Δευτέρα, 11 Οκτωβρίου 2010

Έγκριση για χάπι κατά της ΣΚΠ από το FDA

Στα μέσα Σεπτεμβρίου, η Διοίκηση Τροφίμων & Φαρμάκων των Ηνωμένων Πολιτειών (Food & Drug Administration – FDA) ενέκρινε επίσημα το πρώτο φάρμακο σε μορφή χαπιού για τη θεραπεία της υποτροπιάζουσας-διαλείπουσας Σκλήρυνσης Κατά Πλάκας (ΣΚΠ), την πιο κοινή μορφή της ασθένειας.

Σε αντίθεση με τα συνηθισμένα φάρμακα που εφαρμόζονται με μορφή ένεσης ή με έγχυση, το νέο φάρμακο, που ονομάζεται Gilenya ή fingolimod, είναι σε μορφή κάψουλας (χάπι) και λαμβάνεται μια φορά την ημέρα από το στόμα. Αμέσως μετά την έγκριση του χαπιού, πολλοί από τον χώρο της Υγείας σημείωσαν πως αυτού του είδους η θεραπευτική αγωγή, αν είναι αποτελεσματική, θα αποτελέσει επανάσταση για τη θεραπεία της ΣΚΠ. Άτομα που χρησιμοποιούν παρόμοια φάρμακα συμφωνούν επίσης στο ότι είναι λιγότερο επώδυνο να παίρνουν ένα χάπι από το να πρέπει να τρυπούν το σώμα τους με μια βελόνα σε καθημερινή, εβδομαδιαία ή μηνιαία βάση.
Σύμφωνα με μια πρόσφατη έκθεση του διευθυντή του τμήματος νευρολογικών προϊόντων του FDA, το ξεχωριστό στοιχείο σε αυτό το φάρμακο είναι ότι αποτελεί το πρώτο φάρμακο με λήψη από το στόμα που έχει παρουσιάσει τη δυνατότητα να επιβραδύνει την πρόοδο της ΣΚΠ μειώνοντας τη συχνότητα και την επιθετικότητα των συμπτωμάτων. Αυτό που είναι επίσης ενδιαφέρον, για τους μετόχους της εταιρείας Novartis, είναι τα πιθανά εισοδήματα που θα μπορούσε να φέρει αυτό το προϊόν στην επιχείρηση, ιδιαίτερα το επιλέξει μεγάλος αριθμός ασθενών. Αυτήν τη στιγμή, περίπου 2,5 εκατ. άνθρωποι παγκοσμίως έχουν ΣΚΠ, από τους οποίους οι 400.000 είναι στις ΗΠΑ μόνο.
Το πιο συναρπαστικό στοιχείο αυτού του χαπιού, είναι η απόδοσή του στις κλινικές δοκιμές σε ανθρώπους. Τον περασμένο Ιανουάριο, κατά τη διάρκεια της τελικής σειράς κλινικών δοκιμών, οι ασθενείς που κατανάλωσαν Gilenya μαζί με Cladribine είχαν σημαντική μείωση των ποσοστών υποτροπής. Συγκεκριμένα, η χορήγηση αυτού του φαρμάκου από το στόμα μείωσε το ποσοστό υποτροπής κατά 62% στους πρόσφατα διαγνωσθέντες ασθενείς και κατά 44% στους προγενέστερης θεραπείας ασθενείς. Η έκδοση του φαρμάκου σε χάπι επιβράδυνε επίσης την παρουσία αναπηρίας στους ασθενείς. Σύμφωνα με τους εμπειρογνώμονες, αντίθετα από πολλά άλλα φάρμακα για τη ΣΚΠ, το Gilenya δεν προκαλεί καταστολή του ανοσοποιητικού. Αντ’ αυτού, χειρίζεται το ανοσοποιητικό σύστημα με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι ευεργετικό για τους ασθενείς με ΣΚΠ.
Παρά το ότι τα αποτελέσματα είναι ελπιδοφόρα, οι καταναλωτές θα πρέπει να γνωρίζουν τους κινδύνους που προκύπτουν από την χρήση του χαπιού. Οι ασθενείς δεν πρέπει να ξεχνούν ότι οι κίνδυνοι κατανάλωσης Gilenya με μορφή χαπιών είναι οι ίδιοι με αυτούς που υπάρχουν και στην ενέσιμη μορφή. Η κατανάλωση σε μορφή χαπιού δεν μειώνει τους κινδύνους για την υγεία, ούτε τις παρενέργειες. Όπως άλλα φάρμακα για την ΣΚΠ, έτσι και το Gilenya μπορεί να προκαλέσει διάφορες παρενέργειες όπως: αυξανόμενη πίεση αίματος, μειωμένη λειτουργία πνευμόνων, τοξικότητα ματιών, μειωμένη καρδιακή λειτουργία, αύξηση κινδύνου μολύνσεων.
Δεδομένου ότι οι κλινικές ανθρώπινες δοκιμές γίνονται σε μικρό αριθμό συμμετεχόντων, κανένας δεν μπορεί τελικά να προβλέψει με βεβαιότητα την αποτελεσματικότητα τέτοιων φαρμάκων μέσα στο γενικό πληθυσμό – έως ότου κυκλοφορήσουν στην αγορά για ικανοποιητικό χρονικό διάστημα. Παρά το ότι η Novartis και το FDA διατηρούν την αισιοδοξία τους για την απόδοση του νέου φαρμάκου, η Novartis έχει υποσχεθεί την οργάνωση ενός πρόγραμματος για τον έλεγχο και την εκπαίδευση των ασθενών που καταναλώνουν το χάπι.
22 Σεπτεμβρίου 2010
Πηγή: www.fda.gov, μετάφραση: Ηλίας Λιουνάκος

Ανακάλυψη γονιδίου της ημικρανίας, ελπίδα για τη θεραπεία της

Μια διεθνής ομάδα ερευνητών από τον Καναδά, τη Βρετανία, την Πορτογαλία και την Αυστραλία ανακάλυψε ένα γονίδιο που δρα ως "θερμοστάτης" του πόνου στον εγκέφαλο, πράγμα που μπορεί να οδηγήσει μελλοντικά σε μια νέα γενιά παυσίπονων, τα οποία θα «κατεβάζουν το διακόπτη» του πονοκέφαλου, αυξάνοντας το «κατώφλι» πέρα από το οποίο ο εγκέφαλος αισθάνεται πόνο.

Η μελέτη, υπό τον Ρονάλντ Λαφρενιέρ του Τμήματος Ιατρικής του πανεπιστημίου του Μόντρεαλ και τον Ζαμίλ Καντέρ του Τμήματος Φυσιολογίας, Ανατομίας και Γενετικής του πανεπιστημίου της Οξφόρδης, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Nature Medicine", σύμφωνα με τη βρετανική "Τέλεγκραφ", ανακάλυψε ότι το γονίδιο TRESK παίζει θεμελιώδη ρόλο στην πρόκληση ημικρανίας και χρόνιου πονοκέφαλου.

Το συγκεκριμένο γονίδιο πιστεύεται ότι ελέγχει την ευαισθησία των νεύρων του πόνου στον εγκέφαλο και, αν είναι ελαττωματικό, μπορεί να κατεβάσει τόσο πολύ το "κατώφλι" του πόνου, ώστε με το παραμικρό ερέθισμα ο ασθενής να νιώθει πονοκέφαλο. Γι' αυτό το λόγο, όσοι υποφέρουν από ημικρανίες, είναι υπερβολικά ευαίσθητοι στο φως, τους ήχους, ακόμα και στο άγγιγμα.

Όμως το γονίδιο φαίνεται να είναι εφικτό να «χειραγωγηθεί» με τα κατάλληλα φάρμακα, πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί να απενεργοποιηθεί ή να τροποποιηθεί, έτσι ώστε το "κατώφλι" του πόνου στον εγκέφαλο να αυξηθεί σε βαθμό τέτοιο που ο ασθενής να μην αισθάνεται καθόλου πόνο.

Σαν «εύρημα που συμβαίνει μια φορά σε κάθε γενιά», το χαρακτήρισε ο Καντέρ και εξέφρασε την αισιοδοξία του ότι μια μέρα θα οδηγήσει σε θεραπεία της ημικρανίας, ίσως ακόμα και του πόνου γενικότερα.

Οι ημικρανίες μπορούν να κρατήσουν μέχρι και τρεις μέρες, επιδεινώνοντας την ποιότητα ζωής των ασθενών και δημιουργώντας προβλήματα στο οικογενειακό και το εργασιακό περιβάλλον τους. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, πρόκειται για την πιο δαπανηρή νευρολογική διαταραχή στην Ευρώπη (π.χ. χαμένες ώρες εργασίας).

Η ημικρανία είναι ένας σοβαρός πονοκέφαλος διαρκείας που γίνεται αισθητός στο μπροστινό μέρος ή σε μια πλευρά του εγκεφάλου. Μερικοί άνθρωποι έχουν ένα προειδοποιητικό οπτικό σημάδι (αποκαλούμενο "αύρα") πριν από την έναρξη του πονοκεφάλου, ενώ αρκετοί έχουν άλλα συμπτώματα όπως ναυτία ή υπερευαισθησία στο φως.

Μέχρι τώρα, ήσαν άγνωστα τα γονίδια που εμπλέκονται στην ημικρανία.

Προηγούμενες μελέτες είχαν εντοπίσει τμήματα του DNA που αυξάνουν τον κίνδυνο στον γενικό πληθυσμό για την εμφάνιση ημικρανίας, αλλά δεν είχαν βρει γονίδια που να είναι άμεσα υπεύθυνα για τον πονοκέφαλο.

Αυτή τη φορά, οι ερευνητές ανέλυσαν και σύγκριναν το DNA 110 ατόμων που έπασχαν από ημικρανία, καθώς και των οικογενειών τους. Βρήκαν, με αυτό τον τρόπο, ότι μια γενετική μετάλλαξη στο γονίδιο TRESK φαίνεται να αποτελεί το "κλειδί" για την πάθηση, που είναι κληρονομική. Αν το συγκεκριμένο γονίδιο δεν λειτουργεί σωστά, "πυροδοτεί" πιο εύκολα τα κέντρα του πόνου στον εγκέφαλο, δημιουργώντας τον πονοκέφαλο.

Η ανακάλυψη ανοίγει στους επιστήμονες ένα νέο νευροβιολογικό μονοπάτι ελέγχου του πόνου. Ενώ τα υπάρχοντα παυσίπονα αμβλύνουν τον πόνο, μια μελλοντική γενιά φαρμάκων μπορεί να καταστήσει το ίδιο το σώμα "αναίσθητο" στον πόνο.

Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&artid=356953&ct=33&dt=27/09/2010#ixzz122hio3Ws

ΧΑΠ

Η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ) είναι μια συχνή νόσος που
προσβάλλει το 4-9% των ενηλίκων και κατατάσεται στις πέντε συχνότερες
αιτίες θανάτου παγκοσμίως1,2. Η ΧΑΠ χαρακτηρίζεται από πτωχά αναστρέ-
ψιμο περιορισμό της ροής του αέρα που είναι συνήθως προοδευτικός
και σχετίζεται με μια ανώμαλη φλεγμονώδη απάντηση του πνεύμονα σε
ενοχλητικά σωματίδια ή αέρια και κυρίως τον καπνό του τσιγάρου3.
Είναι γενικά αποδεκτό ότι η ΧΑΠ εμφανίζει τόσο τοπικές όσο και συ-
στηματικές επιδράσεις. Ο ακριβής μηχανισμός των συστηματικών αυτών
επιδράσεων δεν είναι γνωστός, αλλά πιστεύεται πως σχετίζεται με αυ-
ξημένη συστηματική φλεγμονή και οξειδωτικό στρες4. Η προέλευση της
συστηματικής φλεγμονής στη ΧΑΠ δεν είναι σαφής αλλά πιθανότατα είναι
πολυπαραγοντική. Δυνητικοί μηχανισμοί περιλαμβάνουν το κάπνισμα, το
«ξεχείλισμα» της πνευμονικής φλεγμονής στη συστηματική κυκλοφορία,
την ενεργοποίηση φλεγμονωδών κυττάρων κατά τη διέλευσή τους από τον
φλεγμαίνοντα πνεύμονα, την πνευμονική υπερδιάταση, την ιστική υποξία,
τη δυσλειτουργία των σκελετικών μυών και/ή την ανώμαλη απάντηση του
μυελού των οστών4.
Ο καπνός του τσιγάρου δεν προκαλεί μόνο φλεγμονή των αεραγωγών και
του παρεγχύματος αλλά και συστηματική φλεγμονή, συστηματικό οξειδω-
τικό στρες και ενδοθηλιακή δυσλειτουργία. Οι επιδράσεις αυτές του καπνί-
σματος μπορεί να συμβάλλουν σημαντικά στην ανάπτυξη καρδιαγγειακών
νοσημάτων, μεταβολικών διαταραχών και νεοπλασιών που προκαλούνται
από τον καπνό του τσιγάρου σε συνδυασμό με ή χωρίς άλλους παράγοντες
κινδύνου όπως η υπερλιπιδαιμία, παχυσαρκία, καθιστική ζωή και αυξημένη
αρτηριακή πίεση. Παρά το γεγονός ότι ο καπνός του τσιγάρου είναι ένας
καλά αναγνωρισμένος παράγοντας κινδύνου τόσο για τη ΧΑΠ όσο και για
τα καρδιαγγειακά νοσήματα, έχει πρόσφατα δειχθεί ότι τα τελευταία είναι
πιο συχνά σε καπνιστές που έχουν αναπτύξει ΧΑΠ5.
Η ΧΑΠ συνδυάζεται επίσης συχνά με αρκετές συνοσηρότητες. Παραδο-
σιακά, η συνοσηρότητα ορίζεται ως η νόσος που συνυπάρχει με την νόσο
που μας ενδιαφέρει. Στη ΧΑΠ ο ορισμός αυτός είναι κάπως προβληματικός
αφού συγκεκριμένα συνυπάρχοντα νοσήματα μπορεί να είναι συνέπεια ή
να έχουν αιτιολογική συσχέτιση με την υποκείμενη ΧΑΠ. Οι πιο συνήθεις
συνοσηρότητες για τη ΧΑΠ είναι η αρτηριακή υπέρταση, διαβήτης, καρδιακή
ανεπάρκεια, ισχαιμική καρδιακή νόσος, καρκίνος, οστεοπόρωση, κατάθλιψη
και αναιμία. Οι συνοσηρότητες της ΧΑΠ πρέπει πάντα να λαμβάνονται υπόψη
όταν αξιολογείται το κοινωνικό και οικονομικό φορτίο που αποδίδεται στη
νόσο και είναι ξεκάθαρο ότι επηρεάζουν πολλαπλά την
έκβαση της ΧΑΠ6. Οι ασθενείς με ΧΑΠ συνήθως πεθαίνουν
από μη αναπνευστικά αίτια όπως ο καρκίνος ή τα καρδι-
αγγειακά νοσήματα αν και είναι δύσκολο να καθοριστεί
η υποκείμενη αιτία θανάτου σε ασθενείς με πολλαπλά
νοσήματα, ειδικά όταν εμπλέκεται ένας κοινός παράγοντας
κινδύνου όπως το κάπνισμα. Σε μια πρόσφατη μελέτη,
βρέθηκε ότι σε ασθενείς με ΧΑΠ που ελάμβαναν μακρο-
χρόνια οξυγονοθεραπεία, οι συνοσηρότητες ήταν ένας
παράγοντας που μπορούσε να προβλέψει την συνολική
αλλά και την αναπνευστική θνητότητα7. Επιπρόσθετα,
οι συνοσηρότητες σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο
νοσηλείας στο νοσοκομείο και αποτελούν έναν από
τους ισχυρότερους προγνωστικούς δείκτες αυξημένου
κόστους για τη ΧΑΠ8. Οι τρέχουσες κατευθυντήριες οδη-
γίες αγνοούν το γεγονός ότι οι περισσότεροι ασθενείς με
ΧΑΠ εμφανίζουν συνήθως συνοσηρότητες. Η αυξημένη
αναγνώριση του ρόλου των συνοσηροτήτων στη ΧΑΠ
κατέστησε την συνολική θνητότητα μια πρωταρχική
παράμετρο στην αξιολόγηση νέων θεραπειών. Οι δυο
πρόσφατα δημοσιευθείσες μεγάλες μελέτες για τη ΧΑΠ,
η TORCH και η UPLIFT είναι τρανά παραδείγματα των
αλλαγών που επέφερε η συνειδητοποίηση της ύπαρξης
των συνοσηροτήτων.
Μια πρόσφατη ανάλυση δεδομένων από τις ΗΠΑ σε
47 εκατομμύρια εξιτήρια από τα νοσοκομεία από το 1979
έως το 2001 σε ενήλικες >25 ετών, έδειξε ότι ο επιπολα-
σμός και η νοσοκομειακή θνητότητα ήταν υψηλότερες
σε όσους είχαν τη ΧΑΠ ως πρωταρχική ή δευτερεύουσα
διάγνωση. Ειδικότερα, υψηλότερη ενδονοσοκομειακή
θνητότητα για πνευμονία, υπέρταση, καρδιακή ανεπάρ-
κεια και ενδοθωρακικές νεοπλασίες σχετίστηκε με τη
διάγνωση της ΧΑΠ9.
Η ΧΑΠ είναι ανεξάρτητος παράγοντας κινδύνου για
καρδιαγγειακά νοσήματα. Ισχυρά επιδημιολογικά δε-
δομένα δείχνουν ότι η μειωμένη FEV1 είναι δείκτης καρ-
διαγγειακής θνητότητας. Σε μια μελέτη που περιέλαβε
ασθενείς από την NHANES I βρέθηκε ότι ασθενείς με
πτωχή πνευμονική λειτουργία έχουν υψηλότερο κίνδυνο
καρδιαγγειακής θνητότητας10. Η συσχέτιση αυτή υποστη-
ρίχθηκε και από άλλες μελέτες όπως την Copenhagen City
Heart Study11. Οι υποκείμενοι μηχανισμοί που συνδέουν
τη ΧΑΠ με την αθηροσκλήρωση, την ισχαιμική καρδιακή
νόσο και τα αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια δεν είναι
πλήρως ξεκαθαρισμένοι. Εμένουσα συστηματική χα-
μηλού βαθμού φλεγμονή πιστεύεται ότι παίζει κεντρικό
ρόλο στο σχηματισμό της αθηρωματικής πλάκας12. Υπό
φυσιολογικές συνθήκες το ανθρώπινο αγγειακό ενδο-
θήλιο δεν συγκολλά τα λευκοκύτταρα, φαινόμενο που
αποτελεί το «χτίσιμο» στη γένεση της πλάκας. Ωστόσο,
σε κατάσταση φλεγμονής, όπως για παράδειγμα στη
ΧΑΠ, το ενδοθήλιο υπερεκφράζει μόρια προσκόλλησης
που επιτρέπουν σε κυκλοφορούντα λευκοκύτταρα να
προσκολληθούν σε αυτό και να πυροδοτήσουν φλεγ-
μονώδεις αντιδράσεις13. Εκτεταμένη υποκλινική αθη-
ροσκλήρωση έχει βρεθεί σε καπνιστές με απόφραξη
αεραγωγών σε σύγκριση με υγιείς καπνιστές και υγιείς μη
καπνιστές χωρίς απόφραξη αεραγωγών14. Η διαταραχή
της αγγειακής απάντησης είναι σημαντικός παράγοντας
στην παθογένεση των καρδιαγγειακών νοσημάτων και
η ενδοθηλιακή λειτουργία φαίνεται ότι διαταράσεται
σοβαρά σε ασθενείς με σταθερή ΧΑΠ15. Έχει δειχθεί ότι
η ενδοτικότητα του αρτηριακού τοιχώματος που σχετί-
ζεται με τον καρδιαγγειακό κίνδυνο είναι αυξημένη σε
ασθενείς με ΧΑΠ σε σύγκριση με καπνιστές χωρίς ΧΑΠ
και υγιείς16. Αυτά τα ευρήματα υποστηρίζουν ότι η ΧΑΠ
οδηγεί σε ενδοθηλιακή δυσλειτουργία που μπορεί να είναι
ένας μηχανισμός για αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο
στη ΧΑΠ. Επιπρόσθετα, σε μια άλλη μελέτη βρέθηκε ότι
η ενδοτικότητα του αρτηριακού τοιχώματος σχετιζόταν
με την παρουσία εμφυσήματος, όπως αυτό εκτιμάται από
την αξονική τομογραφία17. Σε μια πρόσφατη μελέτη από
την Ελλάδα σε ασθενείς με ΧΑΠ χωρίς καρδιαγγειακές
συνοσηρότητες η παρουσία εμφυσήματος στην αξονική
τομογραφία θώρακος υψηλής ευκρίνειας σχετίστηκε με
αυξημένο οξειδωτικό στρες και ινωδογόνο18. Τα ευρήματα
αυτά δείχνουν ότι μηχανισμοί που εμπλέκονται στην
καταστροφή του κυψελιδικού τοιχώματος και την ανά-
πτυξη εμφυσήματος μπορεί να προάγουν τον αυξημένο
καρδιαγγειακό κίνδυνο στη ΧΑΠ.
Η θνητότητα από τη ΧΑΠ συνεχίζει να αυξάνεται
ενώ αυτή που αποδίδεται στα καρδιαγγειακά νοσήματα
φαίνεται να μειώνεται. Αυτό οφείλεται μερικώς στην
ευρεία χρήση προφυλακτικών θεραπειών που φαίνεται
να ελαττώνουν την καρδιαγγειακή θνητότητα. Συνεπώς,
εγείρεται το ερώτημα κατά πόσο η σωστή εφαρμογή
τέτοιων θεραπειών θα μπορούσε να έχει παρόμοια επί-
δραση και στη θνητότητα της ΧΑΠ. Οι στατίνες ενδέχεται
να αποτελέσουν μια νέα θεραπευτική επιλογή για τη ΧΑΠ.
Αν και χρησιμοποιούνται κυρίως για τη μείωση των επι-
πέδων της χοληστερόλης στη θεραπεία του μεταβολικού
συνδρόμου φαίνεται να ασκούν τόσο τοπική όσο και συ-
στηματική αντιφλεγμονώδη και αντιοξειδωτική δράση19.
Η χορήγηση στατινών βρέθηκε να σχετίζεται με βραδύ-
τερο ρυθμό έκπτωσης της FEV1
20. Αυτό υποστηρίχτηκε
και από άλλες αναδρομικές μελέτες από μεγάλες βάσεις
δεδομένων που έδειξαν ότι οι στατίνες έχουν ευεργετική
επίδραση στη θνητότητα των ασθενών με ΧΑΠ21. Είναι
απαραίτητες τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες για
να αξιολογήσουν τα ανωτέρω ευρήματα προοπτικά και
να προσθέσουν ενδεχόμενα μια νέα θεραπεία για αυτούς
τους ασθενείς.
Από την άλλη, φάρμακα που παραδοσιακά χρησιμο-
ποιούνται στη θεραπεία αναπνευστικών νόσων μπορεί
να έχουν ευεργετικές επιδράσεις στα καρδιαγγειακά
νοσήματα. Ένα ενδιαφέρον εύρημα προέκυψε από μια
post hoc ανάλυση των δεδομένων της μελέτης EUROSCOP
που αφορούσε τα εισπνεόμενα κορτικοειδή, τα οποία
αν και δεν ήταν αποτελεσματικά στο να μειώσουν τον
μακροχρόνιο ρυθμό έκπτωσης της FEV1, μείωσαν τη
συχνότητα των ισχαιμικών καρδιακών συμβαμάτων σε
ασθενείς με ήπια ΧΑΠ22. Αυτό υποστηρίχτηκε και από
άλλες αναδρομικές μελέτες23 υποδεικνύοντας ότι τα
εισπνεόμενα κορτικοειδή ελαττώνουν τη συστηματική
φλεγμονή σε ασθενείς με ΧΑΠ.
Υπάρχει σαφής συσχέτιση ανάμεσα στη ΧΑΠ και
τον καρκίνο του πνεύμονα ανεξάρτητα από την ενεργό
καπνιστική συνήθεια. Υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι η
χρόνια φλεγμονή παίζει σημαντικό ρόλο στην παθογέ-
νεση του καρκίνου του πνεύμονα. Σε μοριακό επίπεδο,
η ενεργοποίηση του μεταγραφικού παράγοντα NF-kB
φαίνεται να έχει μεγάλη σημασία τόσο για τον καρκίνο
όσο και για τη ΧΑΠ. Υπάρχουν μελέτες που υποστηρίζουν
ότι η ενεργοποίηση του NF-kB στους αεραγωγούς των
ασθενών με ΧΑΠ προκαλεί χρόνια φλεγμονή και αυξάνει
τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του πνεύμονα24,25. Η
ανάλυση δεδομένων από 5402 ασθενείς από τη μελέτη
NHANES I που παρακολουθήθηκαν για 22 χρόνια και
περιέλαβαν 113 περιπτώσεις καρκίνου του πνεύμονα,
αποκάλυψε μια αρνητκή συσχέτιση μεταξύ του κινδύνου
για καρκίνο του πνεύμονα και του βαθμού απόφραξης
των αεραγωγών26.
Η ΧΑΠ επίσης συνδυάζεται με οστεοπόρωση σε ποσο-
στό μέχρι 70% των ασθενών και σχετίζεται με πολλαπλούς
υποκείμενους μηχανισμούς όπως η κακή διατροφή, η
καθιστική ζωή, το κάπνισμα, η λήψη στεροειδών και η συ-
στηματική φλεγμονή. Ο επιπολασμός της οστεοπόρωσης
αυξάνεται στη σοβαρή ΧΑΠ και τόσο η οστεοπόρωση όσο
και η οστεοπενία παρατηρούνται σε ασθενείς με χαμηλό
δείκτη μάζας σώματος και ελεύθερη λίπους μάζα27. Επιπρό-
σθετα, η ΧΑΠ φαίνεται να αποτελεί ανεξάρτητο παράγοντα
κινδύνου για οστεοπόρωση στους άνδρες28.
Η αναιμία φαίνεται να αποτελεί ανεξάρτητο παρά-
γοντα κινδύνου για μειωμένη λειτουργική ικανότητα και
αυξημένη θνητότητα στη ΧΑΠ29,30. Σε μια αναδρομική
ανάλυση των επιπέδων της αιμοσφαιρίνης σε 683 ασθε-
νείς με ΧΑΠ βρέθηκε αναιμία στο 70% των ασθενών και
πολυκυτταραιμία στο 6%31.
Η κατάθλιψη αποτελεί μια άλλη συνήθη συνοσηρό-
τητα σε ασθενείς με ΧΑΠ, ιδιαίτερα εξαιτίας της σοβα-
ρής φυσικής διαταραχής και χρόνιας δύσπνοιας που
παρουσιάζουν συχνά αυτοί οι ασθενείς. Οι ασθενείς με
σοβαρή ΧΑΠ είναι σε μεγαλύτερο κίνδυνο να αναπτύξουν
κατάθλιψη32. Η θεραπεία της κατάθλιψης σε ασθενείς
με ΧΑΠ είναι σημαντική διότι η κατάθλιψη μειώνει τη
λειτουργική ικανότητα των ασθενών και σχετίζεται με
χειρότερη ποιότητα ζωής33.
Τα κλινικά χαρακτηριστικά της ΧΑΠ σχετίζονται πτωχά
με το βαθμό απόφραξης των αεραγωγών και αυτό αφενός
υποστηρίζεται από ισχυρά δεδομένα, αφετέρου καθιστά
αναγκαία μια διαφορετική προσέγγιση. Είναι ξεκάθαρο
ότι προγνωστικά εργαλεία που εκφράζουν καλύτερα τις
συνοσηρότητες της ΧΑΠ έχουν μεγαλύτερη αξία από τον
FEV1. Ο δείκτης BODE (δείκτης μάζας σώματος, απόφραξη
αεραγωγών, δύσπνοια και ικανότητα για άσκηση) είναι ένα
πολυδιάστατο εργαλείο που φάνηκε να έχει μεγαλύτερη
προγνωστική αξία στη ΧΑΠ σε σχέση με τον FEV1. Έτσι, ο
δείκτης BODE ήταν πιο αποτελεσματικός από τον FEV1
στην πρόγνωση της συνολικής και της αναπνευστικής
θνητότητας των ασθενών με ΧΑΠ34. Αυτό δείχνει ότι
είναι σημαντικό να αξιολογούμε σφαιρικά κάθε ασθενή
με ΧΑΠ σχετικά με την πρόγνωση της νόσου του, πέρα
από την μέτρηση του FEV1. Αυτή η συνολική εκτίμηση
περιλαμβάνει απαραίτητα τις συνοσηρότητες, αφού αυτές
παρεμβαίνουν συχνά στο φαύλο κύκλο της δύσπνοιας
και της μειωμένης ικανότητας για άσκηση των ασθενών
με ΧΑΠ35.
Η αιτιολογική συσχέτιση της ΧΑΠ με αρκετές συνοση-
ρότητες δεν είναι ξεκάθαρη. Μήπως οι συνοσηρότητες
κάνουν τους ασθενείς πιο ευάλωτους στις επιπτώσεις
της ΧΑΠ ή μήπως η ΧΑΠ αυξάνει την ευαισθησία στις
συνοσηρότητες ή πρόκειται για συνδυασμό και των δύο;
Σίγουρα, χρειάζονται περισσότερες μελέτες για να απο-
σαφηνιστούν οι δυνητικοί μηχανισμοί και η αιτιολογική
σχέση που συνδέουν τη ΧΑΠ με τις συνοσηρότητες.

Συγγραφείς
Πέτρος Μπακάκος1,
Κωνσταντίνος Κωστίκας2,
Στέλιος Λουκίδης1
1Λέκτορας Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου
Αθηνών -Συντακτική ομάδα Πνεύμων
2Πνευμονολόγος -Συντακτική ομάδα Πνεύμων