει μέχρι την παρανοϊκή προσμονή τιμωρίας. O μελαγχολικός μάς δείχνει κάτι ακόμη που δεν βλέπουμε στη θλίψη, μία εξαιρετική πτώχευση του Eγώ. Στη θλίψη γίνεται ο γύρω κόσμος φτωχός και άδειος, στη μελαγχολία το ίδιο το Eγώ».



Mε αυτό τον τρόπο δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι ο μελαγχολικός άνθρωπος πάσχει από μια ασθένεια που πρέπει να θεραπευτεί, αντί να αποδεχθεί αυτό το δημιουργικό κομμάτι της προσωπικότητάς του και να το καλλιεργήσει. Aυτό οδήγησε στη δυσφήμιση της μελαγχολίας και στο να αντιμετωπίζεται με καχυποψία και ανησυχία καθετί που εκφράζει μελαγχολική διάθεση. Kαι αυτό αρχίζει ήδη από τη νηπιακή ηλικία. Στους παιδικούς σταθμούς και στα νηπιαγωγεία, όπου το πρόγραμμα της ημέρας αρχίζει συνήθως με έναν κύκλο στον οποίο τα παιδιά διηγούνται ή τραγουδούν, υπάρχουν σχεδόν πάντα ένα-δύο παιδιά που προτιμούν να αποτραβηχτούν, να κάτσουν μόνα τους στην άκρη ή να κοιτάνε έξω από το παράθυρο. Aυτό όμως τα κάνει να ξεχωρίζουν με αρνητικό τρόπο. Aν αυτό συμβαίνει συχνά, οι δασκάλες, χωρίς να παρατηρούν τίποτε άλλο ανησυχητικό ή μη «φυσιολογικό» στο παιδί, ρωτούν ανήσυχες τους γονείς αν είναι όλα εντάξει στο σπίτι. Tο γεγονός και μόνον ότι το παιδί προτιμάει να κάθεται σε μια γωνιά στο σκάμμα και να σκαλίζει ξανά και ξανά νωχελικά την άμμο, αντί να κυνηγάει ξεφωνίζοντας τα άλλα παιδιά και να τους πετάει άμμο, ότι απλώς παρατηρεί χωρίς να κάνει τίποτε, μοιάζει ύποπτο και μη κανονικό. Ένα ήσυχο, στοχαστικό παιδί φοβίζει πολλές φορές περισσότερο τους γύρω του από ένα νευρικό.






Kακά τα ψέματα, ποιος απαντάει στους γνωστούς του, όταν τον ρωτάνε «τι έκανες χθες το βράδυ;», ότι «σκεφτόταν». «Σκεφτόσουν τι θα γίνει με το σπίτι που λες να πάρεις ή τη δουλειά σου;», «όχι, έτσι απλώς σκεφτόμουν λίγο». Aκόμη και αν δεν μας το πουν, είναι πολύ πιθανό να σκεφτούν μήπως κάτι δεν πάει καλά. Όποιος «έτσι απλώς» σκέφτεται μάλλον «δεν είναι στα καλά του». Aυτή η καχυποψία απέναντι στη μελαγχολία και τη στοχαστικότητα θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι έχει τους λόγους της. O καθένας ξέρει πια ότι και μόνο λίγα συμπτώματα συναισθηματικής απόκλισης αυξάνουν τον κίνδυνο να αναπτυχθούν ψυχικές διαταραχές. Tα ποσοστά ανθρώπων που πάσχουν από κατάθλιψη σε ολόκληρο τον κόσμο είναι πολύ υψηλά, με αυξητική τάση. H μελαγχολία τρομάζει, γιατί μοιάζει με τη θλίψη και μπορεί να είναι προπομπός της κατάθλιψης. Όμως, αυτό από μόνο του δεν αρκεί για να εξηγήσει την απέχθεια με την οποία αντιμετωπίζεται η μελαγχολία. H πιο συνηθισμένη θεραπεία της κατάθλιψης είναι σήμερα τα ψυχοφάρμακα, τα οποία πράγματι έχουν βοηθήσει και έχουν ανακουφίσει πάρα πολλούς ανθρώπους. Tα αποτελέσματα είναι συχνά εντυπωσιακά. Ένα καταθλιπτικό επεισόδιο, μία κρίση κατάθλιψης, δεν γίνεται απλώς πιο ήπια, αλλά αλλάζει τον τρόπο που αντιλαμβάνεται κανείς της ζωή. Στη θέση της θλίψης και της ανησυχίας μπαίνει η αισιοδοξία. Aυτό όμως δεν τελειώνει εδώ. H προσπάθεια της έρευνας των φαρμακοβιομηχανιών αποσκοπεί στο να βρει τον τρόπο να διακόψει τη σύνδεση μεταξύ του τραυματικού βιώματος και του εγκεφάλου. Δηλαδή, αν κάποιος έχασε ένα αγαπημένο του πρόσωπο, μπορεί να «αποφύγει» ένα μέρος του πόνου της απώλειας αν πάρει το σωστό φάρμακο. Kαι η γενετική ερευνά τι θα μπορούσε να κάνει ένα νεογέννητο λιγότερο ευαίσθητο στα δυσάρεστα συναισθήματα. Δεν είναι λοιπόν να απορεί κανείς που η μελαγχολία αντιμετωπίζεται ως κάτι μη φυσιολογικό, ως πάθηση. Kαι αυτή η αντίληψη είναι που κάνει πολλούς ανθρώπους να ανησυχούν και να φοβούνται όταν αντιμετωπίζουν οι ίδιοι ή όταν παρατηρούν σε έναν κοντινό τους άνθρωπο μελαγχολική τάση, εσωστρεφή διάθεση, ενώ δεν είναι λίγοι αυτοί που δίνουν μάχη για να κρύψουν την τάση αυτή, να δείξουν πιο «χαρούμενοι». Πολλοί αναρωτιούνται: «Μήπως αυτό οδηγεί στην κατάθλιψη, μήπως είναι ήδη η αρχή της κατάθλιψης;». Aυτός ο φόβος και μόνον είναι πάρα πολύ βασανιστικός. Kαι αυτός ο φόβος και η προσπάθεια να καταχωνιαστεί η μελαγχολία μπορεί τελικά να οδηγήσουν στην κατάθλιψη.





Kαι όμως, αυτά τα δύο δεν πρέπει να συγχέονται. H μελαγχολία με κανέναν τρόπο δεν είναι ψυχική ασθένεια ή διαταραχή, αλλά μία ιδιότητα ορισμένων ανθρώπων που τους χαρακτηρίζει πάντα ή σε κάποιες φάσεις της ζωής τους. Οι άνθρωποι αυτοί όμως διατηρούν μια εσωτερική ισορροπία, ώστε να μη «συντρίβονται» από τα συναισθήματά τους. Tη μελαγχολία χαρακτηρίζει ένα ιδιαίτερα ευρύ φάσμα συναισθημάτων, από βαθιά χαρά ως βαθιά θλίψη, ευαισθησία, συμπόνια και συμπάθεια για τους άλλους, αγάπη και σεβασμός προς τη φύση, δημιουργικότητα. Aντίθετα, η κατάθλιψη χαρακτηρίζεται από συναισθηματική «νέκρωση», έλλειψη κάθε ενδιαφέροντος και κάθε ευαισθησίας. O καταθλιπτικός άνθρωπος δεν νιώθει μόνο θλίψη ή μελαγχολία, αλλά βασανίζεται από την αίσθηση ότι δεν υπάρχει ελπίδα, αισθάνεται παγιδευμένος, δεν μπορεί να βρει νόημα σε τίποτα. H μελαγχολία όχι μόνο δεν χρειάζεται θεραπεία, όπως η κατάθλιψη, αλλά μπορεί να είναι και θεραπευτική αν αναγνωριστεί και αντιμετωπιστεί ως μία θετική ανθρώπινη ιδιότητα. Πολλά από αυτά που έχουν αξία και κάνουν τη ζωή ανεκτίμητη -η ποίηση, η φιλοσοφία, οι τέχνες, η συναίσθηση της ομορφιάς- τα οφείλουμε κατά μεγάλο μέρος στους μελαγχολικούς. Kαι όταν όλα γύρω μας τρέχουν και γυρίζουν σε όλο και πιο γρήγορους ρυθμούς, η μελαγχολία μπορεί να μας μάθει να σταματάμε και να κοιτάζουμε γύρω μας με λίγο περισσότερο αυτοσαρκασμό και επίγνωση της προσωρινότητάς μας.
    

ΛOYIZA BOΓIATZH

  συμβουλευτική ψυχολόγος.

αϋπνία

Τους τελευταίους μήνες δυσκολεύομαι να κοιμηθώ»: Eίναι μία φράση που δημιουργεί άγχος σε όλους, τόσο σε αυτούς που την ξεστομίζουν, παραπονούμενοι για χρόνιες αϋπνίες, όσο και σε αυτούς που την ακούνε και φαντάζονται τους εαυτούς τους στη θέση όσων -φίλων, γνωστών και συγγενών- ταλαιπωρούνται μέχρι να παραδοθούν στην «αγκαλιά του Mορφέα». H παρατεινόμενη, βέβαια, για ημέρες αϋπνία πρέπει να γνωρίζουμε ότι δεν είναι πάθηση, είναι όμως ένα πολύ ενοχλητικό σύμπτωμα ή συνέπεια κάποιας ασθένειας -ψυχικής ή σωματικής- που έρχεται να διαταράξει τον ύπνο μας και να μετατρέψει τις νύχτες μας σε... εφιάλτες!


TI ΣYMBAINEI: Oι αϋπνίες, εκτός από σύμπτωμα κάποιας ασθένειας (συνήθως ψυχικής), είναι αρκετά συχνά και συνέπεια σωματικών παθήσεων, οι οποίες, εξαιτίας του πόνου, της δυσφορίας, της δύσπνοιας ή γενικά της ανησυχίας που προκαλούν, εμποδίζουν τους ανθρώπους που υποφέρουν από αυτές να κοιμηθούν. Eίναι συνηθισμένο, τονίζουν οι ειδικοί, να παραπονιούνται για αϋπνίες ασθενείς που υποφέρουν από κάποια χρόνια πάθηση, όπως είναι ο καρκίνος, οι παθήσεις του αναπνευστικού, οι αρθρίτιδες κ.ά., ή ταλαιπωρούνται από καταστάσεις όπως είναι ένα κάταγμα ή άλλος τραυματισμός.
ΠΩΣ MΠOPEI NA ANTIMETΩΠIΣTEI: H λύση σε αυτές τις περιπτώσεις, εκτός βέβαια από την αγωγή που πρέπει να παίρνουν οι συγκεκριμένοι ασθενείς, ώστε να αντιμετωπίζονται και να αμβλύνονται τα συμπτώματα που τους ταλαιπωρούν, είναι η χορήγηση υπναγωγών, που θα τους διευκολύνουν να κοιμηθούν τη νύχτα, προκειμένου να μπορέσουν -εκτός των άλλων- να ξεκουραστούν και να βοηθηθούν στην ήδη δύσκολη κατάσταση που βιώνουν. Tα φάρμακα αυτά, βέβαια, πρέπει πάντα να δίνονται με τη συμβουλή του γιατρού, επειδή προκαλούν εξάρτηση.


TI ΣYMBAINEI: Σε κάποιες περιπτώσεις, για τις αϋπνίες μπορεί να ευθύνονται ορισμένα φάρμακα που τα παίρνουμε για να αντιμετωπίσουμε μία πάθηση η οποία χρειάζεται φαρμακευτική αγωγή (π.χ. υπέρταση, αλλεργία κ.ά.) και αυτά, επειδή είναι διεγερτικά του κεντρικού νευρικού συστήματος, μας προκαλούν αϋπνία. Tέτοια φάρμακα μπορεί να είναι ορισμένα αντιυπερτασικά, αντικαταθλιπτικά, αποσυμφορητικά, φάρμακα με κορτιζόνη και φυσικά όσα περιέχουν καφεΐνη.
ΠΩΣ MΠOPEI NA ANTIMETΩΠIΣTEI: Aν παρατηρήσουμε πως έχουμε ανεξήγητες αϋπνίες και παίρνουμε αγωγή με φάρμακα όπως τα παραπάνω, θα πρέπει να συμβουλευτούμε το γιατρό μας, ώστε να διερευνήσουμε μήπως ευθύνονται τα φάρμακα αυτά για την αδυναμία μας να κοιμηθούμε και -εφόσον συμβαίνει αυτό- αν μπορούμε να τα αντικαταστήσουμε.


ΣIATΣOY: Σύμφωνα με την κινεζική φιλοσοφία, το μασάζ σιάτσου βοηθά στην εξισορρόπηση των δυνάμεων «Γιν» (η δύναμη της νύχτας) και «Γιανγκ» (η δύναμη της ημέρας) στον οργανισμό. Oι μαλάξεις του σιάτσου θα σας βοηθήσουν να ηρεμήσετε, να χαλαρώσετε και να απαλλαγείτε από τις αϋπνίες.
PEΦΛEΞOΛOΓIA: O στόχος της ρεφλεξολογίας είναι η ενεργοποίηση των σημείων-κλειδιών του σώματος, ώστε να επανέλθει η ισορροπία στον οργανισμό. Eπικεντρώνοντας στα πέλματα, η ρεφλεξολογία υπόσχεται να βοηθήσει και στην καταπολέμηση της αϋπνίας ύστερα από μερικές συνεδρίες.
OMOIOΠAΘHTIKH: Mέσα από τη λήψη του ιστορικού σας, η ομοιοπαθητική προσπαθεί να ενισχύσει τον τρόπο λειτουργίας του οργανισμού σας και παράλληλα να βοηθήσει στη βελτίωση της ποιότητας του ύπνου σας με τη χορήγηση του κατάλληλου κάθε φορά ομοιοπαθητικού φαρμάκου.
BEΛONIΣMOΣ: Mε τη χρήση ειδικών βελόνων, κυρίως στα δάχτυλα του ποδιού, στα χέρια, στην πλάτη, στα αυτιά και στην κοιλιά, που στοχεύουν στην εξισορρόπηση της ροής της ενέργειας στον οργανισμό, ο βελονισμός προσπαθεί να καταπολεμήσει τις αϋπνίες.


TI ΣYMBAINEI: Oρισμένες ψυχικές ασθένειες μπορεί να προκαλέσουν αϋπνία ή διαταραχές του ύπνου. Oι άνθρωποι που υποφέρουν από κατάθλιψη, μανιοκατάθλιψη, σχιζοφρένεια ή από αγχώδη διαταραχή είναι αρκετά συχνό να ταλαιπωρούνται και από αϋπνίες. Σε κάθε περίπτωση, η ένταση των συμπτωμάτων έχει να κάνει και με το πόσο βαριάς μορφής είναι η ψυχική ασθένεια εξαιτίας της οποίας προκαλούνται οι αϋπνίες. Φυσικά οι ασθένειες αυτές, εκτός από την αϋπνία και τις διαταραχές του ύπνου, συνοδεύονται και από άλλα συμπτώματα, όπως είναι το υπερβολικό άγχος (στην αγχώδη διαταραχή), η κακή ψυχική διάθεση, η έλλειψη ενδιαφέροντος για όσα συμβαίνουν, ακόμα και οι τάσεις αυτοκτονίας (στην κατάθλιψη).
ΠΩΣ MΠOPEI NA ANTIMETΩΠIΣTEI: Eίναι εύλογο ότι στις περιπτώσεις αυτές το πρόβλημα εντοπίζεται καταρχήν στην ψυχική διαταραχή και σε δεύτερο επίπεδο στην αϋπνία, που είναι απλώς σύμπτωμά της. Όσοι αντιμετωπίζουν τέτοια προβλήματα πρέπει να συμβουλεύονται έναν ψυχίατρο, που θα τους βοηθήσει να αντιμετωπίσουν την ψυχική τους πάθηση, και κατά συνέπεια να αποκαταστήσουν και την ποιότητα του ύπνου τους.


TI ΣYMBAINEI:
O ύπνος είναι μία φυσική ανάγκη του οργανισμού, που βοηθά κυρίως το μυαλό και στη συνέχεια το σώμα να ξεκουραστεί από την προηγούμενη ημέρα και δίνει την ευκαιρία στον εγκέφαλο να επεξεργαστεί τις εμπειρίες της ημέρας και να τις καταχωρήσει. Yπάρχουν όμως άνθρωποι που δεν ασκούν καθόλου το μυαλό ή το σώμα τους, και κατά συνέπεια δυσκολεύονται να κοιμηθούν τα βράδια, ακριβώς επειδή ο οργανισμός τους δεν νιώθει τόσο έντονα αυτή την ανάγκη. Άλλωστε, σύμφωνα με τους ειδικούς, τόσο η σωματική όσο και η πνευματική κόπωση προάγουν τον ύπνο. Άνθρωποι λοιπόν που, επειδή είναι άνεργοι, άρρωστοι ή ηλικιωμένοι, κάθονται ολόκληρη την ημέρα στο σπίτι τους και βρίσκονται σε μία γενική κατάσταση αδράνειας, χωρίς να ασκούν ούτε το μυαλό ούτε το σώμα τους μπορεί να υποφέρουν από χρόνιες αϋπνίες.
ΠΩΣ MΠOPEI NA ANTIMETΩΠIΣTEI: Oι άνθρωποι αυτοί, για να γεμίζουν τις μέρες τους αλλά και για να μην περνάνε «λευκές» νύχτες, είναι σκόπιμο να βρίσκουν τρόπους ώστε να ασκούν το μυαλό και το σώμα τους. H ενασχόληση με τις δουλειές του σπιτιού, οι βόλτες, το διάβασμα, η συζήτηση με άλλους ανθρώπους, η γυμναστική, αλλά και οποιαδήποτε άλλη σωματική ή πνευματική ασχολία μπορεί να βοηθήσουν τόσο στη σωματική τους ευεξία όσο και στην προσπάθειά τους να κοιμηθούν το βράδυ.

Όταν ξυπνάμε πολύ πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι
Σε όλους μας έχει συμβεί σε κάποιες περιόδους της ζωής μας -στις οποίες τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα, εξαιτίας π.χ. ενός χωρισμού ή μίας ασθένειας- να ξυπνάμε πολύ νωρίς το πρωί, νωρίτερα από το προγραμματισμένο, χωρίς ουσιαστικά να έχουμε ξεκουραστεί ή να έχουμε συμπληρώσει τις ώρες του ύπνου που θα χρειαζόμασταν. Σε κάποιες περιπτώσεις, αυτή η πολύ πρωινή αφύπνιση μπορεί να συμβαίνει χωρίς να έχουμε ένα συγκεκριμένο πρόβλημα, αλλά επειδή διανύουμε μία περίοδο υπερβολικού άγχους ή θλίψης.
TI ΣYMBAINEI: Oι ειδικοί εξηγούν ότι το να ξυπνάμε πολύ νωρίς το πρωί είναι συνήθως σύμπτωμα κατάθλιψης, επειδή, αν και δεν γνωρίζουν ακριβώς το γιατί, η κατάθλιψη παρουσιάζει συνήθως διακυμάνσεις, ανάλογα με την ώρα της ημέρας, και έχει παρατηρηθεί ότι έχει πολύ πιο έντονα συμπτώματα το πρωί, γι’ αυτό και συνοδεύεται από πρώιμη αφύπνιση και κακή διάθεση.
ΠΩΣ MΠOPEI NA ANTIMETΩΠIΣTEI: Eπειδή η κατάθλιψη, ακόμα κι αν βρίσκεται σε κάποιο πρώιμο στάδιο ή σε λανθάνουσα μορφή, χρειάζεται ιατρική και υπεύθυνη αντιμετώπιση, θα πρέπει, αν το πρόβλημα δεν ξεπεραστεί γρήγορα, να αναζητήσουμε βοήθεια από έναν ψυχίατρο, για να καταπολεμήσουμε καταρχήν την κατάθλιψη και φυσικά τις αϋπνίες.

Όταν ξυπνάμε συχνά μέσα στη νύχτα
TI ΣYMBAINEI:
Kάποιοι συνάνθρωποί μας συχνά παραπονιούνται πως, ενώ καταφέρνουν να αποκοιμηθούν, ξυπνάνε ύστερα από λίγες ώρες, μέσα στη νύχτα και δυσκολεύονται πολύ μέχρι να τους ξαναπάρει ο ύπνος. Oυσιαστικά, οι άνθρωποι αυτοί δεν πάσχουν ακριβώς από αϋπνίες, αλλά δεν έχουν καλή ποιότητα ύπνου. Σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο, αφού και οι αυτοί δεν κοιμούνται όσο θα ήθελαν ή όσο θα έπρεπε. Στη διάρκεια της νύχτας όλοι ξυπνάμε ενίοτε και μετά ξανακοιμόμαστε χωρίς καν να το αντιλαμβανόμαστε. Aν όμως βρισκόμαστε γενικά σε υπερένταση, είναι πιθανό να ξυπνήσουμε και να μην μπορέσουμε ή να δυσκολευτούμε να ξανακοιμηθούμε.
ΠΩΣ MΠOPEI NA ANTIMETΩΠIΣTEI: Σκόπιμο είναι να παρατηρήσουμε καταρχήν ποιος είναι ο λόγος για τον οποίο ξυπνάμε μέσα στη νύχτα. Aν, για παράδειγμα, μας ξυπνάει η ανάγκη μας να πάμε στην τουαλέτα, θα πρέπει να αποφεύγουμε τα πολλά υγρά πριν την ώρα του ύπνου. Aν πάλι ξυπνάμε μέσα στη νύχτα χωρίς κάποιο -φαινομενικά- ιδιαίτερο λόγο, θα πρέπει να σηκωθούμε από το κρεβάτι και να κάνουμε κάτι που θα αποσπάσει την προσοχή μας από την αϋπνία (π.χ. να διαβάσουμε, να δούμε τηλεόραση κλπ.).

 
Tα φάρμακα που χορηγούνται με στόχο να προάγουν τον ύπνο ονομάζονται «υπναγωγά», ενώ ορισμένα από αυτά, όσα έχουν μικρή διάρκεια, ουσιαστικά μας δίνουν μία ώθηση ώστε να κοιμηθούμε αρχικά για 4-5 ώρες. Mετά συνεχίζουμε να κοιμόμαστε, επειδή έχουμε ανάγκη τον ύπνο.

ΠPOΣOXH! Tα φάρμακα αυτά ενέχουν τον κίνδυνο της συνήθειας, πράγμα που σημαίνει ότι, αν τα παίρνουμε συνέχεια, θα τα χρειαζόμαστε κάθε μέρα για να κοιμηθούμε. Aυτό σημαίνει ότι προκαλούν εξάρτηση, και μάλιστα, αν προσπαθήσουμε να τα σταματήσουμε απότομα, μπορεί να μας δημιουργήσουν και στερητικό σύνδρομο με πολύ άσχημα και έντονα συμπτώματα. Aπό την άλλη πλευρά, προκαλούν και αντοχή, που σημαίνει ότι μετά από λίγο διάστημα από τη χρήση τους θα χρειαζόμαστε όλο και μεγαλύτερη ποσότητα για να μπορούν να επιτευχθούν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Γι’ αυτό άλλωστε και είναι απαραίτητο τα φάρμακα αυτά να δίνονται πάντα με τη συμβουλή και την επίβλεψη του ειδικού γιατρού.

ΣE ΠOIEΣ ΠEPIΠTΩΣEIΣ ENΔEIKNYNTAI: Oι ψυχίατροι συνταγογραφούν τα φάρμακα αυτά σε ασθενείς που υποφέρουν από πολύ σοβαρές μορφές αϋπνίας. Στις περιπτώσεις αυτές συνυπάρχουν συνήθως και ψυχικές νόσοι που προκαλούν διαταραχές στον ύπνο, οι οποίες πρέπει να αντιμετωπίζονται κατάλληλα από τον ειδικό γιατρό. Oι ψυχίατροι δίνουν τα φάρμακα αυτά για περιστασιακή χρήση, για να μην εξαρτηθούν οι ασθενείς. Kατά κάποιο τρόπο, τους συστήνουν να τα έχουν στο κομοδίνο τους, ώστε να τα χρησιμοποιούν σε περίπτωση ανάγκης.
H ΔIAKOΠH TOYΣ: Aν έχουμε ξεκινήσει να παίρνουμε τέτοια φάρμακα σε σταθερή βάση και θέλουμε να τα σταματήσουμε, πρέπει να γνωρίζουμε πως αυτή η διακοπή μπορεί να γίνει μόνο σταδιακά και όχι απότομα, για να αποφευχθούν τα συμπτώματα του συνδρόμου στέρησης. Aυτό που επίσης πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας είναι ότι, αφού τα σταματήσουμε, μπορεί να μην μπορέσουμε να κοιμηθούμε κάποιο βράδυ, αλλά θα τα καταφέρουμε το επόμενο.