Τρίτη, 2 Νοεμβρίου 2010

Πως μπορούμε να προφυλαχτούμε από τον καρκίνο του παχέος εντέρου

Η υγιεινή διατροφή, η αποχή από το κάπνισμα και το αλκοόλ και η σωματική άσκηση μπορούν να προλάβουν σχεδόν το ένα τέταρτο των 1,2 εκατομμυρίων κρουσμάτων καρκίνου του παχέος εντέρου που διαγιγνώσκονται κάθε χρόνο.

Ερευνητές από τη Δανία διαπίστωσαν ότι μετά τις συστάσεις για σωματική δραστηριότητα, έλεγχο των διαστάσεων της περιφέρειας της μέσης, διακοπή του καπνίσματος, περιορισμό της κατανάλωσης αλκοόλ και σωστή διατροφή, μειώθηκε κατά 23% ο κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου του παχέος εντέρου.

"Η μελέτη μας αποκαλύπτει το χρήσιμο μήνυμα για τη δημόσια υγεία ότι ακόμα και οι δευτερεύουσες αλλαγές στον τρόπο ζωής μπορεί να μειώνουν σημαντικά τον κίνδυνο για καρκίνο του παχέος εντέρου", δήλωσε η επικεφαλής της μελέτης, Αν Τγιόνελαντ του Ινστιτούτου Καρκινικής Επιδημιολογίας στο Αντικαρκινικό Ινστιτούτο της Δανίας.
    
Ο καρκίνος του παχέος εντέρου ευθύνεται για περίπου μισό εκατομμύριο θανάτους το χρόνο σε παγκόσμιο επίπεδο
Η Τγιόνελαντ και οι συνεργάτες της μελέτησαν τα προσωπικά στοιχεία 55.487 ανδρών και γυναικών, ηλικίας 50 με 64 ετών, οι οποίοι στο παρελθόν δεν είχαν διαγνωστεί με καρκίνο και παρακολούθησαν την πορεία τους για περίπου δέκα χρόνια.
    
Οι εθελοντές απάντησαν σε ερωτηματολόγια με θέμα τις συνήθειες της ζωής τους και τις διατροφικές τους συνήθειες και οι ερευνητές δημιούργησαν έναν δείκτη υγιούς διαβίωσης χρησιμοποιώντας συστάσεις για την υγεία από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), το Παγκόσμιο Ταμείο Έρευνας για τον Καρκίνο και τη Σκανδιναβική Επιτροπή Διατροφικών Συστάσεων.
    
Οι συνήθειες αυτές περιλαμβάνουν την αποχή από το κάπνισμα, την καθημερινή σωματική δραστηριότητα για τουλάχιστον 30 λεπτά, τον περιορισμό του αριθμού των αλκοολούχων ποτών σε επτά την εβδομάδα για τις γυναίκες και σε 14 για τους άνδρες, τις διαστάσεις της περιφέρειας της μέσης μέχρι 88 εκατοστά για τις γυναίκες και 102 για τους άνδρες και την υγιεινή διατροφή
.    
Τα αποτελέσματά τους δημοσιεύτηκαν στην Βρετανική Ιατρική Επιθεώρηση και έδειξαν ότι στη διάρκεια της περιόδου παρακολούθησης 678 άνθρωποι διαγνώστηκαν με καρκίνο του παχέος εντέρου.
Μετά την εξέταση του τρόπου με τον οποίο οι εθελοντές αντεπεξήλθαν στις πέντε συμβουλές για τις καθημερινές τους συνήθειες, οι ερευνητές υπολόγισαν ότι αν όλοι τους είχαν ακολουθήσει μία σύσταση, σχεδόν το 13% των κρουσμάτων αυτού του τύπου καρκίνου θα είχαν προληφθεί

 

H σχιζοφρένεια μπορεί να εξαρτάται από την ηλικία του πατέρα

Οι άνδρες που αποκτούν το πρώτο τους παιδί σε σχετικά μεγάλη ηλικία έχουν περισσότερες πιθανότητες να αποκτήσουν παιδιά τα οποία κάποια στιγμή στη ζωή τους θα εμφανίσουν σχιζοφρένεια, σε σχέση με εκείνους που απέκτησαν το πρώτο τους παιδί σε νεαρή ηλικία, προκύπτει από μεγάλης κλίμακας έρευνα που πραγματοποιήθηκε στη Δανία.
Χρησιμοποιώντας δεδομένα που αφορούν περισσότερους από δύο εκατομμύρια ανθρώπους, οι οποίοι γεννήθηκαν στο διάστημα 1955 με 1992, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι υπάρχει σχέση μεταξύ της ηλικίας των ανδρών που αποκτούν για πρώτη φορά παιδί και των πιθανοτήτων κάποιο από τα παιδιά τους να εμφανίσει σχιζοφρένεια.
Αντίθετα, δεν προέκυψε κάποια σχέση μεταξύ των ανδρών που ήταν σχετικά μεγάλοι όταν απέκτησαν το δεύτερο ή τρίτο τους παιδί.

Είναι γνωστό ότι η σχιζοφρένεια είναι μία διαταραχή στην εγκεφαλική εξέλιξη και οι ερευνητές θεωρούσαν επί μακρόν ότι προέρχεται από έναν συνδυασμό γενετικής προδιάθεσης και περιβαλλοντικών και άλλων παραγόντων, μεταξύ των οποίων ιογενείς λοιμώξεις και κακή διατροφή στη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Αρκετές μελέτες έχουν αποδείξει τη σχέση ανάμεσα στην ηλικία των γονέων όταν γεννιέται το παιδί και τον κίνδυνο που διατρέχει αυτό να εμφανίσει σχιζοφρένεια.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η εξήγηση μπορεί να βρίσκεται στο γεγονός ότι οι άνδρες που αποκτούν το πρώτο τους παιδί σε μεγάλη ηλικία είναι πιθανότερο σε σχέση με τους νεότερους να έχουν γενετικές ανωμαλίες στο σπέρμα τους, που πιθανόν να συνδέονται με τη σχιζοφρένεια.
Ωστόσο, τα νέα ευρήματα θέτουν υπό αμφισβήτηση αυτή τη θεωρία, σύμφωνα με την επικεφαλής της έρευνας δρα Λιζελότ Πέτερσεν του πανεπιστημίου Aarhus της Δανίας.
Κι αυτό γιατί αν η θεωρία ήταν σωστή, τότε η ηλικία του πατέρα κατά τη γέννηση οποιουδήποτε παιδιού- όχι μόνο του πρώτου- θα πρέπει να συνδέεται με τον κίνδυνο εμφάνισης σχιζοφρένειας.
Αντίθετα, η Πίτερσεν και οι συνεργάτες της υποστηρίζουν ότι τα ευρήματά τους ενισχύουν μία άλλη θεωρία: οι άνδρες που έχουν προδιάθεση για σχιζοφρένεια, αλλά δεν την εμφανίζουν οι ίδιοι, τείνουν να αποκτούν παιδιά σε μεγαλύτερη ηλικία σε σχέση με άλλους άνδρες.
Η μεγάλη πλειονότητα των παιδιών που γεννιούνται από σχετικώς μεγαλύτερους ηλικιακά άνδρες δεν θα εμφανίσουν σχιζοφρένεια, καθώς η νόσος εκτιμάται ότι πλήττει περίπου το 1% του πληθυσμού.