Παρασκευή, 1 Οκτωβρίου 2010

Ρευματοειδής αρθρίτιδα

Ο πόνος, το πρήξιμο, η δυσκαμψία είναι συχνά συμπτώματα από τις αρθρώσεις που ταλαιπωρούν και ανησυχούν τους πάσχοντες και τους αναγκάζουν να ζητήσουν ιατρική βοήθεια. Μία από τις πρώτες ερωτήσεις είναι εάν πρόκειται για ρευματοειδή αρθρίτιδα.
Δεν είναι κάθε «ρευματισμός» (αρθρικός πόνος) ρευματοειδής αρθρίτιδα – παρότι είναι αρκετά συχνή νόσος, που πλήττει το 1% των ατόμων. Έχει όμως ιδιαίτερη σημασία, γιατί πρόκειται για μία σοβαρή χρόνια συστηματική φλεγμονώδη αρθρίτιδα. Αν αφεθεί χωρίς θεραπεία καταλήγει σε προοδευτική καταστροφή των αρθρώσεων, ανικανότητα, αναπηρία και κακή ποιότητα ζωής των ασθενών, όχι μόνο λόγω των λειτουργικών προβλημάτων αλλά και λόγω του έντονου και βασανιστικού πόνου.
Πότε όμως ο ασθενής θα υποψιαστεί τη νόσο ώστε να προσφύγει έγκαιρα στο γιατρό;
Η πάθηση, κατ’αρχήν, πλήττει τις γυναίκες τρεις φορές συχνότερα από τους άνδρες. Παρόλο που μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία, είναι συχνότερη μεταξύ 20 και 60 ετών. Συνήθως αρχίζει ύπουλα και βαθμιαία, σε χρονική περίοδο εβδομάδων ή μηνών.
Αρχικά τα συμπτώματα δεν είναι ξεκάθαρα και χαρακτηριστικά. Υπάρχει αίσθημα κόπωσης, διάχυτοι μυοσκελετικοί πόνοι, απώλεια βάρους ή δεκατική πυρετική κίνηση.
Αργότερα εγκαθίσταται η τυπική εικόνα, πού είναι πόνος, ευαισθησία στην πίεση, πρήξιμο και σπανιότερα ερυθρότητα των αρθρώσεων. Χαρακτηριστικά προσβάλλει συμμετρικά τις αρθρώσεις (δηλ. και στις δύο πλευρές του σώματος, δεξιά και αριστερά).
Άλλα χαρακτηριστικά συμπτώματα είναι η πρωινή δυσκαμψία («πιάσιμο») που κρατάει πάνω από 15 λεπτά και ο νυκτερινός πόνος. Συχνότερα πάσχουν οι αρθρώσεις των άκρων χεριών, των αγκώνων, των ώμων, των γονάτων, των άκρων ποδιών καθώς και η αυχενική μοίρα της σπονδυλικής στήλης. Δεν προσβάλλονται οι τελευταίες αρθρώσεις των δακτύλων.
Εκτός των αρθρώσεων η νόσος προσβάλλει και εσωτερικά όργανα (καρδιά, πνεύμονες, αγγεία, κ.α.) χωρίς όμως να δημιουργεί σοβαρά προβλήματα και συνήθως περνά απαρατήρητη.
Ρευματοειδής αρθρίτιδαΗ διάγνωση της ρευματοειδούς αρθρίτιδας θα τεθεί από το ιστορικό και την κλινική εικόνα και θα επιβεβαιωθεί με εργαστηριακές εξετάσεις (αίματος, ούρων, ακτινογραφίες). Αξίζει να σημειωθεί ότι η ανίχνευση του ρευματοειδή παράγοντα (Ra test) δεν σημαίνει απαραίτητα ότι υπάρχει νόσος ούτε, αν αυτός λείπει, ότι αυτή αποκλείεται. Ο γιατρός συνεκτιμά πολλά στοιχεία για να θέσει τη διάγνωση.
Τι γίνεται όμως με τη θεραπεία;
Το ευχάριστο είναι ότι έχει σημειωθεί αλματώδης πρόοδος τα τελευταία 20 χρόνια. Έτσι, εκτός των παλαιότερων φαρμάκων που στοχεύουν τον πόνο και τη φλεγμονή (ασπιρίνη, κορτιζόνη, αντιφλεγμονώδη) έχουμε πλέον φάρμακα που τροποποιούν, αλλάζουν και βελτιώνουν την πορεία της νόσου. Έτσι επιβραδύνεται η καταστροφή των αρθρώσεων και ανακόπτεται η αναπηρία -αρκεί βέβαια η θεραπεία να αρχίζει νωρίς, πριν την αρθρική καταστροφή. Γι’ αυτό και εδώ η έγκαιρη διάγνωση σώζει.. Ο ασθενής νιώθει καλά, δεν πονά και είναι λειτουργικός στις καθημερινές του ασχολίες και τις επαγγελματικές του υποχρεώσεις. Η είσοδος νέων φαρμάκων, όπως οι βιολογικοί παράγοντες, βοηθούν ασθενείς που ως τώρα δεν είχαν ωφεληθεί.
Παρά τις μεγάλες προόδους της φαρμακοθεραπείας, ωστόσο, η καλή συνεργασία του ρευματολόγου με τον ασθενή, τους γιατρούς άλλων ειδικοτήτων και τους φυσιοθεραπευτές παραμένει η θεμέλια λίθος της σωστής και ολοκληρωμένης αντιμετώπισης των ασθενών με μία χρόνια και επίμονη νόσο, όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα.
Συγγραφέας: Θεόδωρος Σαρλάνης
Site: http://www.syrostoday.gr/Business/1491-SARLANHS-UEODWROS-REYMATOLOGOS.aspx

Προϊόντα Light (Πόσο αληθινή είναι τελικά η… «ελαφρότητα»;)

Τα προϊόντα «light» είναι τρόφιμα που περιέχουν μειωμένες ποσότητες από κάποια θρεπτική κατηγορία που θεωρείται βλαπτική για συγκεκριμένη ομάδα πληθυσμού. Η κατανάλωση προϊόντων τέτοιου τύπου συνεχώς αυξάνεται, παράλληλα με την αύξηση της βιομηχανοποίησης της διατροφής, την αύξηση της παχυσαρκίας και τις μεταβολές του τρόπου ζωής μας. Έτσι, σήμερα καταναλώνουμε περίπου διπλάσια ποσότητα προϊόντων light, σε σχέση με 10 χρόνια πριν. Πέραν της βασικής θέσης που μπορεί κανείς να έχει έναντι των τροφίμων light, υπάρχουν και ορισμένες άλλες σχετικές παράμετροι, που έχουν να κάνουν με ελλιπή ενημέρωση των καταναλωτών και δεν έχουν τονιστεί επαρκώς.

Για κάθε προϊόν «light» ορίζεται ένα αντίστοιχο «τρόφιμο αναφοράς», το οποίο είναι το αρχικό, το κανονικό, «μη light» προϊόν. Αυτό, συνήθως, καθορίζεται υπολογίζοντας τη μέση περιεκτικότητα σε θερμίδες, λίπος και αλάτι των ανάλογων πιο γνωστών προϊόντων που κυκλοφορούν σε εθνικό επίπεδο. Έτσι, για να αποκτήσει ένα τρόφιμο στην ετικέτα του την ένδειξη «light», θα πρέπει:

1. Για τα τρόφιμα αναφοράς που οι θερμίδες τους προέρχονται κατά 50% ή περισσότερο από λίπος, θα πρέπει το προϊόν «light» να έχει τουλάχιστον 50% λιγότερο λίπος. Αν, για παράδειγμα, μια μαγιονέζα έχει φυσιολογικά 80% λιπαρά, που σημαίνει ότι σχεδόν όλες οι θερμίδες της προέρχονται από λίπος, η μαγιονέζα «light» θα πρέπει να έχει το πολύ 40% λιπαρά. Άρα, light μαγιονέζα δεν σημαίνει μαγιονέζα χωρίς λιπαρά ή με αμελητέα λιπαρά. Κανόνας πρώτος, λοιπόν, light προϊόν δεν σημαίνει προϊόν χωρίς θερμίδες ή με «ελάχιστες» θερμίδες.

2. Για τα τρόφιμα αναφοράς που οι θερμίδες τους προέρχονται κατά λιγότερο από 50% από λίπος, θα πρέπει το προϊόν «light» να έχει τουλάχιστον 33% λιγότερες θερμίδες ή 50% λιγότερο λίπος. Έτσι, σε ένα πλήρες γιαούρτι με 3.5% λιπαρά, προφανώς λιγότερο από το 50% των θερμίδων προέρχεται από το λίπος. Σε ένα γιαούρτι «light» ή το λίπος θα πρέπει να είναι λιγότερο από 1.75% ή οι θερμίδες θα πρέπει να είναι μειωμένες κατά τουλάχιστον 33%. Αξίζει να σημειωθεί ότι ένα αναψυκτικό -που δεν έχει καθόλου λίπος-, είναι αρκετό να έχει έστω και κατά 33% λιγότερες θερμίδες για να χαρακτηριστεί «light».

3. Tα τρόφιμα που είναι «light» σε αλάτι, θα πρέπει να περιέχουν τουλάχιστον 50% λιγότερο αλάτι από το ανάλογο τρόφιμο αναφοράς.

Πόσο «light»... είναι τα προϊόντα light;

Ο χαρακτηρισμός «light» είναι μια σχετική έννοια, αφού ουσιαστικά, εκ της νομοθεσίας, αποδίδεται σε ένα προϊόν με βάση ένα πηλίκο. Από τα μαθηματικά μας γνωρίζουμε ότι ένα πηλίκο μπορεί να μειωθεί με δύο τρόπους, είτε μειώνοντας τον αριθμητή, είτε αυξάνοντας τον παρονομαστή.

Αν και δεν είναι τόσο γνωστό, τα ανακατεργασμένα τυριά -όπως είναι π.χ. τα τυριά για τοστ- περιέχουν πολύ μεγαλύτερη ποσότητα λίπους από τα συνηθισμένα τυριά. Έτσι, προκειμένου να χαρακτηριστεί ένα ανακατεργασμένο τυρί «light», ως τροφή αναφοράς θα εκληφθεί ένα προϊόν που περιέχει τη μέση τιμή λίπους όλων των ανακατεργασμένων τυριών. Η τιμή αυτή ανέρχεται μέχρι και το 70%, οπότε το τυρί light οφείλει να έχει το πολύ 35% λιπαρά.

Όμως, το ποσοστό αυτό ισοδυναμεί με το λίπος που περιέχεται σε ένα κοινό και μη ανακατεργασμένο τυρί, όπως για παράδειγμα είναι η δική μας φέτα. Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομοθεσία, αν τα προϊόντα αυτά βρεθούν πλάι - πλάι σε ένα ψυγείο, η ετικέτα τού ενός θα γράφει «light», ενώ του αλλού όχι, παρόλο που το ποσοστό λίπους που περιέχουν - άρα και οι θερμίδες- είναι ίδιο ή και μικρότερο για το δεύτερο που...δεν είναι light. Ανάλογα φαινόμενα παρατηρούνται και με τα διαφορά αλλαντικά. Έτσι, το ζήτημα του καθορισμού του τροφίμου αναφοράς είναι μεγάλο πρόβλημα και αποτελεί σημαντική αιτία νόμιμης παραπλάνησης του καταναλωτή. Οι πιο καχύποπτοι ίσως σκεφθούν ότι ο νομοθέτης εδώ κλείνει το μάτι στη βιομηχανία τροφίμων...

Επομένως, ένα τρόφιμο με την ένδειξη «light», δε σημαίνει απαραίτητα ότι είναι ένα τρόφιμο με χαμηλά λιπαρά. Μια πολύ πιο ουσιαστική πληροφορία είναι το πραγματικό λίπος που περιέχεται σε ένα προϊόν, πληροφορία που περιλαμβάνεται στη «διατροφική ανάλυση». Αυτή, εφόσον υπάρχει, δεν είναι πάντα εύκολο να τη βρείτε: αναζητείστε την, πάντα στην πίσω ή κάτω πλευρά ή στη συσκευασία ή, εναλλακτικά, αναζητήστε την στα... ψιλά γράμματα της ετικέτας.

Για να έχει ένα τρόφιμο την ένδειξη «με χαμηλά λιπαρά», θα πρέπει να έχει λιγότερο από 3γρ. λίπους ανά 100γρ. Θα πρέπει, τέλος, να τονίσουμε ότι αν το τρόφιμο αναφοράς έχει λιγότερα από 3% λιπαρά, κανένα ανάλογο τρόφιμο δεν δικαιούται να χρησιμοποιεί την ένδειξη «light».

Ανάλατο=light!

Ένας άλλος παράγοντας σύγχυσης προκύπτει από το ότι ως προϊόν «light» δικαιούται, βάσει της νομοθεσίας, να χαρακτηριστεί, επίσης, οποιοδήποτε προϊόν περιέχει μειωμένο αλάτι, αν και οι περισσότεροι από εμάς πιστεύουμε ότι η έννοια «light» αφορά μόνο τις θερμίδες και το λίπος. Έτσι, για παράδειγμα, ένα κρουασάν μπορεί να είναι «βόμβα θερμίδων» αλλά εντούτοις να φέρει την ένδειξη «light», εφόσον περιέχει μειωμένη περιεκτικότητα σε αλάτι χωρίς, όμως, να είναι υποχρεωτικό για την ετικέτα να συμπληρώνονται οι λέξεις «...σε αλάτι».

Τέλος, άλλη μια περίπτωση «δημιουργικής αναγραφής», είναι ότι η λέξη «light» μπορεί επίσης να αναφέρεται στο... χρώμα, στη μυρωδιά ή στη γεύση του τροφίμου. Στις περιπτώσεις αυτές είναι υποχρεωτικό να γράφεται δίπλα στην ένδειξη «light» και το σε τι είναι light το προϊόν, για παράδειγμα «light σε γεύση». Βέβαια εδώ, η λέξη «light» μπορεί να είναι γραμμένη με μεγάλα γράμματα, ενώ για να διαβάσει κανείς τη λέξη «γεύση» μπορεί να χρειαστεί μεγεθυντικό φακό.

Πόσο απαραίτητα είναι τα προϊόντα light;

Μετά τα παραπάνω, το ερώτημα είναι εύλογο. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αν ούτως ή άλλως πρόκειται για μια τροφή που μπορούμε να κάνουμε και χωρίς αυτήν -για παράδειγμα, ένα αναψυκτικό ή ένα παγωτό-, το τελικό αποτέλεσμα για τον οργανισμό μας είναι μάλλον ίδιο, στο βαθμό που δεν εισάγουμε σε αυτόν επικίνδυνα ή αμφισβητούμενα συντηρητικά. Έτσι, προκειμένου να γλιτώσουμε περιττές θερμίδες, καλύτερα να προτιμήσουμε τα αναψυκτικά «light».

Από την άλλη πλευρά, η κατανάλωση γαλακτοκομικών light έχει αποδεδειγμένη ευεργετική επίδραση στη χοληστερόλη και επιβάλλεται, ιδίως για τα άτομα που έχουν ήδη πρόβλημα, όπως οι καρδιοπαθείς.

Ωστόσο, από τη στιγμή που, παρά την αποβουτύρωση, η λοιπή διατροφική αξία αυτών των προϊόντων παραμένει ίδια, όλοι μπορούμε να καταναλώνουμε συστηματικά αποβουτυρωμένα γαλακτοκομικά προϊόντα ακόμη και τα παιδιά.

Θα πρέπει, πάντως, να τονίσουμε ότι τα προϊόντα light δεν αδυνατίζουν.

Παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον οι αμερικανικές στατιστικές που δείχνουν ότι παρά την ουσιαστική μείωση του λίπους στη διατροφή που συνέβαλε στη μείωση της χοληστερόλης και της συχνότητας στεφανιαίας νόσου στο γενικό πληθυσμό, η συχνότητα και η βαρύτητα της παχυσαρκίας συνεχώς αυξάνουν. Έτσι, συμβαίνει το παράδοξο φαινόμενο να τρώμε τρόφιμα με λιγότερες θερμίδες, αλλά να παχαίνουμε όλο και περισσότερο. Η εξήγηση αυτού του γεγονότος είναι ότι όλοι μας, θεωρώντας ότι πολλά προϊόντα «light» δεν έχουν ή έχουν πολύ λίγες θερμίδες, καταναλώνουμε πολύ μεγαλύτερες ποσότητες, με τελικό αποτέλεσμα το σύνολο των καταναλισκόμενων θερμίδων να είναι μεγαλύτερο από αυτό που θα παίρναμε αν τρώγαμε συνήθεις ποσότητες ενός συνηθισμένου προϊόντος. Είναι όλο και περισσότερο φανερό ότι αυτό που χρειάζεται αλλαγή είναι οι συνολικές διατροφικές μας συνήθειες, οι οποίες θα πρέπει να καθιερώνονται έγκαιρα, από τη νηπιακή ακόμη ηλικία.