Τετάρτη, 8 Δεκεμβρίου 2010

ΚΡΙΣΕΙΣ ΠΑΝΙΚΟΥ

Όταν το µυαλό «παιδεύει» το σώµα
Ιδρώτας, τρέµουλο, ολικό µούδιασµα, φόβος επερχόµενου θανάτου. Eχοντας αποκλειστεί ιατρικά κάθε οργανικό αίτιο, αυτός ο «δαίµονας» του µυαλού εγκλωβίζει το σώµα σε κατά φαντασία «ασθένειες» και τη ζωή όσων βιώνουν αυτή την πραγµατικότητα, στον ψυχολογικό τρόµο…
Η διαταραχή πανικού (ΔΠ) είναι µια αγχώδης διαταραχή, που εκδηλώνεται τόσο µε ψυχολογικά όσο και µε σωµατικά συµπτώµατα.Πρόκειται για µια από τις πιο συχνές ψυχικές παθήσεις, κατά την οποία το άτοµο παρουσιάζει ξαφνικά και απρόσµενα επεισόδια έντονου φόβου και άγχους, που ονοµάζονται κρίσεις πανικού.
Κι αν, για εκείνον που τις υφίσταται, µοιάζει µε µαρτύριο στην αιωνιότητα, στην πραγµατικότητα η διάρκεια της κρίσης, µπορεί να κυµαίνεται από λίγα λεπτά έως µερικές ώρες. Υπολογίζεται ότι έως το 4% του γενικού πληθυσµού υποφέρει από συχνές και σοβαρές κρίσεις πανικού. Το πιο ανησυχητικό όµως, είναι ότι το µεγαλύτερο ποσοστό αυτών των ανθρώπων προτιµά να κρύβει µε κάθε τρόπο το πρόβληµά του, παρά να το αντιµετωπίσει.
Ποιους «προτιµά»
Σύµφωνα µε την κα Νατάσσα Καραµολέγκου, Μsc Αναπτυξιακή Ψυχολόγο, όπως και στις περισσότερες ψυχικές παθήσεις, έτσι και στη διαταραχή πανικού, οι γυναίκες σε σχέση µε τους άνδρες κατέχουν την πρωτιά σε συχνότητα -2 προς 1 ή 3 προς 1, ενώ η συνήθης ηλικία εµφάνισης του προβλήµατος είναι µεταξύ 25 και 45 ετών.
Εδώ, σηµαντικό ρόλο παίζει η ανάληψη ευθυνών και υποχρεώσεων, πέρα απ’ τις αντοχές τους, οι πολλαπλοί ρόλοι τους και η έλλειψη στήριξής τους από το οικογενειακό και κοινωνικό τους περιβάλλον.
Συχνό φαινόµενο είναι επίσης µια γυναίκα να παθαίνει κρίσεις πανικού κατά την εµµηνόπαυση. Ανεξαρτήτως πάντως φύλου, κρίσεις πανικού εµφανίζονται µεταξύ 17 (τέλος της εφηβικής ηλικίας) και 45 ετών, πιθανότατα επειδή είναι η στιγµή που το άτοµο πιέζεται εντονότερα να ανταποκριθεί σε υποχρεώσεις που του επιβάλλει η καθηµερινότητα.
«Σπάνια έχουµε αυτή τη διαταραχή στην παιδική ηλικία ή µετά τα 45», εξηγεί η ψυχολόγος. Αυτό δεν σηµαίνει βέβαια, ότι όλοι οι άνθρωποι στις ηλικίες αυτές θα αναπτύξουν διαταραχή πανικού.
Έχει βρεθεί, πάντως, ότι το οικογενειακό ιστορικό µε διαταραχή πανικού, επηρεάζει σηµαντικά την εµφάνιση της νόσου σε συγγενείς πρώτου βαθµού, καθώς τα άτοµα µε ιστορικό έχουν από 4 µε 8 φορές µεγαλύτερες πιθανότητες να εκδηλώσουν την ίδια διαταραχή.
Φαίνεται, επίσης, ότι η πρόγνωση για τη διαταραχή πανικού είναι χειρότερη όταν συνυπάρχει µε άλλες ψυχικές παθήσεις, όπως η κατάθλιψη ή η διαταραχή προσωπικότητας.
Τα συµπτώµατα
Τα ψυχολογικά συµπτώµατα της διαταραχής περιλαµβάνουν: έντονο φόβο, άγχος, αίσθηµα επέλευσης τρέλας, έλλειψη ελέγχου, φόβο για επερχόµενο θάνατο. Το άτοµο µπορεί επίσης να έχει αίσθηµα έλλειψης της πραγµατικότητας, δηλαδή να νιώθει ότι παρακολουθεί τον εαυτό του και τη ζωή του σαν να πρόκειται για άλλον άνθρωπο (αίσθηµα αποπραγµατοποίησης ή αποπροσωποποίησης).
Τα σωµατικά συµπτώµατα που συνοδεύουν τις κρίσεις πανικού είναι πολύ έντονα και εκδηλώνονται µε: τρέµουλο και ταχυπαλµία, δύσπνοια, ζάλη, ναυτία, αίσθηµα ασφυξίας και πνιγµού, ιδρώτα και πόνο στο στήθος, µουδιάσµατα στο σώµα, αίσθηµα αδυναµίας και τάση λιποθυµίας.
Πότε και πως
Μια κρίση πανικού µπορεί να συµβεί ξαφνικά και απροειδοποίητα, κατά τη διάρκεια µιας συνηθισµένης δραστηριότητας, ενώ η αιτία έναρξής της µπορεί να θεωρείται άγνωστη. Μπορεί όµως να εµφανιστεί και µετά από συγκεκριµένα στρεσογόνα γεγονότα που βιώνει το άτοµο τη δεδοµένη στιγµή της ζωής του. Το 50% των ατόµων που υποφέρουν από διαταραχή πανικού, έχουν επίσης και αγοραφοβία, φοβία δηλαδή να βγουν από το σπίτι τους, να βρεθούν σε δηµόσιους χώρους, στην αγορά για ψώνια, να χρησιµοποιήσουν τα µέσα µαζικής µεταφοράς.
Η συχνότητα και η βαρύτητα των κρίσεων πανικού ποικίλλουν, από άτοµο σε άτοµο. Μπορεί δηλαδή κάποιος, να έχει µια κρίση πανικού την εβδοµάδα για πολλούς µήνες. Κάποιος άλλος µπορεί να παρουσιάζει µια σειρά από κρίσεις µέσα στην εβδοµάδα, µε διαστήµατα διακοπής κάποιων µηνών και επανεµφάνισης των κρίσεων και αυτό να συµβαίνει για πολλά χρόνια.
Η ένταση των συµπτωµάτων, από τη στιγµή που εµφανίζονται, αυξάνει προοδευτικά, φτάνοντας στο µέγιστο µέσα σε δέκα περίπου λεπτά.Η συνολική διάρκεια µιας κρίσης πανικού µπορεί να είναι από 1 µέχρι 3 ώρες. «Για τη διάγνωση της διαταραχής πανικού απαιτούνται τουλάχιστον δυο αιφνίδιες κρίσεις, που όµως δεν συνδέονται µε κάποιο στρεσογόνο παράγοντα»,λέει η ειδικός.
Ο «τύπος» προσωπικότητας
Πιο επιρρεπή σε κρίσεις πανικού είναι τα άτοµα µε άγχος και συχνά µε ψυχαναγκαστική συµπεριφορά, διευκρινίζει η κυρία Καραµολέγκου. Ένα τέτοιο άτοµο έχει την τάση να ελέγχει τα πάντα και τους πάντες στο περιβάλλον του, να αναλαµβάνει υπέρµετρες ευθύνες και να δείχνει «βράχος» µπροστά σε δύσκολες καταστάσεις. Δίνει έτσι στους άλλους την εντύπωση του δυνατού, που τα αντέχει και τα µπορεί όλα, ενώ οι άλλοι που πείθονται, στηρίζονται πάνω του.
Επειδή όµως ένα τέτοιο βάρος γίνεται δυσβάσταχτο και η ίδια η ζωή δηµιουργεί προβλήµατα και δυσκολίες, κάποια στιγµή αυτός ο «δυνατός» άνθρωπος καταρρέει, γιατί δεν µπορεί να ελέγξει και να αντέξει άλλο, ούτε τα δικά του βάρη, πολύ δε περισσότερο τα βάρη των άλλων. Ο οργανισµός του τότε αντιδρά φωνάζοντάς του «βοήθησέ µε, δεν αντέχω άλλο!». Συµπερασµατικά λοιπόν, οι κρίσεις πανικού µπορούν να εµφανιστούν ως αντίδραση του ατόµου απέναντι σε µια αγχωτική κατάσταση ή και σε σηµαντικές αλλαγές στη ζωή του. Για παράδειγµα, ένας χωρισµός, η απώλεια ή η αλλαγή της εργασίας, ο θάνατος ενός σηµαντικού προσώπου, τα οικονοµικά αδιέξοδα, η αλλαγή κατοικίας, αλλά και θετικές καταστάσεις, όπως η γέννηση ενός παιδιού, ο γάµος, η εισαγωγή στο πανεπιστήµιο, θεωρούνται παράγοντες που µπορούν να προκαλέσουν στο άτοµο που τους βιώνει, κρίσεις πανικού.
Όταν ο φόβος αυξάνει
Μια κρίση πανικού προκαλεί σοκ και έντονο φόβο στο άτοµο που τη βιώνει.
Ως συνέπεια, ο άνθρωπος αυτός υποφέρει από το άγχος της προσδοκιµότητας, αρχίζει δηλαδή να ασχολείται επίµονα µε την πιθανότητα ότι θα ακολουθήσει και άλλη κρίση. Για να «προστατευτεί», µεταβάλλει προς το χειρότερο τον τρόπο ζωής του, στην προσπάθεια να προλάβει µια πιθανή κρίση.
Περιορίζει λοιπόν τις δραστηριότητές του και αποφεύγει χώρους ή συνθήκες που συνδέονται µε την πρώτη κρίση πανικού.
Οπωσδήποτε αυτή η συµπεριφορά αποφυγής εδραιώνει το φόβο απέναντι στην κρίση πανικού, επισηµαίνει η κα Καραµολέγκου. Και ο φόβος συνήθως επεκτείνεται και σε άλλες καταστάσεις. Για παράδειγµα, ένα άτοµο που έπαθε κρίση πανικού ενώ οδηγούσε ή ενώ έτρωγε σε κάποιο εστιατόριο, είναι πολύ πιθανό να φοβάται να οδηγήσει ξανά, ή να πάει σε άλλα εστιατόρια. Στη συνέχεια, αυτός ο φόβος θα γενικευτεί, µε το να αποφεύγει να βρεθεί σε όλα τα µέσα µαζικής µεταφοράς και σε όλους τους χώρους ψυχαγωγίας. «Αναµφίβολα η ποιότητα της ζωής όσων πάσχουν από κρίσεις πανικού, επηρεάζεται σηµαντικά σε θέµατα που αφορούν στις προσωπικές και κοινωνικές σχέσεις, στην εργασία, στην οικογένεια», τονίζει η ειδικός.
Επιπτώσεις στην καθηµερινότητα
  • Το άτοµο µε κρίσεις πανικού έχει τάσεις αποµόνωσης κι έτσι χάνει τις κοινωνικές του επαφές
  • Αποφεύγει να βγαίνει έξω
  • Νιώθει συνεχώς άρρωστο
  • Αποξενώνεται από τον ερωτικό σύντροφο, λόγω της συνεχούς ενασχόλησης µε τον πανικό
  • Γίνεται εξαρτηµένο από τους άλλους, µε αποτέλεσµα να τους κουράζει
  • Επιζητά συνεχώς την παρουσία και την παρέα των άλλων µέσα στο σπίτι
  • Έχει αϋπνίες και εκνευρισµό
  • Δυσκολεύεται να εργαστεί ή νιώθει ανίκανο για εργασία, όσο οι κρίσεις πανικού αυξάνονται.
Στα επείγοντα των Νοσοκοµείων
Η κα Καραµολέγκου τονίζει ότι πολλά από τα συµπτώµατα που εκδηλώνονται στις κρίσεις πανικού, είναι παρόµοια µε αυτά που παρουσιάζονται εξαιτίας σοβαρών παθήσεων της καρδιάς, του θυρεοειδούς, του εγκεφάλου, του πεπτικού συστήµατος και των πνευµόνων.
Οι κρίσεις πανικού δηλαδή, «µιµούνται» άλλες σοβαρές οργανικές ασθένειες και συχνά παρατηρείται η προσέλευση των ατόµων αυτών στα επείγοντα των νοσοκοµείων.
Η αρχική λοιπόν αντίδραση του ατόµου που παθαίνει για πρώτη φορά κρίση πανικού, είναι να απευθυνθεί σε κάποιο γιατρό, συνήθως καρδιολόγο, παθολόγο και ενδοκρινολόγο για έλεγχο του θυρεοειδούς.
Ξεκινάει τότε µια σειρά εξετάσεων και όταν αποκλειστεί ιατρικά κάποιος παθολογικός παράγοντας, τότε γίνεται η διάγνωση ότι πάσχει από κρίση πανικού.
Δεν είναι σπάνιο, τα άτοµα αυτά να αρνούνται να δεχτούν ότι το πρόβληµά τους είναι µόνο ψυχολογικό και κατά συνέπεια να µην επισκέπτονται κάποιον Ειδικό Ψυχοθεραπευτή, Ψυχίατρο ή Ψυχολόγο. Όσο περνά ο καιρός, όµως, ο πανικός εµφανίζεται συχνότερα, επηρεάζει αρνητικά όλες τις πτυχές της ζωής του ατόµου και βασανίζει όχι µόνο το ίδιο, αλλά και όσους το συναναστρέφονται.
Το άτοµο µε κρίση πανικού αποφασίζει να πάει σε ειδικό, όταν η κατάσταση είναι πια ανεξέλεγκτη και αισθάνεται ότι δεν αντέχει να ζήσει άλλο µε το πρόβληµα, ούτε το ίδιο, αλλά ούτε και οι γύρω του.
Θα γίνω καλά;
Η θεραπεία της κρίσης πανικού περιλαµβάνει ψυχοθεραπεία, µε ή χωρίς φαρµακευτική αγωγή. Ως αποτέλεσµα, ένα µεγάλο ποσοστό -γύρω στο 80%- θα επιτύχει µείωση του αριθµού και της συχνότητας των κρίσεων πανικού ή και την εξάλειψή τους, αναφέρει η κυρία Καραµολέγκου.
Αν και έχει βρεθεί ότι τα αντικαταθλιπτικά µπορούν να βοηθήσουν στη θεραπεία των κρίσεων πανικού, ο καλύτερος τρόπος είναι η γνωσιακή ψυχοθεραπεία, που έγκειται στην επίγνωση του τι ακριβώς συµβαίνει στο άτοµο, γιατί του συµβαίνει, καθώς και στην αναγνώριση και αλλαγή του τρόπου σκέψης που διατηρεί το άγχος.
Όπως εξηγεί η ειδικός, το χρονικό διάστηµα της ψυχοθεραπείας µπορεί να διαρκέσει από 4 µε 9 µήνες. Η διάρκεια όµως της θεραπείας εξαρτάται πάντοτε από τον ασθενή. Έτσι, υπάρχουν άτοµα που καταφέρνουν σε σύντοµο χρονικό διάστηµα να ξεπεράσουν το πρόβληµά τους, άλλοι που χρειάζονται περισσότερο χρόνο και άνθρωποι που βρίσκονται σε θεραπεία για µια ολόκληρη ζωή. Ωστόσο, για ένα επιτυχές αποτέλεσµα, βασικό ρόλο παίζει τόσο η συνεργασία, η επιµονή και η σχέση εµπιστοσύνης του ασθενούς µε τον θεραπευτή του, όσο και η εµπειρία και η γνώση του ίδιου του ψυχοθεραπευτή. Από την άλλη, µε τη φαρµακευτική αγωγή, η βελτίωση των κρίσεων πανικού αρχίζει µέσα σε µερικές εβδοµάδες. Η διάρκεια της θεραπείας είναι περίπου 12 µε 18 µήνες και µειώνεται σταδιακά. Σε καταστάσεις όπου η φαρµακευτική αγωγή κρίνεται αναγκαία, καλό είναι να συνοδεύεται από ψυχοθεραπεία, γιατί τότε τα αποτελέσµατα είναι γρηγορότερα.
«Αυτό συµβαίνει γιατί το φάρµακο θα “χτυπήσει” µόνο το σύµπτωµα και όχι την αιτία που το προκαλεί. Η ψυχοθεραπεία, αντίθετα θα εστιάσει στην αιτία της κρίσης πανικού κι αυτό τελικά θα αποτελέσει την αρχή της λύσης του προβλήµατος», καταλήγει η ειδικός.
«Πρώτες βοήθειες» στην κρίση
  • Αν βρεθούµε µπροστά σε ένα άτοµο µε κρίση πανικού, καλό είναι να διατηρήσουµε στο ακέραιο την ψυχραιµία µας
  • Σε καµία περίπτωση δεν θα πρέπει να προσπαθήσουµε να του υποβιβάσουµε την κατάσταση στην οποία βρίσκεται, π.χ. «δεν έχεις τίποτα», «µην υπερβάλλεις» κλπ., γιατί έτσι κάθε άλλο παρά θα βοηθηθεί
  • Πρέπει να έχουµε στο µυαλό µας, ότι εκείνη τη στιγµή το άτοµο υποφέρει
  • Η συµπεριφορά µας πρέπει να είναι ήρεµη και ο τόνος της φωνής µας χαµηλός
  • Μπορούµε να τον/την ηρεµήσουµε, µιλώντας του µε ενδιαφέρον και βοηθώντας τον/την να κάνει ασκήσεις αναπνοής και χαλάρωσης
  • Το επόµενο βήµα, είναι αποκλειστικά και µόνο ο ειδικός, είτε ο πανικός αφορά τους άλλους, είτε εµάς τους ίδιους.


1 σχόλιο: