Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου 2010

Στρες και αυτοάνοσα νοσήματα

«Έκρηξη» των αυτοάνοσων νοσημάτων, αναμένεται να παρατηρηθεί λόγω της οικονομικής κρίσης, το προσεχές διάστημα, καθώς, το στρες που συνεπάγεται η απώλεια της εργασίας ή της περιουσίας και η γενικότερη ανασφάλεια, συνιστoύν εκλυτικούς παράγοντες για την εκδήλωσή τους.
Η αδυναμία ενός ατόμου να διαχειριστεί το στρες, μπορεί να πυροδοτήσει, αν προϋπάρχει η επιρρέπεια, την εμφάνιση κάποιου αυτοάνοσου νοσήματος. Έρευνες που έχει πραγματοποιήσει ο καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, κ. Χαράλαμπος Μουτσόπουλος και η ομάδα του, έχουν δείξει πως, η ψυχολογική πίεση πυροδοτεί την αυτοανοσία, κυρίως δε την εμφάνιση του συνδρόμου Sjögren. Σε όλες αυτές τις μελέτες, οι ασθενείς με το σύνδρομο, αναφέρουν πως βίωσαν ένα πολύ στρεσογόνο, αρνητικό γεγονός, πριν την εμφάνιση της ασθένειας. Γι’ αυτό και ο καθηγητής προβλέπει αύξηση των αυτοάνοσοων νοσημάτων με την οικονομική κρίση, που προκαλεί αύξηση στον αριθμό των ατόμων που χάνουν τη δουλειά τους ή την περιουσία τους.
«Σε αυτά τα άτομα, αν υπάρχει η επιρρέπεια, η κατάσταση αυτή και το στρες θα πυροδοτήσει τη νόσο. Αυτός που δεν μπορεί να διαχειριστεί το στρες, αυτοκαταπιέζεται και προκαλεί αυτοάνοσο νόσημα», τονίζει ο καθηγητής. Η θυρεοειδίτιδα Hashimoto, με ρυθμό εμφάνισης 15% στο γυναικείο κυρίως πληθυσμό, είναι ένα ακόμη τέτοιο δείγμα και αποτελεί, σύμφωνα με τον καθηγητή, το «τίμημα που πληρώνουν οι γυναίκες του να είναι ανταγωνιστικές και δυναμικές στον επαγγελματικό στίβο».
Γενικότερα, ο ασθενής με αυτοάνοσο νόσημα εμφανίζει, σύμφωνα με τον κ. Μουτσόπουλο τα εξής κοινά χαρακτηριστικά: α. αυτοεπιθετικότητα, β. κατάθλιψη σε πολύ μεγάλο βαθμό (80% των ασθενών που έχουν μελετηθεί έχουν λανθάνουσα κατάθλιψη), γ. αδυναμία διαχείρισης του στρες.
Για παρόμοιους λόγους, πολύ κακή πορεία έχουν τα άτομα που δεν μπορούν να συνθηκολογήσουν με το γεγονός ότι πάσχουν από μία χρόνια νόσο. «Αυτοί οι ασθενείς δεν έχουν καλή πρόοδο, είναι σαν να πετάνε τα φάρμακα τους», τονίζει ο καθηγητής.
Άλλοι παράγοντες
Τα ρευματικά νοσήματα (ρευματοειδής αρθρίτιδα, ψωριασική αρθρίτιδα, αγκυλοποιητική σπονδυλαρθρίτιδα) προσβάλλουν περίπου το 1% του υγιούς πληθυσμού και τα αίτιά τους είναι άγνωστα στην πλειοψηφία των περιπτώσεων. Η γενετική προδιάθεση, η κληρονομικότητα, οι περιβαλλοντικοί παράγοντες και ο τρόπος ζωής είναι παράγοντες που παίζουν κάποιο ρόλο. Πρόσφατες έρευνες έχουν δείξει, επίσης, ότι μία βακτηριακή ή ιογενής λοίμωξη μπορεί να πυροδοτήσει κάποια αντίδραση στο ανοσολογικό σύστημα των ανθρώπων με οικογενειακό ιστορικό ρευματικής νόσου. Ο καθηγητής εξέφρασε την πεποίθηση ότι, σε ένα βαθμό, η προέλευση των αυτοάνοσων νοσημάτων, όπως για παράδειγμα το σύνδρομο Sjögren, είναι ιογενής. «Μελετάμε και έχουμε αποδείξει ότι το 100% των ασθενών με το σύνδρομο έχουν υπολείμματα του ιού κοξάκι, μέσα στα επιθηλιακά κύτταρα των σιελογόνων αδένων ή των εξωκρινών αδένων».
Το κάπνισμα μπορεί τέλος, να συμβάλλει στην έναρξη της νόσου και να επιδεινώσει την πρόγνωση, ενώ σημαντικό ρόλο φαίνεται ότι παίζουν και οι ορμόνες.
Γιατί όμως τα αυτοάνοσα νοσήματα αφορούν σε συντριπτική πλειοψηφία τους τις γυναίκες; Σύμφωνα με τα στοιχεία, η αναλογία εμφάνισης του ερυθηματώδους λύκου και του Sjögren σε άνδρες και γυναίκες είναι 9 προς 1. Κι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, οι γυναίκες έχουν δέκα φορές πιο ισχυρό ανοσολογικό σύστημα από τους άνδρες, άρα και μεγαλύτερες πιθανότητες να παραγάγουν αντισώματα εναντίον ίδιων στοιχείων.
Αντιμετώπιση
Ο κ. Μουτσόπουλος επισημαίνει την ανάγκη της έγκαιρης διάγνωσης των νοσημάτων αυτών. «Όσο γρηγορότερα παρεμβαίνει κανείς σε αυτά τα νοσήματα, τόσο πιο αποτελεσματική μπορεί να είναι η αντιμετώπισή τους». Περίπου ένα εκατομμύριο άνθρωποι στην Ελλάδα πάσχουν από κάποιου είδους ρευματικό νόσημα ή έχουν ανάλογα συμπτώματα. Αρκετοί από αυτούς μάλιστα δεν γνωρίζουν ότι έχουν προσβληθεί, γιατί η διάγνωση μπορεί να είναι ασαφής.
Αναφερόμενος συγκεκριμένα, στα περιστατικά της ρευματοειδούς αρθρίτιδας και του ερυθηματώδους λύκου, ο καθηγητής μίλησε για παθήσεις, που «αν δεν αντιμετωπιστούν μέσα στο πρώτο τρίμηνο, τόσο πιο δύσκολο είναι να τις καταστείλεις. Γιατί όσο χρονίζει η φλεγμονή, τόσο δεν απαντά στη θεραπεία», τόνισε.
Μερίδιο ευθύνης για την έγκαιρη διάγνωση, φέρουν και οι γιατροί. Ευτυχώς, τα τελευταία χρόνια, οι ορθοπεδικοί είναι πιο ευαισθητοποιημένοι πλέον και στέλνουν εγκαίρως τους ασθενείς στο ρευματολόγο.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ρευματοειδής αρθρίτιδα (ΡΑ). Η καταστροφή των αρθρώσεων μπορεί να επέλθει γρήγορα στα πρώιμα στάδια της ΡΑ και η ζημιά στις αρθρώσεις είναι εμφανής στο 70% των ακτινογραφιών που λαμβάνονται μέσα στα δύο πρώτα χρόνια της νόσου. Επιπλέον, με την απεικόνιση μαγνητικού συντονισμού (MRI) ενδέχεται να εντοπιστούν αλλαγές στη δομή των αρθρώσεων, μόλις δύο μήνες μετά την εμφάνιση της νόσου. Ακριβώς επειδή η ζημιά στις αρθρώσεις συχνά χρειάζεται να επέλθει πολύ γρήγορα κατά την έναρξη της νόσου, μπορεί να χρειαστεί να ξεκινήσει επιθετική θεραπεία πολύ σύντομα μετά τη διάγνωση της ΡΑ, πριν επέλθει μεγάλο ποσοστό μη αναστρέψιμης ζημιάς στις αρθρώσεις.
Η έγκαιρη αποτελεσματική θεραπεία μπορεί να επιβραδύνει ή ακόμη και να διακόψει την εξέλιξη της νόσου, βελτιώνοντας έτσι την ποιότητα ζωής. Ταυτόχρονα, η έγκαιρη θεραπεία μπορεί να μειώσει τις κοινωνικές δαπάνες διατηρώντας την παραγωγικότητα και μειώνοντας το οικονομικό φορτίο της παρατεταμένης θεραπείας.
Θεραπεία
Για τη θεραπεία των φλεγμονωδών ρευματικών νοσημάτων χρησιμοποιούνται διάφορες κατηγορίες φαρμάκων.
Οι πιο συνηθισμένες είναι τα τροποποιητικά της νόσου αντιρευματικά φάρμακα τα οποία μπορούν να επηρεάσουν την πορεία της νόσου και τα βιοτεχνολογικά φάρμακα (πρωτεΐνες ή πρωτεϊνικά μόρια, που έχουν κατασκευασθεί για τη θεραπεία ανθρώπινων νοσημάτων), που έχουν αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια.
Οι βιολογικές θεραπείες είναι ένας νεότερος τύπος φαρμακευτικής αγωγής ο οποίος χρησιμοποιείται για τη θεραπεία ρευματικών νοσημάτων. Χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας (ΡΑ) σε ενήλικες και μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν και για την αντιμετώπιση άλλων ρευματικών νοσημάτων όπως είναι η νεανική ρευματοειδής αρθρίτιδα σε παιδιά ηλικίας 4-17 ετών, η αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα και η ψωριασική αρθρίτιδα.
«Οι γιατροί που ασχολούμαστε με τα ρευματικά νοσήματα θεωρούμαστε ‘πλούσιοι’ γιατί έχουμε στη διάθεσή μας τα περισσότερα και τα αποτελεσματικότερα φάρμακα», σημειώνει ο κ. Μουτσόπουλος. Κοινό σημείο σε όλα αυτά τα φάρμακα, είναι ότι η θεραπευτική αγωγή στοχεύει ειδικά σε ένα συγκεκριμένο μόριο το οποίο διαδραματίζει έναν κύριο ρόλο στη φλεγμονώδη διαδικασία.
Σχετικά με τη θεραπεία, ο καθηγητής τόνισε την ανάγκη έκδοσης υποχρεωτικών κατευθυντήριων οδηγιών (guidelines) για τη θεραπεία, από τα αρμόδια επιστημονικά όργανα. Αναφέρθηκε στην πλήρη απουσία αυτοελέγχου και ετεροελέγχου σχετικά με τη συνταγογράφηση στη χώρα μας και σημείωσε ότι «η επιστημονική κοινότητα έχει την υποχρέωση να βάλει guidelines και να τις τηρήσει». Σημείωσε, τέλος, ότι είναι εξαιρετικά σημαντικό, ένας ασθενής με ρευματολογικό νόσημα να είναι ενημερωμένος. «Ο ενημερωμένος ασθενής μας αναγκάζει να γινόμαστε πιο αποτελεσματικοί τόσο στη διάγνωση όσο και στη θεραπεία».

Της Νεκταρίας Καρακώστα 

ΠΗΓΗ  

Περιοδοντίτιδα


•H μεγαλύτερη δυσκολία στην αντιμετώπιση της περιοδοντίτιδας είναι ο εντοπισμός της, και αυτό γιατί δεν προκαλεί έντονα συμπτώματα. Aκόμα και ο οδοντίατρος μπορεί να μην την ανακαλύψει σε έναν τακτικό έλεγχο.
•Στο αρχικό της στάδιο η περιοδοντίτιδα εμφανίζεται ως μία ήπια ουλίτιδα. Συμπτώματά της είναι το μάτωμα των ούλων και η κακοσμία του στόματος. Aκόμα και αυτά όμως είναι αρκετά ήπια και δεν τραβούν πάντα την προσοχή μας.
•Στις εξάρσεις της νόσου μπορεί να κοκκινίσουν έντονα τα ούλα και να ματώσουν, ενώ είναι πιθανό να δημιουργηθούν και αποστήματα. Tα συμπτώματα όμως αυτά συνήθως υποχωρούν από μόνα τους, πριν καν προλάβουμε να πάμε στο γιατρό.
•Στον προσεκτικό έλεγχο ο οδοντίατρος θα διαπιστώσει την ύπαρξη περιοδοντικών θυλάκων, δηλαδή τα ούλα έχουν ξεκολλήσει από την επιφάνεια των δοντιών και εκεί έχουν «φωλιάσει» τα μικρόβια. Για να θεραπευτεί η περιοδοντίτιδα, πρέπει να απομακρυνθούν τα μικρόβια αυτά.


•Kύριος τρόπος πρόληψης της περιοδοντίτιδας είναι το σωστό βούρτσισμα, το οποίο απαιτεί σωστή τοποθέτηση της οδοντόβουρτσας, με γωνία ανάμεσα στα δόντια και στα ούλα και με μικρές κυκλικές κινήσεις της οδοντόβουρτσας. Oι περιοδοντολόγοι επισημαίνουν ότι το σωστό βούρτσισμα ωφελεί περισσότερο από το επαναλαμβανόμενο, όταν δεν γίνεται σωστά.
•Δεν καπνίζουμε. Tο κάπνισμα είναι αιτιολογικός παράγοντας της περιοδοντίτιδας, καθώς μειώνει τοπικά την άμυνα του οργανισμού και επιτρέπει στα μικρόβια να δρουν ανενόχλητα.


•Στο αρχικό στάδιο της περιοδοντίτιδας η θεραπεία περιλαμβάνει καθαρισμό από τον οδοντίατρο και σωστό βούρτσισμα.
•Όταν η περιοδοντίτιδα έχει προχωρήσει, χρειάζεται καθαρισμός από τα μικρόβια που βρίσκονται στους θυλάκους. Eδώ μπορεί να χρειαστούμε περιοδοντολόγο-οδοντίατρο και όχι απλό οδοντίατρο.
•Στις σοβαρές περιπτώσεις περιοδοντίτιδας η θεραπεία είναι χειρουργική. O περιοδοντολόγος «ανοίγει» τα ούλα για να απομακρύνει τα μικρόβια από τους βαθείς θυλάκους. Eπίσης, σπανιότερα ο ειδικός μπορεί να «χτίσει» ξανά το κόκαλο- όσο του επιτρέπεται.
•H περιοδοντίτιδα υποτροπιάζει. Aν σταματήσουν το βούρτσισμα και ο τακτικός έλεγχος από τον ειδικό, οι θύλακοι θα ξανασχηματιστούν


•Tο κάπνισμα.
•H ανοσοκαταστολή.
•O σακχαρώδης διαβήτης.