Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου 2010

Τα αντιψυχωσικά φάρμακα αυξάνουν τον κίνδυνο εγκεφαλικού

Οι άνθρωποι που λαμβάνουν αντιψυχωσικά φάρμακα διατρέχουν σχεδόν διπλάσιο κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου, υποστηρίζει μελέτη Βρετανών επιστημόνων που δημοσιεύεται στην “Ιατρική Επιθεώρηση της Βρετανίας” (British Medical Journal). Σύμφωνα μάλιστα με τα αποτελέσματα της έρευνας, ο κίνδυνος φαίνεται να είναι μεγαλύτερος -κατά σχεδόν 3.5 φορές- για όσους άνδρες και γυναίκες πάσχουν από άνοια.
Αν και τα αποτελέσματα παλαιότερων επιστημονικών μελετών δείχνουν ότι η σχέση μεταξύ παλαιότερης γενιάς αντιψυχωσικών φαρμάκων και εγκεφαλικού επεισοδίου δεν είναι ξεκάθαρη, η πρόσφατη μελέτη των Βρετανών επιστημόνων από τη Σχολή Υγιεινής και Τροπικής Ιατρικής του Λονδίνου (London School of Hygiene and Tropical Medicine) συσχετίζει τον κίνδυνο εμφάνισης εγκεφαλικού επεισοδίου τόσο με τα παλαιάς όσο και με τα νεώτερης γενιάς αντιψυχωσικά φάρμακα.

Τα αντιψυχωσικά φάρμακα είναι μια κατηγορία φαρμάκων που χρησιμοποιείται για τον έλεγχο συμπτωμάτων που συναντώνται στις ψυχωσικές διαταραχές, όπως στη σχιζοφρένεια και σε κάποιες σοβαρές μορφές κατάθλιψης. Συχνά, χρησιμοποιούνται και για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων της άνοιας, ωστόσο αρκετοί είναι οι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι σε αρκετές περιπτώσεις η χορήγησή τους στις περιπτώσεις ανοϊκών ασθενών δεν κρίνεται απαραίτητη. Τα αντιψυχωσικά φάρμακα διακρίνονται σε δυο κατηγορίες, τα νεώτερα “άτυπα” και τα παλαιότερα αντιψυχωσικά φάρμακα. Κατά τη διάρκεια της επιστημονικής τους μελέτης, οι Βρετανοί ερευνητές εξέτασαν τα δεδομένα 6.790 ανδρών και γυναικών που είχαν πάθει εγκεφαλικό επεισόδιο, εκ των οποίων κάποιοι λάμβαναν τουλάχιστον ένα αντιψυχωσικό φάρμακο. Στην κατηγορία των παλαιών φαρμάκων περιλαμβάνονταν οι φαρμακευτικές ουσίες φαινοθειαζίνη, αλοπεριδόλη και βενπεριζόλη ενώ στην κατηγορία των νεώτερων “άτυπων” αντιψυχωσικών περιλαμβάνονται οι ουσίες ρισπεριδόνη, ολανζαπίνη, αμιλσουπρίδη και κουετιαπίνη.

Όπως έδειξαν τα αποτελέσματα της μελέτης, η χρήση αντιψυχωσικών φαρμάκων συνδέθηκε με αυξημένο κατά 1.7 φορές κίνδυνο εμφάνισης εγκεφαλικού επεισοδίου. Ειδικότερα, ο κίνδυνος ήταν κατά 1.69 φορές μεγαλύτερος για τους εθελοντές που λάμβαναν τα παλαιότερης μορφής αντιψυχωσικά και 2.32 φορές για εκείνους που χρησιμοποιούσαν τα νεώτερης μορφής “άτυπα” αντιψυχωσικά φάρμακα. Το ποσοστό του κινδύνου ήταν ακόμη μεγαλύτερο - κατά 3.5 φορές- για όσους εθελοντές είχαν άνοια. Για όσους συμμετέχοντες δεν έπασχαν από τη νόσο αλλά λάμβαναν ανττιψυχωσικά φάρμακα ο κίνδυνος ήταν 1.4 φορές μεγαλύτερος.

“Ο κίνδυνος για τους ασθενείς με άνοια που χρησιμοποιούν αντιψυχωσικά φάρμακα ξεπερνά τα πιθανά οφέλη που μπορεί να έχει η χορήγηση αυτής της κατηγορίας φαρμάκων. Σε αυτούς τους ασθενείς η χορήγηση αντιψυχωσικών φαρμάκων πρέπει να αποφεύγεται, όπου αυτό είναι πιθανό”, σχολιάζει ο επικεφαλής της μελέτης Ian Douglas.

Αν και η ερευνητική ομάδα δεν εξέτασε τον ακριβή λόγο για τον οποίο οι ανοϊκοί ασθενείς που λαμβάνουν αντιψυχωσικά φάρμακα διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου, ωστόσο αναφέρουν ότι ενδεχομένως αυτό να σχετίζεται με τις αγγειακές αιτίες κάποιων μορφών άνοιας. “Ακόμη δεν γνωρίζουμε γιατί ο κίνδυνος εγκεφαλικού επεισοδίου είναι ακόμη μεγαλύτερος στις περιπτώσεις των ασθενών με άνοια που λαμβάνουν αντιψυχωσικά φάρμακα”, δηλώνει σε συνέντευξη του στο ειδησιογραφικό πρακτορείο Reuters ο επικεφαλής της μελέτης.

Η πρώιμη εμμηναρχή σχετίζεται με συντομότερο προσδόκιμο επιβίωσης


Οι γυναίκες που είχαν την πρώτη τους έμμηνο ρύση πριν από την μέση ηλικία, ενδεχομένως να ζήσουν λιγότερο, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύονται στο American Journal of Epidemiology.

Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Τρόμσο με επικεφαλής την Δρ Μπτζαρνε Γιάκομπσεν σε μακροχρόνια μελέτη διάρκειας 37 ετών, με δείγμα 61.319 γυναίκες που είχαν γεννηθεί στα τέλη του 1800 και του 1920, διαπίστωσαν ότι αυτές που είχαν εμμηναρχή σε σχετικά νεαρή ηλικία (12 ετών και κάτω) είχαν ελαφρώς υψηλότερο κίνδυνο να αποβιώσουν κατά τη διάρκεια της έρευνας.

Ξεκινώντας από την δεκαετία του 1950, οι γυναίκες εξετάστηκαν από ιατρό και ερωτήθηκαν για το αναπαραγωγικό ιστορικό τους, περιλαμβανομένης της ηλικίας που είχαν την πρώτη τους έμμηνο ρύση.

Μεταξύ των γυναικών που είχαν την πρώτη τους εμμηνορρυσία σε ηλικία 10 ή 11 ετών, ο κίνδυνος θανάτου ήταν σχεδόν 10% υψηλότερος συγκριτικά με τις γυναίκες που άρχισαν να έχουν καταμήνιο κύκλο σε ηλικία 14 ετών (ο μέσος όρος των γυναικών της μελέτης).
Αντίθετα, οι γυναίκες που είχαν την πρώτης τους εμμηνορρυσία σε ηλικία 15 ετών και άνω είχαν χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου κατά τη διάρκεια της μελέτης.

Συγκεκριμένοι παράγοντες που η έρευνα δεν συμπεριέλαβε όπως η σωματική άσκηση και το κάπνισμα, μπορεί παίζουν ρόλο. Για παράδειγμα, η έντονη σωματική δραστηριότητα είναι γνωστό ότι καθυστερεί ή διαταράσσει τον εμμηνορρυσιακό κύκλο και η τακτική σωματική άσκηση καθ' όλη τη διάρκεια ζωής της γυναίκας μπορεί να προλάβει χρόνιες παθήσεις όπως ο διαβήτης και η καρδιακή νόσος.
Απ' την άλλη, μελέτες έχουν συσχετίσει την πρώιμη εμμηναρχή με υψηλότερο μακροπρόθεσμο κίνδυνο καρκίνου του μαστού. Πιστεύεται ότι ο κίνδυνος αυτός προκύπτει από την μεγαλύτερη δια βίου έκθεση στα οιστρογόνα.

Ωστόσο ο καρκίνος του μαστού δεν είναι η σημαντικότερη αιτία θανάτου των γυναικών. Επίσης είναι πιθανόν η όψιμη εμμηναρχή να αντανακλά την νεότερη βιολογική ηλικία της γυναίκας εν αντιθέσει με την πραγματική.

Η όψιμη εμμηναρχή είναι γνωστό ότι σχετίζεται με μειωμένη συνολική θνησιμότητα και αυτό ταιριάζει με το γεγονός ότι οι γυναίκες που είναι βιολογικά νεότερες από την χρονολογική τους ηλικία τείνουν τελικά να ζουν περισσότερο.

Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι στην παρούσα μελέτη διαπιστώθηκε επίσης ότι παράγοντες όπως το σωματικό βάρος και η κοινωνικοοικονομική κατάσταση δεν επηρεάζουν τον κίνδυνο θανάτου στις γυναίκες που είχαν όψιμη εμμηναρχή. Η σχέση ήταν ισχυρότερη μεταξύ των γυναικών που ήταν νεότερες από 70 ετών συγκριτικά με τις πιο ηλικιωμένες.

Μελέτες που έχουν γίνει σε δυτικές χώρες έχουν δείξει ότι τα κορίτσια έχουν την πρώτη τους έμμηνο ρύση σε νεότερη ηλικία απ' ότι παλαιότερα. Στις ΗΠΑ η μέση ηλικία είναι τα 12 έτη. Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι αυτό εν μέρει οφείλεται στα αυξανόμενα ποσοστά των υπέρβαρων και παχύσαρκων παιδιών. Το σωματικό λίπος προάγει και διατηρεί τις κανονικές εμμηνορρυσίες.

Νέο αντιβιοτικό "όπλο" κατά των σούπερ - ανθεκτικών μικροβίων



Μια νέα ουσία που προέρχεται από μύκητες (μανιτάρια) και άλλους οργανισμούς, η πλεκτασίνη, "υπόσχεται" να αποτελέσει το νέο αποτελεσματικό "όπλο" για την καταπολέμηση των ιδιαίτερα ανθεκτικών και επικίνδυνων μικροβίων, σύμφωνα με μια νέα ευρωπαϊκή επιστημονική έρευνα.

Όπως αναφέρουν γερμανοί, ολλανδοί και δανοί ερευνητές από τα πανεπιστήμια της Βόνης, της Ουτρέχτης και του Άαλμποργκ αντίστοιχα, καθώς και της δανικής εταιρίας Novozymes AS, σε εργασία τους στο περιοδικό "Science", η πλεκτασίνη, ένα μικρό πεπτίδιο (μόριο πρωτεΐνης), μπορεί να καταστρέψει πολύ ανθεκτικά βακτήρια, γι' αυτό μπορεί να αποτελέσει ένα πολλά υποσχόμενο συστατικό των μελλοντικών αντιβιοτικών.

Όλο και περισσότερα βακτήρια, για παράδειγμα ο σταφυλόκοκκος, γίνονται ανθεκτικά στα υπάρχοντα αντιβιοτικά, λόγω της υπερκατανάλωσης των τελευταίων. Τα περισσότερα φάρμακα είναι ήδη άχρηστα κατά του στελέχους του Staphylococcus aureus (MRSA). Υπολογίζεται ότι στις ΗΠΑ και άλλες χώρες περίπου οι μισοί ασθενείς στις μονάδες εντατικής θεραπείας των νοσοκομείων προσβάλλονται από το συγκεκριμένο βακτήριο.

Η πλεκτασίνη "υπόσχεται" να γύρει τη "ζυγαριά" ξανά προς την πλευρά των γιατρών. Στη νέα μελέτη, οι ευρωπαίοι ερευνητές εξηγούν τον μηχανισμό δράσης της ουσίας, που καταφέρνει να καταστρέφει την κυτταρική μεμβράνη των βακτηρίων, με συνέπεια αυτά να μην μπορούν πια να διαιρεθούν και να πολλαπλασιασθούν μέσα στον οργανισμό του ασθενούς.

Όπως εύστοχα αναφέρουν οι επιστήμονες, είναι σαν η πλεκτασίνη να κλέβει τους δομικούς λίθους με τους οποίους ένας κτίστης χτίζει ένα σπίτι. Τα βακτήρια δεν μπορούν να επιβιώσουν χωρίς κυτταρικό τοίχωμα. Η γνωστή πενικιλίνη, που περιέχεται σε πολλά από τα σημερινά αντιβιοτικά, κάνει επίσης κάτι ανάλογο.

Η πλεκτασίνη είναι ακόμα πιο παρόμοια στη δράση της με ένα άλλο ευρέως χρησιμοποιούμενο φάρμακο, τη βανκομυκίνη, που προτιμάται από τη δεκαετία του ΄80 για την καταπολέμηση του σταφυλόκοκκου MRSA, όμως σταδιακά πολλά βακτήρια έχουν αποκτήσει ανθεκτικότητα απέναντί της. Τα στελέχη όμως αυτά μπορούν να εξοντωθούν από την πλεκτασίνη.

Οι ερευνητές παραδέχονται πάντως ότι ούτε η νέα ουσία θα λύσει το χρόνιο πρόβλημα της σταδιακής απόκτησης ανθεκτικότητας από τα μικρόβια απέναντι σε μια ουσία. Συνεπώς στο μέλλον και η πλεκτασίνη πιθανότατα θα αποδειχτεί αναποτελεσματική, μετά την ευρεία χρήση της, καθώς οι παθογόνοι μικρο-οργανισμοί στο μεταξύ θα έχουν μεταλλαχθεί και θα έχουν γίνει "αναίσθητοι" και σε αυτή. Η αδιάκοπη "κούρσα των εξοπλισμών" ανάμεσα στους γιατρούς και τα μικρόβια αναμένεται να συνεχιστεί για πολλά ακόμα χρόνια.

Πηγή: (ΑΠΕ - ΜΠΕ)

Νέα θεραπεία για τη χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία

 Ένα ακόμη «όπλο» προστίθεται στη μάχη κατά της λευχαιμίας. Πρόκειται για ένα μονοκλωνικό αντίσωμα, το οποίο χορηγείται ήδη με επιτυχία στην αντιμετώπιση του μη – Hodgkin λεμφώματος. Το αντίσωμα ριτουξιμάμπη, έχει την ιδιότητα να δεσμεύεται σε μία συγκεκριμένη πρωτεΐνη – το αντιγόνο CD20 – στην επιφάνεια των υγιών και κακοηθών B-κυττάρων και, στη συνέχεια, επιστρατεύει τους φυσικούς μηχανισμούς άμυνας του σώματος για να επιτεθεί και να καταστρέψει τα κακοήθη B-κύτταρα.
Τα βλαστοκύτταρα (προγονικά B-κύτταρα) στο μυελό των οστών δεν διαθέτουν το αντιγόνο CD20, επιτρέποντας έτσι την αναγέννηση των υγιών B-κυττάρων μετά τη θεραπεία και την επιστροφή της συγκέντρωσης των Β-κυττάρων στα φυσιολογικά επίπεδα, ύστερα από μερικούς μήνες.
Οι κλινικές μελέτες έδειξαν η χορήγησή του μειώνει τις πιθανότητες υποτροπών και θανάτου στους ασθενείς με την πιο συχνά εμφανιζόμενη μορφή λευχαιμίας στους ενήλικες: τη χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία. Με αυτά τα δεδομένα, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων (ΕΜΕΑ) έδωσε έγκριση για τη χρήση του μονοκλωνικού αντισώματος ριτουξιμάμπη σε συνδυασμό με οποιαδήποτε χημειοθεραπεία για τη θεραπεία ασθενών με χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία, που δεν έχουν λάβει προηγούμενη θεραπεία για τη νόσο. Η επέκταση της ένδειξης βασίζεται στα εντυπωσιακά, ιδιαίτερα σημαντικά αποτελέσματα της διεθνούς μελέτης CLL8, η οποία έδειξε ότι οι ασθενείς που έλαβαν τον συνδυασμό ριτουξιμάμπη με χημειοθεραπεία είχαν διάμεσο χρόνο 40 μήνες έως την εξέλιξη της νόσου, την εμφάνιση υποτροπής ή το θάνατο, σε σύγκριση με 32 μόνο μήνες για τους ασθενείς που έλαβαν μόνο χημειοθεραπεία.
Επί του παρόντος, η χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία θεωρείται ανίατη και στόχος της θεραπείας είναι ο έλεγχος της νόσου μέσω της διαχείρισης των συμπτωμάτων και της παράτασης του χρόνου που οι ασθενείς ζουν χωρίς η νόσος τους να εξελίσσεται. Η μελέτη διεξήχθη με ευθύνη γερμανικής επιστημονικής ομάδας, υπό τον Καθηγητή Michael Hallek (Κολονία, Γερμανία).
Σε αυτήν συμμετείχαν 817 ασθενείς από 191 κέντρα σε 11 χώρες. «Τα δεδομένα από τη μελέτη CLL8 υποδηλώνουν ότι η ριτουξιμάμπη σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία έχει τη δυνατότητα να γίνει η καθιερωμένη θεραπεία για τη χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία», δήλωσε ο Καθηγητής. Σχετικά με τη χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία.
Η χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία είναι η πιο συχνή μορφή λευχαιμίας σε ενήλικες, αποτελώντας το 30%-40% του συνόλου των περιστατικών λευχαιμίας. Η επίπτωσή της είναι τρεις άνθρωποι ανά 100.000, στους δε άνδρες εκδηλώνεται με διπλάσια συχνότητα.
Στην Ελλάδα, εκτιμάται ότι διαγιγκώσκονται περισσότερα από 300 νέα περιστατικά το χρόνο. Το 70% έως 80% των ασθενών διαγιγνώσκονται μετά την ηλικία των 55 ετών, ενώ η μέση ηλικία διάγνωσης εντοπίζεται περίπου μεταξύ των 65 και 70 ετών.
Αν και γενικά θεωρείται νόσος βραδείας εξέλιξης, ένα σημαντικό ποσοστό ασθενών προσβάλλεται από ταχέως εξελισσόμενες μορφές της.
Σχετικά με τη ριτουξιμάμπη
Στην ογκολογία,
• Η ριτουξιμάμπη ενδείκνυται για τη θεραπεία ασθενών που δεν έχουν λάβει προηγούμενη θεραπεία με οζώδες λέμφωμα σταδίου III-IV σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία .
• Η θεραπεία συντήρησης με ριτουξιμάμπη ενδείκνυται σε ασθενείς με ανθεκτικό ή σε υποτροπή οζώδες λέμφωμα, οι οποίοι ανταποκρίθηκαν σε αρχική θεραπεία με χημειοθεραπεία με ή χωρίς ριτουξιμάμπη.
• Η ριτουξιμάμπη ενδείκνυται για τη θεραπεία ασθενών με οζώδη λεμφώματα σταδίου III-IV, που είναι ανθεκτικά στη χημειοθεραπεία ή που είναι στη δεύτερη ή σε επακόλουθη υποτροπή μετά τη χημειοθεραπεία.
• Η ριτουξιμάμπη ενδείκνυται, σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία CHOP (κυκλοφωσφαμίδη, δοξορουβικίνη, βινκριστίνη, πρεδνιζολόνη), για τη θεραπεία ασθενών με διάχυτο μη-Hodgkin λέμφωμα από μεγάλα Β κύτταρα με θετικό CD20.
Επιπλέον, στη ρευματολογία, η ριτουξιμάμπη σε συνδυασμό με μεθοτρεξάτη ενδείκνυται για τη θεραπεία ενηλίκων ασθενών με σοβαρή ενεργό ρευματοειδή αρθρίτιδα, οι οποίοι είχαν ανεπαρκή ανταπόκριση ή δυσανεξία σε άλλα τροποποιητικά της νόσου αντιρευματικά φάρμακα (DMARD) συμπεριλαμβανομένης μίας ή περισσοτέρων θεραπειών αναστολής του παράγοντα νέκρωσης των όγκων (TNF). Μέχρι σήμερα, η ριτουξιμάμπη έχει χορηγηθεί σε περισσότερους από 1,5 εκατομμύριο ασθενείς παγκοσμίως.