Δευτέρα, 23 Αυγούστου 2010

Η ρευματοειδής αρθρίτιδα προστατεύει τον εγκέφαλο από τη νόσο Αλτσχάιμερ

Λονδίνο: Μια πρωτεΐνη που παράγεται κατά τη νόσηση του οργανισμού από ρευματοειδή αρθρίτιδα, φαίνεται να παρέχει προστασία από τη νόσο Αλτσχάιμερ, σύμφωνα με αμερικανική μελέτη που δημοσιεύεται στο επιστημονικό έντυπο Journal of Alzheimer's Research.
Η μελέτη έγινε σε ποντίκια με απώλεια μνήμης. Η χορήγηση της πρωτεΐνης συντέλεσε σε καλύτερες επιδόσεις στα τεστ μνήμης.
Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι μια συνθετική μορφή της πρωτεΐνης GM-CSF ήδη χρησιμοποιείται ως αντικαρκινική θεραπεία.
Στους πάσχοντες από ρευματοειδή αρθρίτιδα, το ανοσοποιητικό σύστημα υπερλειτουργεί και παράγει επιθετικές πρωτεΐνες, περιλαμβανομένης της GM-CSF.
Οι επιστήμονες γνωρίζουν ήδη ότι οι ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα είναι λιγότερο πιθανό να εκδηλώσουν νόσο Αλτσχάιμερ, αλλά ο προστατευτικός δεσμός πίστευαν ότι είναι τα μη στεροειδή αντι-φλεγμονώδη φάρμακα που παίρνουν για την διαχείριση της πάθησης τους.
Σχετικές μελέτες απέδειξαν ότι η εικασία δεν ισχύει.
Έτσι λοιπόν, ομάδα ερευνητών από το Πανεπιστήμιο της Νότιας Φλόριντα τροποποίησαν γενετικά ποντίκια ώστε να έχουν προβλήματα μνήμης όμοια με αυτά που αντιμετωπίζουν οι πάσχοντες από νόσο Αλτσχάιμερ.
Στην συνέχεια τους χορήγησαν την πρωτεΐνη καθώς και σε ομάδα υγιών τρωκτικών. Δυο άλλες ομάδες τρωκτικών πήραν εικονικό σκεύασμα ανεξαρτήτως προβλημάτων μνήμης.
Μετά από 20 ημέρες, τα ποντίκια με νόσο Αλτσχάιμερ που είχαν πάρει την πρωτεΐνη GM-CSF είχαν καλύτερα αποτελέσματα στα τεστ μνήμης και μάθησης, και είχαν όμοιες επιδόσεις με τα συνομήλικα τρωκτικά που δεν είχαν εξαρχής νοητικά προβλήματα.
Ακόμη και τα υγιή ποντίκια που πήραν την πρωτεΐνη παρουσίασαν μικρές βελτιώσεις, συγκριτικά με τα πειραματόζωα που δεν έκαναν κανενός είδους θεραπεία.
Τα ποντίκια με νόσο Αλτσχάιμερ που είχαν πάρει εικονικό φάρμακα συνέχισαν να παρουσιάζουν επιδείνωση.
Οι ερευνητές πιστεύουν ότι η πρωτεΐνη προσελκύει μαζικά τα μικρογλοία από την περιφερική ροή αίματος πέριξ του εγκεφάλου, τα οποία στην συνέχεια κάνουν επιθέσεις στις χαρακτηριστικές πλάκες που σχηματίζονται στους εγκεφάλους των πασχόντων από νόσο Αλτσχάιμερ.
Τα μικρογλοία μοιάζουν με τους φυσικούς «συλλέκτες απορριμμάτων» του οργανισμού που πηγαίνουν στις κατεστραμμένες ή νοσούντες περιοχές για να συλλέξουν τις τοξικές ουσίες.
Οι εγκέφαλοι των ποντικιών με νόσο Αλτσχάιμερ που είχαν πάρει την πρωτεΐνη GM-CSF είχαν άνω του 50% μείωση του β-αμυλοειδούς, συστατική ουσία των πλακών της νόσου.
Οι ερευνητές παρατήρησαν επίσης μια προφανή αύξηση στις νευροκυτταρικές συνδέσεις στους εγκεφάλους των πειραματόζωων που πήραν GM-CSF, γεγονός που εξηγεί την αναστροφή της απώλειας μνήμης.
Ο Δρ Χαντινγκτον Πόττερ που ηγήθηκε της μελέτης εξηγεί ότι «τα στοιχεία παρέχουν μια λογική εξήγηση γιατί η ρευματοειδής αρθρίτιδα είναι αρνητικός παράγοντας κινδύνου για τη νόσο Αλτσχάιμερ.»

Η συμπεριφορική θεραπεία δεν έχει επιπρόσθετα οφέλη στην ακράτεια ούρων


Νέα Υόρκη: Η συμπεριφορική εκπαίδευση συνδυαστικά με την φαρμακευτική θεραπεία δεν βελτιώνει το αποτέλεσμα των γυναικών με ακράτεια ούρων από έπειξη, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύονται στο Journal of Urology.
Όπως εξηγεί η Δρ Καθριν Μπουρτζιο από το Ιατρικό Κέντρο Βετεράνων του Μπίρμινγκχαμ στην Αλαμπάμα «η συμπεριφορική εκπαίδευση, δηλαδή η καταστολή της έπειξης, η εκπαίδευση των μυών της πυέλου και η αυτό-παρακολούθηση, είναι πολύ αποτελεσματική και συνήθως οι ασθενείς είναι πολύ ικανοποιημένοι. Αλλά γενικά δεν συνδυάζεται με την φαρμακευτική αγωγή.»
Οι επιστήμονες υποθέτουν ότι επειδή οι δύο προσεγγίσεις μπορεί να χρησιμοποιούν διαφορετικούς μηχανισμούς δράσης, μπορεί να έχουν επιπρόσθετες επιδράσεις, αλλά τελικά η μελέτη αποδεικνύει ότι δεν ισχύει κάτι τέτοιο.
Όπως εξηγεί η ερευνήτρια όταν οι δυο θεραπείες ξεκίνησαν ταυτόχρονα δεν είχαν καλύτερα αποτελέσματα, συγκριτικά με την φαρμακευτική αγωγή μόνη της.
Η επιστημονική ομάδα με τυχαία επιλογή υπέβαλλε 64 γυναίκες σε ατομική θεραπεία με βραδείας αποδέσμευσης οξυβουτινίνη μόνο ή συνδυαστικά με συμπεριφορική θεραπεία.
Στις οκτώ εβδομάδες, η συχνότητα της ακράτειας ήταν μειωμένη κατά 88,5% στην ομάδα της μονοθεραπείας και 78,3% στην ομάδα της συνδυαστικής θεραπείας, διαφορά που δεν κρίνεται στατιστικά σημαντική.
Γενικά, το 91,5% της ομάδα που πήρε οξυβουτινίνη ολοκλήρωσε την μελέτη, συγκριτικά με το 78,3% της ομάδας συνδυαστικής θεραπείας, αλλά η επεξεργασία των δεδομένων από τα άτομα που ολοκλήρωσαν την έρευνα, δεν έδειξε σημαντικές διαφοροποιήσεις.
Δεδομένων των αποτελεσμάτων οι ερευνητές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι κάθε θεραπευτικό σχήμα θα πρέπει να γίνεται ξεχωριστά και η συνδυαστική προσέγγιση να εφαρμόζεται σε επιλεγμένες ασθενείς.