Δευτέρα, 1 Μαρτίου 2010

Θεραπευτική αντιμετώπιση της στυτικής δυσλειτουργίας

Πολλές θεραπευτικές επιλογές είναι διαθέσιμες σήμερα για την αντιμετώπιση της στυτικής δυσλειτουργίας. Αυτές μπορεί να είναι φαρμακευτικές, ψυχοκοινωνικές ή χειρουργικές. Σε κάθε περίπτωση, η στυτική δυσλειτουργία είναι ένα σύμπτωμα! Επομένως, καλούμαστε να αναγνωρίσουμε τα αίτια που δημιούργησαν το σύμπτωμα, καθώς και τους παράγοντες κινδύνου που το συντηρούν ή το επιδεινώνουν. Η θεραπευτική επιλογή στις περισσότερες περιπτώσεις αντιμετωπίζει το σύμπτωμα, πιο σπάνια την αιτία, ενώ πάντα πρέπει να περιλαμβάνει την τροποποίηση των παραγόντων κινδύνου. Οι ασθενείς αλλά και οι σύντροφοί τους πρέπει να ενημερωθούν για όλες τις διαθέσιμες θεραπευτικές δυνατότητες, όσον αφορά τα αποτελέσματα και τις ανεπιθύμητες ενέργειες που τις συνοδεύουν.

Τροποποίηση παραγόντων κινδύνου


Το πρώτο βήμα στη θεραπευτική αντιμετώπιση είναι η αναγνώριση των παραγόντων κινδύνου και η τροποποίηση τους αν είναι δυνατόν. Αυτοί περιλαμβάνουν όλους τους παράγοντες που επηρεάζουν την λειτουργία των αγγείων, όπως είναι ο διαβήτης, η υπέρταση και αυξημένη χοληστερίνη, το κάπνισμα, και η έλλειψη άσκησης. Η τροποποίηση των παραγόντων αυτών θα βοηθήσει στη σταθεροποίηση της πάθησης και στην αποφυγή μελλοντικής επιδείνωσης. Κάποιες φορές αρκεί η τροποποίηση των παραγόντων αυτών για να αντιμετωπιστεί η στυτική δυσλειτουργία.

Αντιμετώπιση των αιτιών


Το δεύτερο βήμα είναι να διαπιστωθεί αν μπορούν να αντιμετωπιστούν τα αίτια που δημιουργούν τη στυτική δυσλειτουργία. Στην περίπτωση αυτή, ο σκοπός είναι η ίαση.

Τα αίτια που μπορούν να αντιμετωπιστούν περιλαμβάνουν τα αμιγώς ψυχογενή αίτια ΜΑΘΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ, τις ενδοκρινοπάθειες και την απόφραξη των αρτηριών μετά από τραύμα σε νέους ασθενείς.
Τα ψυχογενή αίτια μπορούν να αντιμετωπιστούν με την εφαρμογή της κατάλληλης ψυχο-θεραπευτικής αντιμετώπισης ΜΑΘΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ.
Τα ενδοκρινικά αίτια αφορούν κυρίως δύο παθήσεις: τον υπογοναδισμό και την υπερπρολακτιναιμία. Στην πρώτη περίπτωση η αντιμετώπιση περιλαμβάνει την ορμονοθεραπεία, ενώ στην δεύτερη, εκτός από φαρμακευτική αγωγή ενδέχεται να χρειαστεί και χειρουργική θεραπεία.
Η απόφραξη των αρτηριών μετά από τραύμα στο πέος αντιμετωπίζεται με χειρουργική επέμβαση.
Ωστόσο, η στυτική δυσλειτουργία οφείλεται στα παραπάνω αναστρέψιμα αίτια, μόνο στη μειονότητα των ασθενών.

Αντιμετώπιση του συμπτώματος


Στη συντριπτική πλειονότητα των ασθενών αντιμετωπίζεται το σύμπτωμα, δηλαδή, η στυτική δυσλειτουργία. Αυτό συμβαίνει, όταν η στυτική δυσλειτουργία οφείλεται σε αγγειακά ή νευρολογικά αίτια που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν. Οι θεραπευτικές επιλογές περιλαμβάνουν την φαρμακευτική, μηχανική ή χειρουργική αντιμετώπιση.

Φαρμακευτική αντιμετώπιση της στυτικής δυσλειτουργίας




Αναστολείς της φωσφοδιεστεράσης


Οι αναστολείς της φωσφοδιεστεράσης αποτελούν μια κατηγορία φαρμάκων που τονώνουν την παροχή αίματος στο πέος. Η ικανοποίηση των ασθενών από τη χορήγηση των αναστολέων της φωσφοδιεστεράσης κυμαίνεται σε υψηλά επίπεδα και στο 70% των περιπτώσεων επιτυγχάνεται στύση με ικανή σκληρότητα για κολπική διείσδυση. Τρία φάρμακα ανήκουν σε αυτή την κατηγορία: η σιλδεναφίλη, η βαρδεναφίλη και η ταδαλαφίλη. Για να είναι αποτελεσματικά, πρέπει να υπάρχει σεξουαλική επιθυμία και επαρκής σεξουαλικός ερεθισμός. Λαμβάνονται από το στόμα πριν από την σεξουαλική επαφή. Τα φάρμακα αυτά είναι παρόμοια ως προς την αποτελεσματικότητά τους, την ασφάλειά τους και τις ανεπιθύμητες ενέργειες. Ωστόσο, υπάρχουν κάποιες διαφορές, κυρίως ως προς τον χρόνο δράσης τους.

Η σιλδεναφίλη (Viagra™) είναι το πρώτο φάρμακο αυτής της κατηγορίας που έγινε που έγινε διαθέσιμο το 1998. Χορηγείται σε δόσεις των 25, 50 και 100mg. Ο ασθενής χρειάζεται να συνεργαστεί με τον ιατρό του ώστε να διαπιστωθεί ποια είναι η κατάλληλη δοσολογία για εκείνον. Η αρχικά συνιστώμενη δόση είναι συνήθως τα 50mg και στην συνέχεια τροποποιείται, ανάλογα με την αποτελεσματικότητα. Οι ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν τη σιλδεναφίλη 1 ώρα πριν από τη σεξουαλική επαφή τους. Η μέγιστη συχνότητα λήψης είναι μία φορά το 24ωρο. Η ουσία αρχίζει να δρα σε χρονικό διάστημα μικρότερο της μίας ώρας και διαρκεί τουλάχιστον για 4-5 ώρες (μπορεί να φτάσει όμως και τις 12 ώρες). Δεν συνιστάται ο συνδυασμός του φαρμάκου με πλούσιο σε λίπος γεύμα. Η χρήση αλκοόλ, σε συνήθεις δόσεις, δεν επηρεάζει την αποτελεσματικότητα.

Η βαρδεναφίλη (Levitra™) είναι ένας άλλο φάρμακο αυτής της κατηγορίας. Χορηγείται σε δόσεις των 5, 10 και 20mg. Ο ασθενής χρειάζεται να συνεργαστεί με τον ιατρό του για να διαπιστωθεί η κατάλληλη δοσολογία. Η αρχικά συνιστώμενη δόση είναι συνήθως τα 10mg και προσαρμόζεται ανάλογα με την αποτελεσματικότητα και την ανοχή της. Οι ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν τη βαρδεναφίλη 25-60 λεπτά πριν από τη σεξουαλική επαφή. Η μέγιστη συχνότητα λήψης είναι μία φορά το 24ωρο. Το φάρμακο αρχίζει να δρα στα πρώτα 10min και διαρκεί τουλάχιστον για 4-5 ώρες (μπορεί να φτάσει και τις 12 ώρες). Δεν συνιστάται ο συνδυασμός του φαρμάκου με γεύμα πλούσιο σε λίπος. Η χρήση αλκοόλ, σε συνήθεις δόσεις, δεν επηρεάζει την αποτελεσματικότητα.

Η ταδαλαφίλη (Cialis™) είναι ένας άλλος αναστολέας της φωσφοδιεστεράσης με κάποια διαφορετικά χαρακτηριστικά από τους προηγούμενους δύο. Χορηγείται σε δόσεις των 10 και 20mg. Η αρχικά συνιστώμενη δόση είναι τα 10mg και προσαρμόζεται ανάλογα με την αποτελεσματικότητα και την ανοχή της από τον οργανισμό. Ο ασθενής χρειάζεται να συνεργαστεί με τον ιατρό του για να διαπιστωθεί ποια είναι η κατάλληλη δοσολογία. Η χορήγησή της συνιστάται να γίνεται τουλάχιστον 30 λεπτά πριν από τη σεξουαλική επαφή, αν και η μέγιστη αποτελεσματικότητα της παρατηρείται 2 ώρες μετά από την λήψη της. Η δράση της όμως διαρκεί τουλάχιστον για 36 ώρες από τη λήψης της. Είναι σημαντικό πως η αποτελεσματικότητά της δεν επηρεάζεται από την λήψη τροφής ή την χρήση αλκοόλ.

Η σωστή λήψη των φαρμάκων επηρεάζει σημαντικά την αποτελεσματικότητά τους. Συνοπτικά,
Α. θα πρέπει να υπάρχει σεξουαλικός ερεθισμός,
Β. η λήψη της σιλδεναφίλης και της βαρδεναφίλης να γίνεται τουλάχιστον 1 ώρα πριν από τη σεξουαλική επαφή και της ταδαλαφίλης 2 ώρες αντίστοιχα,
Γ. να μην έχει προηγηθεί ένα πλούσιο σε λιπαρά γεύμα (για τη σιλδεναφίλη και τη βαρδεναφίλη).
Αν ο ασθενής δεν μείνει ικανοποιημένος, παρότι έχει τηρήσει τις οδηγίες χρήσης και έχει προσπαθήσει τουλάχιστον 4 φορές να έρθει σε επαφή χρησιμοποιώντας τα φάρμακα, συνιστάται να απευθυνθεί και πάλι στον ιατρό του για να του προταθούν άλλοι τρόποι αντιμετώπισης.

Πιθανές παρενέργειες περιλαμβάνουν πονοκέφαλο, τη ρινική συμφόρηση (βουλωμένη μύτη), δυσπεψία και εξάψεις. Πρέπει να τονιστεί ωστόσο, ότι τα φάρμακα αυτά είναι ιδιαίτερα ασφαλή και πολύ σπάνια οι ανεπιθύμητες ενέργειές τους μπορεί να αποτελούν αιτίες για την διακοπή της θεραπευτικής αγωγής. Επιπλέον, οι παρενέργειές τους έχει παρατηρηθεί πως μειώνονται με τη συνεχόμενη χρήση.

Τα φάρμακα αυτά πρέπει να χορηγούνται μόνο εφόσον έχουν προταθεί από τον ιατρό σας. Δεν πρέπει ποτέ να χορηγούνται σε άνδρες που πάσχουν από μια σπάνια πάθηση των ματιών, γνωστή ως μελαγχρωματική αμφιβληστροειδοπάθεια. Επίσης, δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται όταν ο ασθενής παίρνει μια κατηγορία φαρμάκων που λέγονται νιτρώδη, τα οποία συνήθως συνταγογραφούνται για καρδιολογικά προβλήματα.


Απομορφίνη

Ενδοσηραγγώδεις ενέσεις

Ενδοουρηθρική χορήγηση της αλπροσταδίλης

Στυτική Δυσλειτουργία

Στυτική δυσλειτουργία είναι η μόνιμη ή περιοδική (διάρκειας τουλάχιστον 6 μηνών) αδυναμία του άνδρα να επιτύχει και να διατηρήσει μια στύση επαρκή για ικανοποιητική σεξουαλική επαφή. Άρα με τον όρο αυτό δεν περιγράφονται καταστάσεις στις οποίες το άτομο προσωρινά δεν έχει σεξουαλική επιθυμία ή δε μπορεί να ανταποκριθεί σεξουαλικά λόγω ενός τυχαίου περιστατικού π.χ. κούρασης, κατανάλωσης ποσότητας αλκοόλ κοκ.

Πόσο συχνή είναι η στυτική δυσλειτουργία;

Περίπου 1 στους 10 άνδρες εμφανίζει στυτική δυσλειτουργία, ενώ σε ηλικίες άνω των 40 ετών, το ποσοστό αυξάνεται σημαντικά: 4 στους 10 άνδρες εμφανίζουν το πρόβλημα με την στύση τους σε αυτήν την ηλικιακή ομάδα. Σήμερα υπολογίζεται πως πάνω από 200.000.000 άνδρες στον κόσμο πάσχουν από στυτική δυσλειτουργία

Αίτια της στυτικής δυσλειτουργίας

Ο προσδιορισμός της αιτίας εμφάνισης της στυτικής δυσλειτουργίας είναι καθοριστικός τόσο για την αντιμετώπιση όσο και για τη θεραπεία της. Όπως συμβαίνει και για όλα τα σεξουαλικά προβλήματα, τα αίτια της νόσου μπορεί να είναι οργανικά, αλλά και ψυχογενή .
Στα οργανικά αίτια εντάσσονται τα

  • αγγειακά. Όταν τα αγγεία δεν λειτουργούν ικανοποιητικά, μειώνεται η ροή του αίματος προς το πέος ή υπάρχει αδυναμία του πέους να συγκρατήσει μέσα στους ιστούς του, το αίμα που έχει προωθήσει η καρδιά. Παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση αγγειακής ανικανότητας είναι το κάπνισμα, η υψηλή αρτηριακή πίεση, ο διαβήτης, οι καρδιακές παθήσεις και οι υψηλές τιμές χοληστερίνης.
  • νευρογενή. Όταν τα νεύρα ( που σχετίζονται με την λειτουργία του πέους) δεν λειτουργούν ικανοποιητικά, προκαλείται διαταραχή στη μεταφορά του ερεθίσματος/μηνύματος από τον εγκέφαλο προς το πέος. Νευρολογικές παθήσεις όπως οι κακώσεις της σπονδυλικής στήλης και η σκλήρυνση κατά πλάκας, καθώς και χειρουργικές επεμβάσεις που γίνονται στην περιοχή της λεκάνης είναι νευρολογικά αίτια στυτικής δυσλειτουργίας.
  • ορμονικά. Σπάνια η στυτική δυσλειτουργία οφείλεται σε ορμονικά αίτια, όπως για παράδειγμα, στην έλλειψη των ‘ανδρικών’ ορμονών.
  • χρήση ή κατάχρηση φαρμακευτικών ουσιών. Αρκετά φάρμακα, κυρίως όμως αυτά που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της υπέρτασης, των καρδιοπαθειών και των ψυχικών διαταραχών έχει βρεθεί πως μπορούν να επηρεάσουν την επίτευξη στύσης, όπως συχνά φαίνεται και στις ανεπιθύμητες ενέργειές τους.

Όσον αφορά τα ψυχογενή, συχνά αίτια της στυτικής δυσλειτουργίας είναι η κατάθλιψημαθε περισσότερα, που αποτελεί σύνηθες πρόβλημα για πολλούς ανθρώπους, και το άγχος απόδοσης.

Με τον όρο άγχος απόδοσης, αναφερόμαστε στο άγχος που δημιουργείται την ώρα της σεξουαλικής επαφής ή και πριν από αυτήν. Στην περίπτωση αυτή, ο άνδρας αγχώνεται για το αν θα επιτύχει ικανοποιητική στύση ή όχι, για το αν θα ικανοποιηθεί η σύντροφός του, για το τι μπορεί να σκεφτεί η σύντροφος για εκείνον κ.λ.π. Οι σκέψεις αυτές όμως, αφενός μεν είναι δυσάρεστες και φυσικά δε μπορούν να οδηγήσουν σε διέγερση, αφετέρου δε, ξεκινούν οργανικές λειτουργίες που είναι αντίστροφες από αυτές που απαιτούνται για να δημιουργηθεί ή να διατηρηθεί η στύση. Σημαντικοί παράγοντες που επηρεάζουν την μείωση ή την αύξηση του άγχους απόδοσης, είναι επίσης η σχέση του ζευγαριού αλλά και η οικειότητα ανάμεσα στους συντρόφους.

Διάγνωση της στυτικής δυσλειτουργίας


Η διάγνωση του προβλήματος βασίζεται στα ακόλουθα:

  • Περιγραφή καταρχήν του προβλήματος, όπως η διάρκεια και η σταθερότητα των συμπτωμάτων, αν υπάρχουν πρωινές στύσεις, ποια είναι η συναισθηματική κατάσταση, αν υπάρχει libido, πως είναι διαπροσωπικές σχέσεις και φυσικά τυχόν προηγούμενη θεραπευτική αγωγή για την στυτική δυσλειτουργία.
  • Λεπτομερές ιατρικό αλλά και τυχόν ψυχιατρικό ιστορικό, συλλογή πληροφοριών για τυχόν χειρουργικές επεμβάσεις στο παρελθόν, λήψη φαρμάκων ή πιθανή κατάχρησή τους.
  • Κλινική εξέταση των συστημάτων που μπορεί να σχετίζονται με το πρόβλημα της στύσης: του ουροποιογεννητικού, του ενδοκρινούς, του αγγειακού και του νευρικού συστήματος. Σε άνδρες με στυτική δυσλειτουργία, των οποίων η ηλικία είναι μεγαλύτερη των 50 ετών, σκόπιμο είναι να γίνεται και δακτυλική εξέταση του προστάτη.
  • Εργαστηριακός έλεγχος που περιλαμβάνει τον έλεγχο στο αίμα της γλυκόζης, της τεστοστερόνης του ορού, και σε κάποιες περιπτώσεις που ενδείκνυται, έλεγχος της προλακτίνης, του PSA και των λιπιδίων.

Για να είναι πληρέστερη η διάγνωση του προβλήματος, σημαντικό είναι να συμμετέχει και η σύντροφος του άνδρα που αντιμετωπίζει το πρόβλημα. Επίσης έργο του γιατρού είναι η επικοινωνία με τον ασθενή και τη σύντροφο του, ώστε να κατανοηθεί η διάγνωση, αλλά και η συνιστώμενη στρατηγική για τη θεραπεία που θα πρέπει να ακολουθηθεί. Αν και συνήθως είναι δύσκολο, η σύντροφος θα ήταν σκόπιμο να συμμετέχει σε όλες τις παραπάνω διαδικασίες, ώστε να είναι σε θέση και η ίδια να αντιλαμβάνεται τις ανάγκες αλλά και τις προσδοκίες του συντρόφου της, την ύπαρξη της διαταραχής, την ερμηνεία των εργαστηριακών εξετάσεων και τέλος την επιλογή των θεραπευτικών λύσεων.

Θεραπευτική αντιμετώπιση

Πολλές θεραπευτικές επιλογές είναι διαθέσιμες σήμερα για την αντιμετώπιση της στυτικής δυσλειτουργίας. Αυτές μπορεί να είναι φαρμακευτικές, ψυχοκοινωνικές ή χειρουργικές. Σε κάθε περίπτωση, η στυτική δυσλειτουργία είναι ένα ΣΥΜΠΤΩΜΑ! Επομένως, καλούμαστε να αναγνωρίσουμε τα αίτια που δημιούργησαν το σύμπτωμα, καθώς και τους ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ που το συντηρούν ή το επιδεινώνουν.

Η θεραπευτική επιλογή στις περισσότερες περιπτώσεις
Α. αντιμετωπίζει το σύμπτωμα,
Β. σπανιότερα αντιμετωπίζει την αιτία,
Γ. πρέπει να περιλαμβάνει την τροποποίηση των παραγόντων κινδύνου.
Οι ασθενείς αλλά και οι σύντροφοι τους τέλος, πρέπει να ενημερωθούν για όλες τις διαθέσιμες θεραπευτικές δυνατότητες όσον αφορά τόσο τα αποτελέσματα όσο και τις ανεπιθύμητες ενέργειες που τις συνοδεύουν.