Τετάρτη, 3 Μαρτίου 2010

Θηλώματα ουροδόχου κύστης.

Επιφανειακός καρκίνος ουροδόχου κύστης.


Ο όρος «θηλώματα» της ουροδόχου κύστης επικράτησε στην καθομιλουμένη να αντιστοιχεί στον επιστημονικό όρο «επιφανειακός καρκίνος ουροδόχου κύστεως από μεταβατικό επιθήλιο». Ο όρος προέρχεται από τη θηλωματώδη μορφή που εμφανίζουν και μοιάζουν με μικρά δέντρα ή πολύποδες. Σε σπάνιες περιπτώσεις τα «θηλώματα» μπορεί να είναι καλοήθη, συνήθως όμως πρόκειται για κακοήθεις σχηματισμούς.

Ο καρκίνος της ουροδόχου κύστης είναι ο συχνότερος της ουροποιητικής οδού. Είναι συχνότερος στους άνδρες παρά στις γυναίκες. Ευτυχώς όταν ανακαλύπτεται, στις περισσότερες περιπτώσεις (80%), βρίσκεται στο στάδιο του επιφανειακού καρκίνου, χωρίς να έχει διαπεράσει το τοίχωμα της ουροδόχου κύστης και χωρίς να έχει δώσει απομακρυσμένες μεταστάσεις.

Άτομα τα οποία κινδυνεύουν να αναπτύξουν καρκίνο της κύστης είναι: οι καπνιστές (τριπλάσιος κίνδυνος), οι βιομηχανικοί εργάτες που ασχολούνται με εκτυπώσεις, επεξεργασία σιδήρου και αλουμινίου, με βαφές, φυσικό αέριο και πίσσα.

Το συνηθέστερο σύμπτωμα του καρκίνου της κύστης είναι η αιματουρία. Συνήθως ο ίδιος ο ασθενής βλέπει το αίμα στα ούρα ή το ανακαλύπτει ο μικροβιολόγος στη γενική εξέταση των ούρων χωρίς το αίμα να φαίνεται με γυμνό μάτι.

Η διάγνωση του καρκίνου της ουροδόχου κύστης τίθεται με την κυστεοσκόπηση. Η κυστεοσκόπηση είναι η εξέταση με την οποία ένα ουρολογικό όργανα, το κυστεοσκόπιο, το οποίο φέρει κάμερα, εισέρχεται από την ουρήθρα στην κύστη και μας επιτρέπει να δούμε το εσωτερικό της υπό άμεση όραση. Άλλες εξετάσεις όπως το υπερηχογράφημα, η αξονική τομογραφία και η πυελογραφία, μπορούν να μας δώσουν υποψία μόνο του καρκίνου της κύστης , η οποία πρέπει πάντοτε να επιβεβαιώνεται με την κυστεοσκόπηση.

Μετά τη διάγνωση το επόμενο βήμα είναι η θεραπεία. Το πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση αποτελεί η διουρηθρική εκτομή των θηλωμάτων. Η επέμβαση αυτή γίνεται διαμέσου της ουρήθρας χωρίς τομή του δέρματος. Τα θηλώματα αφαιρούνται και ηλεκτροκαυτηριάζονται. Στη συνέχεια στέλνονται για βιοψία. Το αποτέλεσμα της βιοψίας θα καθορίσει αν ο ασθενής χρειάζεται περαιτέρω θεραπεία ή όχι.

Την πιο πρόσφατη εξέλιξη στην αντιμετώπιση των θηλωμάτων της ουροδόχου κύστης αποτελεί η διουρηθρική εκτομή τους με «μπλε φως». Η τεχνική αυτή χρησιμοποιεί ειδικές χημικές ουσίες οι οποίες εγχύονται στην ουροδόχο κύστη πριν το χειρουργείο. Οι ουσίες αυτές με τη χρήση ειδικού εξοπλισμού κατά τη διάρκεια του χειρουργείου, βοηθούν το χειρουργό να δει περιοχές με καρκινικά κύτταρα που δε φαίνονται με τον παλιό «παραδοσιακό» τρόπο. Η φωτοδυναμική αυτή θεραπεία όπως ονομάζεται , αποδέιχθηκε ότι μειώνει τη συχνότητα επανεμφάνισης των θηλωμάτων προσφέροντας πιο ριζική αντιμετώπισή τους.

Μετά τη διουρηθρική εκτομή των θηλωμάτων ανάλογα με το αποτέλεσμα της ιστολογικής εξέτασης, ορισμένοι ασθενείς θα πρέπει να υποβληθούν σε ενδοκυστικές εγχύσεις. Για κάποιες εβδομάδες ο ιατρός με καθετήρα ρίχνει χημειοθεραπευτικό φάρμακο στην ουροδόχο κύστη του ασθενούς. Ο ασθενής κρατάει το φάρμακο περίπου μια ώρα και στη συνέχεια ουρεί. Υπάρχουν διάφορες ουσίες και διάφορα σχήματα ενδοκυστικών εγχύσεων. Σκοπός αυτής της θεραπείας είναι να μειωθεί η πιθανότητα επανεμφάνισης των θηλωμάτων.

Παρά τις προσπάθειες όμως ουρολόγων και ασθενών τα θηλώματα σε μεγάλο δυστυχώς ποσοστό επανεμφανίζονται. Για αυτό το λόγο, μετά την επέμβαση ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται με κυστεοσκοπήσεις, τον πρώτο χρόνο κάθε τρεις μήνες και τα επόμενα χρόνια σύμφωνα με τις οδηγίες του ουρολόγου του. Μόλις εντοπιστούν νέα θηλώματα, πάλι θα πρέπει ο ασθενής να υποβάλλεται σε διουρηθρική εκτομή τους. Έτσι μόνο είναι δυνατό να προλάβει την εξάπλωση και την επέκταση της νόσου.

Σε ορισμένες βέβαια περιπτώσεις ο καρκίνος της ουροδόχου κύστης (θηλώματα) εμφανίζεται σε προχωρημένο στάδιο. Σε αυτές τις περιπτώσεις η διουρηθρική εκτομή δεν επαρκεί και ο ασθενής θα πρέπει να υποβληθεί σε ριζική κυστεκτομή. Αυτή είναι μια μείζονα ουρολογική επέμβαση που περιλαμβάνει την αφαίρεση ολόκληρης της ουροδόχου κύστης.

Άλλες συμπληρωματικές θεραπείες στον καρκίνο της ουροδόχου κύστης αποτελούν οι χημειοθεραπείες και η ακτινοβολία.