Πέμπτη, 16 Σεπτεμβρίου 2010

ΗΜΙΚΡΑΝΙΑ ΙΛΙΓΓΟΣ: ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Yoon-Hee Cha, M.D.1

ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Ο σχετιζόμενος με την ημικρανία ίλιγγος έχει καταστεί πλέον μια καλά αναγνωρισμένη νοσηρή οντότητα, η διάγνωση της οποίας βασίζεται στο κλινικό ιστορικό των υποτροπιάζων επεισοδίων ιλίγγων, που δεν εξηγούνται από άλλες κεντρικές ή περιφερικές ωτολογικές ανωμαλίες, εμφανιζόμενες σε ασθενή με ιστορικό ημικρανιακών κεφαλαλγιών. Δεν υπάρχει κάποια διεθνής ομοφωνία σχετικά με το φάσμα των συμπτωμάτων που θα πρέπει να καλύπτει αυτή η διάγνωση ή με το ποια ορολογία θα πρέπει να χρησιμοποιείται. Οι κεφαλαλγίες και τα αιθουσαία συμπτώματα του σχετιζόμενου με την ημικρανία ιλίγγου μπορεί να μην συνδέονται χρονικά μεταξύ τους, κάτι που συχνά δυσχεραίνει τη συσχέτιση. Οι διαγνωστικές εξετάσεις συνήθως παρουσιάζουν μη ειδικού τύπου ανωμαλίες, οι οποίες διαπιστώνονται επίσης και σε ασθενείς με ημικρανία που δεν εμφανίζουν αιθουσαία συμπτώματα. Η αντιμετώπιση γενικά ακολουθεί τις θεραπευτικές συστάσεις των ημικρανιακών κεφαλαλγιών, ενώ περιλαμβάνει και τροποποιήσεις της διατροφής και του τρόπου ζωής, ενώ η φαρμακολογική θεραπεία γίνεται με τους β-αναστολείς, με τους αναστολείς διαύλων ασβεστίου και με τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά. Μικρές σειρές περιστατικών δείχνουν ότι η ακεταζολαμίδη και η λαμοτριγίνη εμφανίζονται να είναι δραστικότερες για τις κρίσεις ιλίγγου, σε σχέση με ό, τι για τις κεφαλαλγίες. Η αιθουσαία αποκατάσταση έχει επίσης δειχτεί ότι είναι χρήσιμη, βάσει αρκετών μελετών. Σε αυτή την ανασκόπηση, περιγράφονται τα επιδημιολογικά και κλινικά χαρακτηριστικά αυτής της διαταραχής, καθώς και το τρέχον επίπεδο των γνώσεών μας για την παθοφυσιολογία, τη διαγνωστική προσέγγιση και τη θεραπεία αυτής της κατάστασης.
ΛΕΞΕΙΣ-ΚΛΕΙΔΙΑ: Ημικρανία, ίλιγγος, αιθουσαία, ζάλη [Migraine, vertigo, vestibular, dizziness]
Η συσχέτιση μεταξύ ημικρανίας και επεισοδικού ιλίγγου έχει τεκμηριωθεί καλά, καθώς αρκετές μεγάλες μελέτες έχουν δείξει ότι ο επιπολασμός της ημικρανίας σε ασθενείς με ανεξήγητα κατά τα αλλά επεισόδια ιλίγγου είναι σε στατιστικά σημαντικό βαθμό υψηλότερος, σε σχέση με τον επιπολασμό της ημικρανίας στον πληθυσμό.1-3 Δυστυχώς, η ευρύτερη αναγνώριση του σχετιζόμενου με την ημικρανία ιλίγγου ως ξεχωριστής νοσολογικής οντότητας έχει οδηγήσει επίσης και σε πολυάριθμες παραλλαγές ως προς την ορολογία που χρησιμοποιείται, καθώς και ως προς τα κριτήρια διάγνωσης. Όροι όπως, καλοήθης υποτροπιάζων ίλιγγος [benign recurrent vertigo],2,4–6 αιθουσαία ημικρανία [vestibular migraine],7 σχετιζόμενη με την ημικρανία ζάλη [migraine-associated dizziness],8,9 σχετιζόμενος με την ημικρανία ίλιγγος [migraine-associated vertigo],10,11 ημικρανιακός ίλιγγος [migrainous vertigo] 12 και σχετιζόμενη με την ημικρανία αιθουσοπάθεια [migraine-related vestibulopathy ] 13 είναι μόνο μερικά από τα παραδείγματα. Ορισμένοι ερευνητές περιορίζουν τον ορισμό στον αληθή απρόκλητο περιστροφικό ίλιγγο 2,4, ενώ άλλοι αποδέχονται και άλλες ψευδαισθήσεις μετακίνησης και έλλειψης ισορροπίας. 12,14 Από άλλους δεν είναι ξεκάθαρο το τι εννοείται από τον όρο «ίλιγγος». Σε πιο πρόσφατες έρευνες έχουν υιοθετηθεί κριτήρια για το βέβαιο και πιθανό ημικρανιακό ίλιγγο, τα οποία προτάθηκαν από τους Neuhauser και συνεργάτες 12 (Πίνακας 1). 15-19 Για τους σκοπούς αυτής της ανασκόπησης, η ορολογία που χρησιμοποιείται από κάθε ερευνητή θα χρησιμοποιηθεί και στην περιγραφή των μελετών που αναφέρονται στη βιβλιογραφία.
ΕΠΙΔΗΜΙΟΛΟΓΙΑ
Οι μελέτες του γενικού πληθυσμού, καθώς και αυτές που έχουν διενεργηθεί σε ιατρεία που ειδικεύονται στη ζάλη, αναφέρουν μια συσχέτιση μεταξύ ημικρανίας και ιλίγγου που υπερβαίνει την τυχαία σύμπτωσή τους .20 Σε μια σειρά 200 ασθενών που παρουσιάστηκαν διαδοχικά σε ιατρείο ζάλης, το 38% πληρούσε τα κριτήρια της Διεθνούς Εταιρείας Κεφαλαλγίας [International Headache Society: HIS] για την ημικρανία, με ένα ισόβιο επιπολασμό για το βέβαιο ημικρανιακό ίλιγγο της τάξης του 7% . Σε μια ομάδα 200 ασθενών με ημικρανία, το 9% πληρούσε τα κριτήρια για βέβαιο ημικρανιακό ίλιγγο, σε σύγκριση με το 0,5% των 200 μαρτύρων (ασθενών με ορθοπεδικές παθήσεις).

Η Γερμανική Έρευνα Υγείας διά Τηλεφώνου [German Telephone Health Survey] έλεγξε 4869 συμμετέχοντες για ιστορικό αιθουσαίου ιλίγγου, οριζόμενου ως (1) περιστροφικού ιλίγγου, (2) ιλίγγου θέσεως ή (3) υποτροπιάζουσας ζάλης με ναυτία και είτε ταλαντοψία είτε επεισοδική έλλειψη ισορροπίας. Οι 1003 από αυτούς τους συμμετέχοντες ανέφεραν μέτριας έως σοβαρής έντασης ζάλη ή ίλιγγο και κατορθώθηκε να ολοκληρώσουν, τόσο μια αρχική συνέντευξη διαλογής τους, όσο και μια λεπτομερή νευροωτολογική συνέντευξη. Από τους 1003 συμμετέχοντες, το 24% ανέφερε ιστορικό αιθουσαίου ιλίγγου στην διάρκεια της ζωής του. Ο συνολικός ισόβιος επιπολασμός αιθουσαίου ιλίγγου αναφέρθηκε στο 7,4%, ο επιπολασμός ενός έτους στο 4,9% και η συχνότητα ενός έτους στο 1,4%. 14 Μια μεταγενέστερη μελέτη, με το ίδιο σύνολο δεδομένων, έδειξε επιπολασμό 3,2% για τη συνύπαρξη ημικρανίας και αιθουσαίου ιλίγγου στον ίδιο συμμετέχοντα και 0,9% για τον ημικρανιακό ίλιγγο ειδικότερα.21
ΚΛΙΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ
Σε γενικές γραμμές, η ηλικία έναρξης των ημικρανιακών κεφαλαλγιών είναι μικρότερη από αυτή των κρίσεων ιλίγγου, κατά αρκετά έτη, γεγονός που συχνά δυσχεραίνει τη συσχέτιση. 2,7,16 Ωστόσο, σε κάθε ξεχωριστό ασθενή, η ηλικία έναρξης των κεφαλαλγιών και του ιλίγγου μπορεί να ταυτίζεται ή οι κρίσεις ιλίγγου μπορεί να προηγούνται της έναρξης των κεφαλαλγιών. Η ηλικία έναρξης των ημικρανιακών κεφαλαλγιών αναφέρεται μεσα στην εφηβική περίοδο ή μέχρι τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας των είκοσι, ενώ η έναρξη του ιλίγγου κατά μέσο όρο εμφανίζεται στη δεκαετία των τριάντα έως σαράντα. Η έναρξη μετά την ηλικία των πενήντα φαίνεται ότι είναι λιγότερο συχνό φαινόμενο. 1,2,4,10,12
Η δυσκολία στο να τεθεί η διάγνωση συχνά οφείλεται στην ασταθή χρονική συσχέτιση μεταξύ της κεφαλαλγίας και των αιθουσαίων συμπτωμάτων. Το ποσοστό ασθενών που αναφέρουν σταθερή συσχέτιση μεταξύ κεφαλαλγίας και ιλίγγου αναφέρεται ότι είναι πολυ χαμηλό, στο 5%, ενώ οι περισσότερες αναφορές δείχνουν ότι περίπου το 30 έως 70% των ασθενών θα αναφέρουν τουλάχιστον ορισμένα επεισόδια υποτροπιάζουσας κεφαλαλγίας και ιλίγγου. 2,4,7,9,22
Η πλειονότητα των κλινικών αναφορών ημικρανιακού ιλίγγου, ανεξάρτητα από τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για τον ίλιγγο, έχει δείξει ότι τουλάχιστον το 30% των ασθενών που πληρούν τα κριτήρια για ημικρανιακές κεφαλαλγίες και ίλιγγο εμφανίζουν τουλάχιστον κάποιο αριθμό κρίσεων ιλίγγου χωρίς οποιαδήποτε κεφαλαλγία. 2,9,10,12,22 Ένα μεγάλο ποσοστό των ασθενών με ημικρανία και κρίσεις ιλίγγου εμφανίζουν κάποιες κρίσεις ιλίγγου μαζί με ημικρανιακά συμπτώματα, ενώ άλλοι χωρίς αυτά, γεγονός που εγείρει το ερώτημα του εάν η χρονική συσχέτιση των δυο καταστάσεων έχει πραγματικά κρίσιμη σημασία ή απλά αναπαριστά διαφορές στην παθοφυσιολογία. 2,4,9
Το εύρος της διάρκειας των κρίσεων μπορεί να είναι δευτερόλεπτα, λεπτά, ώρες ή ημέρες, αλλά οι συνηθέστερες διάρκειες που αναφέρονται είναι της τάξης των ωρών έως ημερών. 2,7,10,12 Αν και συμπτώματα από την ακοή, όπως εμβοές, φωνοφοβία και αίσθημα πλήρωσης του ωτός μπορεί να εμφανίζονται κατά τη διάρκεια των κρίσεων ημικρανιακού ιλίγγου, η ακοομετρική εξέταση αναφοράς αναφέρεται φυσιολογική. 23 Οι περισσότερες μελέτες, ωστόσο, έχουν προσέξει ώστε να αποκλείσουν τους ασθενείς με απώλεια ακοής, κατά τη διάγνωση του σχετιζόμενου με την ημικρανία ιλίγγου. Θα πρέπει να μην ξεχνούμε ότι εάν σε ασθενή με υποτροπιάζοντα ίλιγγο και συμπτώματα τύπου αύρας διαπιστωθεί σημαντική απώλεια ακοής, τότε αυτός θα πληρούσε τα κριτήρια για τη νόσο του Meniere.24
ΣΧΕΤΙΖΟΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ
Καλοήθης υποτροπιάζον ίλιγγος της παιδικής ηλικίας
Ο Basser ανέφερε για πρώτη φορά την καλοήθη φύση των υποτροπιαζόντων κρίσεων ιλίγγου σε παιδιά, τα οποία συνήθως εμφανίζονται πριν την ηλικία των 8 και έχουν καλοήθη πρόγνωση. 25 Αργότερα, ο Fenichel έδειξε τη σύνδεση μεταξύ αυτών των πρωίμων κρίσεων ιλίγγου και της αμφότερης ανάπτυξης ημικρανιακών κεφαλαλγιών.26 Οι μελέτες μακροχρόνιας παρακολούθησης έχουν δείξει ότι ο υποτροπιάζων ίλιγγος είναι ένα από τα περιοδικά σύνδρομα της παιδικής ηλικίας [childhood periodic syndromes], όπως είναι και το σύνδρομο των κυκλικών εμέτων και του υποτροπιάζοντος κοιλιακού άλγους, που αποτελούν πρόδρομα των κεφαλαλγιών ημικρανιακού χαρακτήρα.27-30 Σε αυτούς στους ασθενείς έχουν σημειωθεί ευρήματα ελαφρού βαθμού πάρεσης της αιθουσαίας λειτουργίας και άλλων μη ειδικών ανωμαλιών της αιθουσαίας λειτουργικότητας.25,31
Ημικρανία της βασικής αρτηρίας
Στη δεύτερη έκδοση της Διεθνούς Ταξινόμησης Διαταραχών Κεφαλαλγίας [International Classification
of Headache Disorders: ICHD-2 ] αναφέρεται στα κριτήρια ότι ο ίλιγγος αναγνωρίζεται ως σύμπτωμα αύρας της ημικρανίας της βασικής αρτηρίας αλλά όχι και ως χωριστό σύνδρομο με χαρακτήρα ημικρανιακού ισοδύναμου. 32 Εξαιτίας της συχνής έλλειψης χρονικής συσχέτισης με την κεφαλαλγία και της τυπικά μεγαλύτερης διάρκειας του ιλίγγου σε σχέση με το όριο των 60 λεπτών που τίθεται για την αύρα, οι ασθενείς με ημικρανιακό ίλιγγο σπάνια πληρούν τα κριτήρια για ημικρανία της βασικής αρτηρίας. 2,7,12
Υπάρχουν ορισμένες διαφορές στην αιθουσαία λειτουργία αναφοράς, σύμφωνα με το διαγνωστικό έλεγχο, σε ασθενείς που πληρούν τα κριτήρια για ημικρανία της βασικής αρτηρίας, έναντι αυτών με ημικρανιακό ίλιγγο. Μια μελέτη έδειξε ότι οι ασθενείς με ημικρανίες της βασικής αρτηρίας παρουσίαζαν μεγαλύτερο βαθμό σακκαδικής δυσμετρίας, ήταν πιο επιρρεπείς στο σύμπτωμα της ναυτίας κατά τη μετακίνηση («των ταξιδιωτών») και παρουσίαζαν συχνότερα επεισόδια, σε σχέση με τους ασθενείς με ημικρανιακό ίλιγγο. 33 Ο επιπολασμός της θερμικής πάρεσης [caloric paresis] αναφέρεται επίσης ότι είναι υψηλότερος, σε ασθενείς με ημικρανία της βασικής αρτηρίας.34,35
Νόσος του Meniere
Η κύρια διαγνωστική οντότητα που αντιπαρατίθεται στον ημικρανιακό ίλιγγο είναι η νόσος του Meniere: αμφότερες οι καταστάσεις εμφανίζονται με απρόκλητα επεισόδια ιλίγγου, με παρόμοια χρονική πορεία. 36 Μια παλαιότερη διάκριση στην περιγραφή μεταξύ «κοχλιακής νόσου Meniere» και «αιθουσαίας νόσου Meniere» αμφισβητήθηκε όταν διαπιστώθηκε ότι στην αιθουσαία νόσο Meniere υπάρχει πολύ μεγαλύτερος επιπολασμός ημικρανίας και οι ασθενείς αυτοί σπάνια θα εξελίσσονταν ώστε να εμφανίσουν κοχλιακά συμπτώματα.37 Κατά συνέπεια αυτού, η Αμερικανική Ακαδημία Ωτολαρυγγολογίας - Χειρουργικής Κεφαλής και Τραχήλου [American Academy of Otolaryngology - Head and Neck Surgery] δεν αναγνωρίζει πλέον στα κριτήριά της αυτή τη διάκριση.24
Οι παλαιότερες αναφορές που είτε είχαν χρησιμοποιήσει τα παλαιότερα κριτήρια είτε δεν αποδέχονταν αυτά τα κριτήρια ανέφεραν τον επιπολασμό της ημικρανίας ως ανερχόμενο στο 22 έως 76%, σε ασθενείς με νόσο του Meniere. 37-39 Μια πιο πρόσφατη μελέτη που χρησιμοποίησε αυστηρά κριτήρια για βέβαιη νόσο του Meniere και βέβαιη ημικρανία έδειξε ότι το 56% των ασθενών με νόσο του Meniere παρουσίαζαν επίσης και ιστορικό ημικρανίας στη διάρκεια της ζωής τους. Το 45% αυτών των ασθενών εμφάνιζαν πάντα ημικρανιακά συμπτώματα, όπως κεφαλαλγία, αύρα και φωτοφοβία κατά τη διάρκεια των κρίσεων της νόσου Meniere.40
Το ιστορικό ημικρανίας σε ασθενή με νόσο του Meniere μπορεί να έχει κλινική αξία, καθώς σε αυτούς τους ασθενείς διαπιστώνεται μικρότερη ηλικία έναρξης, αυξημένη τάση για έναρξη αμφοτερόπλευρων συμπτωμάτων και μεγαλύτερος επιπολασμός οικογενειακού ιστορικού ιλίγγου, σε σύγκριση με τους ασθενείς που δεν εμφανίζουν ημικρανία.41 Το ενδεχόμενο να σχετίζονται γενετικά η νόσος του Meniere και ο ημικρανιακός ίλιγγος δείχτηκε μέσω μιας μελέτης 6 οικογενειών, στην οποία ένας αρχικός ασθενής με νόσο του Meniere είχε συγγενή πρώτου βαθμού ο οποίος υπέφερε από ημικρανιακό ίλιγγο χωρίς ακουστικά συμπτώματα. Σε δύο από αυτές τις περιπτώσεις, ο συγγενής ήταν μονογενής δίδυμος
ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ
Η αιθουσαία μονόπλευρη πάρεση σε ασθενείς με αιθουσαία ημικρανία αναφέρεται ότι παρουσιάζει επιπολασμό μεταξύ 8,1 και 23,8%. 7,9,13,16,22,43,44 Δύο μελέτες έχουν δείξει ότι οι ασθενείς με ημικρανία της βασικής αρτηρίας εμφανίζουν ειδικότερα υψηλότερο επιπολασμό μειωμένης αιθουσαίας απάντησης (60% σε κάθε αναφορά),34,35 συμπεριλαμβανομένου και ενός 12% στους οποίους αναφέρθηκε αμφοτερόπλευρη μείωση των αιθουσαίων απαντήσεων.35 Η ειδικότητα του παραπάνω δεν είναι ξεκάθαρη, καθώς αιθουσαία πάρεση και μη ειδικά παθολογικά ευρήματα από την οφθαλμοκινητικότητα έχουν επίσης αναφερθεί και σε ασθενείς με ημικρανία που δεν παρουσιάζουν ιστορικό ιλίγγου.45,46 Σε 5 από 30 ασθενείς με ημικρανιακό ίλιγγο, στα πλαίσια μιας πρόσφατης μελέτης, αναφέρθηκε αιθουσαία υπεραντιδραστικότητα, με τη χρήση ως σχετικού κριτηρίου της συνδυασμένης ταχύτητας βραδείας φάσης [combined slow-phase velocity] των 140 deg / s.17
Μια ενδιαφέρουσα πλευρά του διαγνωστικού ελέγχου με θερμικές δοκιμασίες είναι ότι κατά τη διάρκεια μιας μελέτης ασθενών με ημικρανιακό ίλιγγο σημειώθηκε τυχαία ότι οι ασθενείς με βέβαιο ημικρανιακό ίλιγγο είχαν κατά 4 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίζουν εμέτους και να ζητήσουν τη διακοπή της εξέτασης, σε σχέση με τους ασθενείς με πιθανό ημικρανιακό ίλιγγο ή άλλες αιθουσαίες διαταραχές.19 Μια σχετικά νεότερη προσθήκη στο οπλοστάσιο του διαγνωστικού ελέγχου της αιθουσαίας λειτουργίας είναι και τα αιθουσαία προκλητά μυογενή δυναμικά [vestibular evoked myogenic potentials: VEMP]. Η εξέταση αυτή επιτρέπει την αξιολόγηση του αιθουσο-διδυμικού αντανακλαστικού, χρησιμοποιώντας ηχητικά ερεθίσματα προς το σφαιρικό κυστίδιο, ώστε να προκληθεί ένα ανασταλτικό μετασυναπτικό δυναμικό στον ομόπλευρο στερνοκλειδομαστοειδή μυ. 47 Η εξέταση αυτή αποτελεί σημαντικό συμπλήρωμα στις παραδοσιακές θερμικές δοκιμασίες, καθώς παρέχει πληροφορίες για τη λειτουργικότητα της ωτοκονίας (σφαιρικό κυστίδιο) που στέλνει πληροφορίες μέσω του κάτω κλάδου του αιθουσαίου νεύρου και λειτουργεί μέσω μιας νευρικής οδού η οποία κατέρχεται από τους αιθουσαίους πυρήνες προς τον αυχενικό νωτιαίο μυελό. Ο θερμικός ερεθισμός διεγείρει μόνο τον οριζόντιο ημικυκλικό σωλήνα, ο οποίος μεταδίδει πληροφορίες μέσω του άνω αιθουσαίου νεύρου και συνάπτεται με νευρώνες του στελέχους οι οποίοι ανέρχονται από τους αιθουσαίους πυρήνες προς τους πυρήνες των οφθαλμοκινητικών συζυγιών.48 Τα αιθουσαία προκλητά μυογενή δυναμικά έχει δειχτεί ότι είναι καθυστερημένα ή απουσιάζουν στους 10 στους 20 ασθενείς με ημικρανία της βασικής αρτηρίας, εύρημα που επίσης υπάρχει και στο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο του στελέχους. Οι ανωμαλίες αυτές αναφέρθηκε ότι αναστρέφονται κατόπιν επιτυχούς θεραπείας των κεφαλαλγιών.49,50 Τα ευρήματα αυτά, ωστόσο, δεν έχουν αναπαραχθεί σε ασθενείς με αιθουσαία ημικρανία. Οι πάσχοντες από ημικρανία πράγματι παρουσιάζουν ευόδωση των απαντήσεων των VEMP κατά το τέλος της αλληλουχίας των ερεθισμάτων τύπου μεταλλικού ήχου (κλικ) ενώ οι φυσιολογικοί μάρτυρες εμφανίζουν απάντηση εξοικείωσης.51 Τα συνολικά ύψη των VEMP είναι χαμηλότερα σε άτομα με ημικρανία, σε σχέση με τους μάρτυρες, χωρίς να υπάρχουν διαφορές των ασθενών με ιστορικό ιλίγγου.15,52 Εξαιτίας του ότι το ύψος της απάντησης είναι χαμηλότερο, αλλά αυτή δεν παρουσιάζει φαινόμενο εξοικείωσης, οι μελέτες υποδηλώνουν ότι υπάρχει παθολογική επεξεργασία των αιθουσαίων ερεθισμάτων από το στέλεχος. Με τα παθολογικά ευρήματα από την οφθαλμοκινητικότητα στον ημικρανιακό ίλιγγο δεν μπορεί να συσχετιστεί μια καθαρή κεντρική περιφερική θέση. Μη εντοπιστικά παθολογικά ευρήματα από την αίθουσα, όπως ο νυσταγμός θέσης σε ακινησία, ο νυσταγμός με προτίμηση προς την κατεύθυνση και ο απρόκλητος νυσταγμός, έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς με σχετιζόμενη με την ημικρανία ζάλη.9 Ο von Brevern πραγματοποίησε καταγραφή των οφθαλμικών κινήσεων σε 20 ασθενείς κατά τη διάρκεια οξείας κρίσης ημικρανιακού ιλίγγου και διαπίστωσε ότι υπήρχαν κεντρικά χαρακτηριστικά σε 10 από αυτούς, περιφερικά σε 3, ενώ στους υπόλοιπους 7 τα ευρήματα ήταν απροσδιόριστης φύσης.53
ΠΑΘΟΓΕΝΕΙΑ
Γενετικός κίνδυνος
Σειρές περιστατικών αναφέρουν ένα παράγοντα γενετικού κινδύνου που προέχει στους ασθενείς με σχετιζόμενο με ημικρανία ίλιγγο, αλλά ο κίνδυνος αυτός δεν μπορεί να αποδοθεί σε κάποια συγκεκριμένη γενετική μετάλλαξη. Μια μελέτη 24 ασθενών με καλοήθη υποτροπιάζοντα ίλιγγο, καθώς και 220 μελών των οικογενειών τους που υποβλήθηκαν σε δομημένη συνέντευξη, έδειξε ότι το 40% των συγγενών πρώτου βαθμού εμφανίζει επίσης υποτροπιάζουσες κρίσεις ιλίγγου. Αυτό ερχόταν σε αντίθεση με το μόνο 2% των μη συγγενών εξ αίματος, συζύγων.4 Μια μελέτη «συσχετίσεων του ευρύτερου γονιδιώματος» [genome wide association] επί 20 οικογενειών με φαινόμενο αυτοσωματικό κυρίαρχο τρόπο κληρονόμησης καλοήθους υποτροπιάζοντος ιλίγγου, έδειξε σύνδεση με το χρωμοσωματικό τόπο 22q12, με βαθμολογία του λογαρίθμου πιθανοτήτων [logarithm of odds: LOD ] της τάξης του 4,02, αλλά υπήρχε μια εκσεσημασμένη γενετική ετερογένεια.54 Δεδομένου του υψηλού επιπολασμού της ημικρανίας στις γυναίκες, μια μελέτη εξέτασε τη συσχέτιση του σχετιζόμενου με ημικρανία ιλίγγου με τους υποδοχείς προγεστερόνης [progesterone receptor: PGR] και τους υποδοχείς οιστρογόνων [estrogen receptor: ESR1] σε 150 γυναίκες με σχετιζόμενο με ημικρανία ίλιγγο και 145 μάρτυρες. Διαπιστώθηκε ότι ένας απλός πολυμορφισμός νουκλεοτιδίου (SNP) στη θέση rs1042838 είχε υψηλή συσχέτιση, εκτός του αναμενόμενου, με την παραλλαγή PROGINS, των υποδοχέων προγεστερόνης. 55
Αν και ο ημικρανιακός ίλιγγος συμπεριφέρεται όπως και άλλες επεισοδικές διαταραχές που προκαλούνται από μεταλλάξεις σε δίαυλους ιόντων, δεν φαίνεται να συσχετίζεται με τα γονίδια που είναι γνωστό ότι προκαλούν τους τύπους Ι, ΙΙ ή ΙΙΙ της οικογενούς ημιπληγικής ημικρανίας (CACNA1A, ATP1A2 και SCN1A, αντίστοιχα)56
Αγγειόσπασμος
Έχει προταθεί ένας ρόλος για τον αναστρέψιμο αγγειόσπασμο στην οπίσθια κυκλοφορία, με βάση τη συσχέτιση των κρίσεων ιλίγγου με άλλα συμπτώματα που συχνά αποδίδονται σε αγγειόσπασμο, όπως η παροδική αμαύρωση, η ημιπληγία και η στηθάγχη.57 Ο μηχανισμός αυτός έχει επίσης προταθεί και ως υπεύθυνος για την ισχαιμική βλάβη στο έσω ους.58 Ο αναστρέψιμος αγγειόσπασμος είναι κάτι που έχει παρατηρηθεί στην αμφιβληστροειδική ημικρανία [retinal migraine], η οποία μπορεί να αντιμετωπιστεί με αναστολείς διαύλων ασβεστίου, μια φαρμακευτική κατηγορία η οποία συχνά χρησιμοποιείται στο σχετιζόμενο με την ημικρανία ίλιγγο. 59,60
Η «μελέτη εγκεφαλικών ανωμαλιών στην ημικρανία, μια επιδημιολογική ανάλυση του κινδύνου» [Cerebral Abnormalities in Migraine, an Epidemiological Risk Analysis: CAMERA] έδειξε πρόσφατα ένα λόγο πιθανοτήτων της τάξης του 13,7, για την ανάπτυξη υποκλινικών εμφράκτων στην οπίσθια κυκλοφορία, δεδομένου της ιστορικού ημικρανίας με αύρα.61 Οι μελέτες αυτές παρέχουν της ενδείξεις ως της το ότι μια διαδικασία αγγειόσπασμου κατά την ημικρανία μπορεί να συνεισφέρει στην ισχαιμική βλάβη των μικρών αγγείων εντός της οπίσθιας κυκλοφορίας, κάτι που θεωρητικά θα μπορούσε να προκαλέσει συμπτώματα από το έσω ους.
Νευροπεπτίδια
Οι Cutrer και Baloh ανέφεραν για πρώτη φορά τον πιθανό ρόλο του σχετιζόμενου με το γονίδιο της καλσιτονίνης πεπτιδίου [calcitonin gene-related peptide: CGRP), στη σχετιζόμενη με ημικρανία ζάλη, σε μια σειρά που περιείχε 91 ασθενείς με σχετιζόμενη με ημικρανία ζάλη. 9 Από αυτούς προτάθηκε ότι η απελευθέρωση νευροδραστικών πεπτιδίων, συμπεριλαμβανομένου και του CGRP, θα μπορούσε να αυξάνει την πυροδότηση εντός των πρωτοταγών προσαγωγών αιθουσαίων νευρώνων και να οδηγεί σε συμπτώματα όπως ο ίλιγγος ή η ευαισθησία στη μετακίνηση. Η υπόθεση αυτή υποστηρίζεται και από την πρώιμη εργασία σε τομές εγκεφάλου αρουραίων, με τεχνικές ανάδρομης ιχνηθέτησης [retrograde tracing techniques], που αποκάλυψαν την παρουσία νευρώνων εντός της ουραίας μοίρας της γέφυρας, οι οποίοι παρέχουν απαγωγές αιθουσαίες προβολές προς τα αιθουσαία τριχωτά κύτταρα. Αυτές οι απαγωγές ίνες συνεκφράζουν το CGRP και την ακετυλοτρανφεράση της χολίνης (ChAT), που αποτελεί δείκτη έκφρασης της ακετυλοχολίνης.62 Η εφαρμογή του CGRP στην πλάγια γραμμή [lateral line] του εγκεφάλου βατράχων αυξάνει την προσαγόμενη δραστηριότητα, δείχνοντας ότι η απαγωγός αιθουσαία δραστηριότητα μπορεί να διαδραματίζει ρόλο στην τροποποίηση της προσαγόμενης δραστηριότητας.63
Μια πρόσφατη μελέτη του ανταγωνιστή MK-0974 του CGRP (telcagepant, Merck & Co., Inc., Whitehouse Station, NJ) σε σύγκριση με τη ριζατριπτάνη, έδειξε μια παρόμοια απάντηση στην ημικρανιακή κεφαλαλγία εντός 2 ωρών, ενώ ήταν καλά ανεκτή.64 Ο έλεγχος της δραστικότητας αυτής της κατηγορίας φαρμάκων στον ημικρανιακό ίλιγγο όχι μόνο θα ήταν βιολογικά βάσιμος και βεβαίως θα αύξανε και τις θεραπευτικές επιλογές, αλλά θα πρόσθετε επίσης και πληροφορίες αναφορικά με την παθοφυσιολογία της διαταραχής.
ΘΕΡΑΠΕΙΑ
Συμπτωματική
Επί της απουσίας μελετών της οξείας θεραπείας των κρίσεων ιλίγγου, βάση για τη θεραπεία παραμένει η χρήση των κατασταλτικών του λαβυρίνθου, όπως είναι τα αντιχολινεργικά (σκοπολαμίνη, οματροπίνη), τα αντισταμινικά (μεκλιζίνη, υδροξυζίνη, προμεθαζίνη, διφαινυδραμίνη, διμενυδρινάτη), τα αντιντοπαμινεργικά (προχλωρπεραζίνη, μετοκλοπραμίδη) και οι βεζοδιαζεπίνες.65 Ο μηχανισμός δράσης αυτών των φαρμάκων, ωστόσο, δεν είναι αμιγής και η χορήγηση τους συχνά περιπλέκεται από εμφάνιση καταστολής, γνωσιακής επιβράδυνσης και εξωπυραμιδικών ανεπιθύμητων ενεργειών.
Η μόνη τυχαιοποιημένη και ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη για κάποια τριπτάνη στη θεραπεία του οξέος ημικρανιακού ιλίγγου δεν έφτασε σε οριστικό συμπέρασμα, λόγω του μικρού μεγέθους του δείγματός της. Στη μελέτη αυτή, βελτιώθηκαν 3 από 8 (38%) κρίσεις ιλίγγου που αντιμετωπίστηκαν με 2,5 mg ζολμιτριπτάνης έναντι 2 από 9 (22%) κρίσεων ιλίγγου που αντιμετωπίστηκαν με εικονικό φάρμακο, από μέτριας / σοβαρής έντασης σε ελαφράς έντασης / πλήρη ύφεση. 66 Σε μια σχετική μελέτη, 5 ασθενείς με ιστορικό ημικρανιακού ιλίγγου συγκρίθηκαν με άλλους 5 με ιστορικό ημικρανιακών κεφαλαλγιών χωρίς ίλιγγο, στα πλαίσια μιας πρόκλησης ναυτίας της μετακίνησης. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν με διασταυρωμένο τρόπο, ώστε να λάβουν 10 mg ριζατριπτάνης ή εικονικό φάρμακο, πριν από τη δοκιμασία πρόκλησης. Μόνο οι ασθενείς με ιστορικό ημικρανιακού ιλίγγου αποκόμισαν όφελος από την προκαταρκτική θεραπεία τους με ριζατριπτάνη, γεγονός που υποδηλώνει ότι αυτοί ήταν πιο ευαίσθητοι στις μεταβολές στο σεροτονινεργικό τόνο.67
Προφυλακτική αγωγή
ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΠΡΟΛΗΨΗΣ ΤΗΣ ΗΜΙΚΡΑΝΙΑΚΗΣ ΚΕΦΑΛΑΛΓΙΑΣ
Η δραστικότητα των τυπικών φαρμάκων που χρησιμοποιούνται στην προφυλακτική αγωγή της ημικρανίας ως προς τη θεραπεία και του ημικρανιακού ιλίγγου εξετάστηκε με προοπτικό τρόπο σε 253 ασθενείς, οι οποίοι εμφάνιζαν υποτροπιάζοντα ίλιγγο ή κρίσεις ζάλης, είτε έχοντας και ιστορικό (ατομικό ή οικογενειακό) ημικρανίας είτε όχι.68 Οι 49 από τους ασθενείς εμφάνιζαν υποτροπιάζουσες κρίσεις ιλίγγου. Οι ασθενείς αυτοί αντιμετωπίστηκαν με προπανολόλη, μετοπρολόλη, φλουναριζίνη, αμιτρυπτιλίνη ή κλοναζεπάμη και με βάση τη δραστικότητα, μπορούσε να γίνει αλλαγή λήψης μεταξύ των φαρμάκων. Για 36 ασθενείς υπήρχαν διαθέσιμα στοιχεία παρακολούθησης κατά τους 6 μήνες (33 από τους οποίους εμφάνιζαν περιστροφικό ίλιγγο). Οι 27 (81,8%) εμφάνιζαν μείωση των κρίσεων ιλίγγου μεγαλύτερη του 50%.
Στα πλαίσια μιας μελέτης 89 ασθενών έχουν αναφερθεί ουσιώδεις μειώσεις στα σχετιζόμενα με την ημικρανία συμπτώματα από το αιθουσαίο σύστημα με συνδυασμένη παρέμβαση μεταβολής του τρόπου ζωής και της διατροφής, καθώς και φαρμακευτικής αγωγής. Η θεραπεία εξατομικεύτηκε ανάλογα με τα συμπτώματα του κάθε ασθενούς και αποτελείτο από φαρμακευτική θεραπεία, φυσικοθεραπεία, μεταβολές του τρόπου ζωής και της διατροφής και ορισμένες φορές βελονισμό. 43 Χρησιμοποιώντας έναν συνδυασμό θεραπειών, το 92% των ασθενών ανέφερε ουσιώδη μείωση στα συμπτώματα του. Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ένα μεγάλο ποσοστό αυτών των ασθενών αντιμετωπίζονταν με βενζοδιαζεπίνες, οι οποίες συσχετίζονταν με προβλήματα ανοχής και εξάρτησης.
Μια μεταγενέστερη μελέτη, επί 81 ασθενών με σχετιζόμενη με ημικρανία ζάλη, χρησιμοποίησε μια βαθμιδωτή προσέγγιση και ανέφερε σημαντική βελτίωση (μείωση κατά άνω του 75%) των συμπτωμάτων τόσο της κεφαλαλγίας όσο και της ζάλης, στο 72% των συμμετεχόντων. Μόνο ένα 5% ανέφερε απουσία βελτίωσης. Ο αλγόριθμος που εφαρμόστηκε ξεκινούσε με τροποποίηση της διατροφής, ακολουθούμενη από νορτρυπτιλίνη σε χαμηλή δόση και ακολούθως από ένα β-αποκλειστή. Εάν δεν διαπιστωνόταν καμία απάντηση μετά από τουλάχιστον 4 εβδομάδες θεραπείας, ο ασθενής παραπεμπόταν σε νευρολόγο. Άλλες θεραπείες που θα μπορούσαν να προστεθούν από το νευρολόγο περιλάμβαναν τους αποκλειστές διαύλων ασβεστίου, τους εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRI), το βαλπροϊκό οξύ, την καρβαμαζεπίνη και τη γκαμπαπαντίνη.44
Μια ένδειξη ότι η φαρμακευτική θεραπεία είναι πιο δραστική από τη συντηρητική μέσω μεταβολών του τρόπου ζωής, φυσικοθεραπείας και μυϊκής χαλάρωσης, παρασχέθηκε από μια πρόσφατη μελέτη επί 100 ασθενών με ημικρανιακό ίλιγγο (29 με βέβαιο, 71 με πιθανό). Η πλειονότητα των 74 ασθενών που αντιμετωπίστηκαν με φαρμακευτική θεραπεία έλαβαν β-αποκλειστές και σε αυτούς εμφανίστηκε στατιστικά σημαντική μείωση ως προς τη συχνότητα, τη διάρκεια και την ένταση των κρίσεων ιλίγγου, ενώ στους 26 διαδοχικούς ασθενής που αντιμετωπίστηκαν με συντηρητικό τρόπο, σημειώθηκε μόνο μείωση της έντασης.18
ΤΟΠΙΡΑΜΑΤΗ
Μια μικρή ανοιχτού τύπου προοπτική μελέτη της τοπιραμάτης πραγματοποιήθηκε σε 10 ασθενείς, με μέση συνολική δόση της τάξης των 100 mg την ημέρα. Το σύνολο των ασθενών ανέφεραν ότι εμφάνιζαν και ακουστικά συμπτώματα, οι 8 από αυτούς μονόπλευρα και οι άλλοι δύο αμφοτερόπλευρα. Οι συγγραφείς ανέφεραν ότι οι ασθενείς ήταν ελεύθεροι συμπτωμάτων κατά τη διάρκεια μιας περιόδου παρακολούθησης 6 έως 16 μηνών, αλλά δεν υπήρχαν λεπτομέρειες σχετικά με τα κλινικά χαρακτηριστικά του ημικρανικού ιλίγγου, τη συχνότητα των κρίσεων ή τη φύση των ακουστικών συμπτωμάτων.69 Οπωσδήποτε θα εδικαιολογείτο μια μελέτη παρακολούθησης, καθώς η τοπιραμάτη έχει πλέον καταστεί ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται συχνά στην πρόληψη της ημικρανιακής κεφαλαλγίας.
ΛΑΜΟΤΡΙΓΙΝΗ
Μια αναδρομική ανασκόπηση διαγραμμάτων 19 ασθενών με ημικρανία και με σχετιζόμενο με ημικρανία ίλιγγο που αντιμετωπίστηκαν με λαμοτριγίνη, τιτλοποιούμενη έως τα 100 mg ημερησίως, έδειξε μείωση της συχνότητας, αλλά όχι και της διάρκειας των κρίσεων ιλίγγου.70 Η συχνότητα των κρίσεων ιλίγγου μειώθηκε κατά 50% σε 18 ασθενείς, ενώ έμεινε αμετάβλητη στον 1. Οι 5 από τους ασθενείς ανέφεραν πλήρη ύφεση. Δεν υπήρξε στατιστικά σημαντική μείωση ως προς τη συχνότητα της κεφαλαλγίας, γεγονός παρόμοιο με προγενέστερες αναφορές, υπέρ του ότι η λαμοτριγίνη είναι πιο δραστική για τις αύρες παρά για την κεφαλαλγία.71,72
ΑΚΕΤΑΖΟΛΑΜΙΔΗ
Ο επεισοδικός ίλιγγος μπορεί να αποτελεί χαρακτηριστικό της επεισοδιακής αταξίας τύπου II [episodic ataxia type II ή EAII], που είναι μια διαυλοπάθεια η οποία η οποία προκαλείται από μεταλλάξεις στους εξαρτώμενους από το δυναμικό δίαυλους ασβεστίου τύπου P/Q.73 Η ακεταζολαμίδη μειώνει εκσεσημασμένα τις κρίσεις της EAII.74–76 Χρησιμοποιώντας την παραπάνω λογική βάση, αντιμετωπίστηκε με ακεταζολαμίδη μια οικογένεια της οποίας τα μέλη εμφάνιζαν επεισοδικό ίλιγγο, ημικρανία και ιδιοπαθή τρόμο, εμφανίζοντας σημαντική βελτίωση των κρίσεων ιλίγγου και του τρόμου.77
ΦΛΟΥΝΑΡΙΖΊΝΗ, ΛΟΜΕΡΙΖΙΝΗ, ΒΗΤΑΪΣΤΙΝΗ
Η φλουναριζίνη διαθέτει αντισταμινικές ιδιότητες, καθώς και ιδιότητες αποκλεισμού των διαύλων ασβεστίου και χρησιμοποιείται συχνά ως φάρμακο προφύλαξης της ημικρανίας στην Ευρώπη.7,78,79 Μια πρόσφατη μελέτη της λομεριζίνης, που είναι επίσης αποκλειστής διαύλων ασβεστίου, επί 22 ασθενών με σχετιζόμενο με ημικρανία ίλιγγο, έδειξε στατιστικά σημαντική μείωση των συμπτωμάτων στο 87% των ασθενών. Η βηταϊστίνη (L-ιστιδίνη) είναι το αμέσως πρόδρομο μόριο της ισταμίνης και έχει χρησιμοποιηθεί στην Ευρώπη (αλλά δεν είναι διαθέσιμο στις ΗΠΑ) για το θεραπεία της νόσου του Meniere.81 Υπάρχει επίσης καλή υποστήριξη για τη χρήση της στον ημικρανιακό ίλιγγο.82,83
Φυσικοθεραπεία λαβυρίνθου
Η εστιασμένη θεραπεία αποκατάστασης του αιθουσαίου συστήματος έχει δειχθεί ότι ωφελεί τους ασθενείς με αιθουσοπάθεια σχετιζόμενη με ημικρανία, καθώς και τους ασθενείς με ημικρανία που παρουσιάζουν πρόσθετες αιθουσαίες διαταραχές. Μια παλαιότερη μελέτη είχε συγκρίνει 14 ασθενείς με διάγνωση σχετιζόμενης με ημικρανία αιθουσοπάθειας, με 25 ασθενείς οι οποίοι εμφάνιζαν αιθουσαία δυσλειτουργία η οποία φαινομενικά δεν σχετιζόταν με την ημικρανία. Η μελέτη έδειξε ότι αμφότερες οι ομάδες βελτιώθηκαν σε στατιστικά σημαντικό βαθμό ως προς μετρήσεις έκβασης που ήταν τόσο υποκειμενικές όσο και αντικειμενικές.84 Το εύρημα αυτό έχει υποστηριχθεί και από μια άλλη μελέτη 34 ασθενών με σχετιζόμενη με ημικρανία ζάλη, χρησιμοποιώντας τα κριτήρια της IHS και αιθουσαία συμπτώματα που ορίζονταν ως αίσθημα αστάθειας, αληθής ίλιγγος, ζάλη, ή αίσθημα αστάθειας.44
Μια μελέτη συνέκρινε 30 ασθενείς με αιθουσαία διαταραχή και ημικρανία με 30 ασθενείς οι οποίοι εμφάνιζαν αιθουσαία διαταραχή χωρίς ημικρανία και έδειξε ότι οι πάσχοντες από ημικρανία είχαν μεγαλύτερη υποκειμενική αντίληψη ανικανότητας, ακόμη και όταν οι μετρήσεις της σωματικής απόδοσής τους ήταν παρόμοιες.85 Η ανάπτυξη και η επιμονή συνυπαρχουσών διαταραχών άγχους ή συναισθήματος είναι πιο συχνή σε ασθενείς με αιθουσαία ημικρανία, σε σχέση με ό,τι σε ασθενείς με άλλες αιθουσαίες διαταραχές.86,87 Επομένως, στους ημικρανιακούς ασθενείς με αιθουσαία συμπτώματα, προκειμένου να μεγιστοποιηθεί η αποτελεσματικότητα της θεραπείας, ίσως χρειάζεται να αντιμετωπιστούν και πρόσθετοι συναισθηματικοί ή ψυχοκοινωνικοί παράγοντες.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Η αυξανόμενη αναγνώριση του σχετιζόμενου με την ημικρανία ιλίγγου, ως χωριστής αναγνωρίσιμης διαταραχής, έχει οδηγήσει σε πρόσφατη αύξηση των δημοσιεύσεων επί της επιδημιολογίας, του διαγνωστικού ελέγχου και της θεραπείας αυτής της κατάστασης. Αν και πολλές μελέτες χρησιμοποιούν τα κριτήρια του Neuhauser και συνεργατών 12 για το βέβαιο και τον πιθανό ημικρανιακό ίλιγγο, εξακολουθεί να υπάρχει έλλειψη ομοφωνίας ως προς τα διαγνωστικά κριτήρια.
Η διάγνωση εξακολουθεί να βασίζεται στη συσχέτιση του επεισοδικού ιλίγγου με ένα ατομικό ή ισχυρό οικογενειακό ιστορικό ημικρανιακών κεφαλαλγιών, καθώς και στον αποκλεισμό ωτολογικών αιτίων για τα συμπτώματα, συγκεκριμένα για τη νόσο του Meniere. Η μείωση των αιθουσαίων απαντήσεων στις θερμικές δοκιμασίες και στα VEMP είναι συχνό φαινόμενο σε ασθενείς με ημικρανία, ανεξάρτητα από το εάν έχουν ιστορικό ιλίγγου ή όχι, οπότε οι δοκιμασίες αυτές δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ώστε να γίνει κατάλληλη διαφοροδιάγνωση. Μέχρι στιγμής, ο μηχανισμός των συμπτωμάτων του ιλίγγου δεν έχει ξεκαθαρίσει, αλλά τα στοιχεία που υποστηρίζουν αντικρουόμενες πιθανότητες δικαιολογούν τη διενέργεια κλινικών μελετών που θα ελέγξουν τον κάθε χωριστό μηχανισμό.
Οι θεραπείες της οξείας φάσης είναι ένα άλλο ζήτημα προς διερεύνηση, καθώς επί του παρόντος τα διαθέσιμα κατασταλτικά του λαβυρίνθου προκαλούν συχνά καταστολή, ενώ ορισμένες φορές συσχετίζονται και με εξωπυραμιδικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Τα περιορισμένα δεδομένα για τη χρήση των τριπτανών στη θεραπεία του οξέος ιλίγγου υποδηλώνουν ότι αυτές δεν σχετίζονται με απρόβλεπτες ανεπιθύμητες ενέργειες, αλλά είναι λίγα τα στοιχεία για τη δραστικότητά τους έναντι του εικονικού φαρμάκου. Περαιτέρω μελέτες των τριπτανών και πιθανώς των ανταγωνιστών του CGRP όχι μόνο θα επεκτείνουν το θεραπευτικό οπλοστάσιό μας, αλλά επίσης θα αποκαλύψουν και σημαντικές πλευρές της παθοφυσιολογίας αυτής της διαταραχής.
Η προφυλακτική θεραπεία παραμένει εν πολλοίς βασιζόμενη σε φάρμακα που έχουν αποδειχθεί δραστικά στις ημικρανιακές κεφαλαλγίες, αν και υπάρχουν ενδείξεις υπέρ του ότι η λαμοτριγίνη και η ακεταζολαμίδη πιθανώς να έχουν μεγαλύτερη δραστικότητα για τις κρίσεις ιλίγγου, σε σχέση με ό, τι για τις κεφαλαλγίες. Η τοπιραμάτη μπορεί να είναι δραστική, αλλά χρειάζονται περισσότερα κλινικά δεδομένα. Οι περισσότερες θεραπείες έχουν να κάνουν με τη χρήση β-αποκλειστών, αποκλειστών διαύλων ασβεστίου, τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών και συντηρητικών μέτρων, όπως οι μεταβολές του τρόπου ζωής και της διατροφής. Εάν υπάρχει διαθέσιμο, ένα εστιασμένο πρόγραμμα αποκατάστασης που απευθύνεται στον ημικρανιακό ίλιγγο, με προσοχή ως προς πρόσθετες διαταραχές διάθεσης και άγχους, είναι πιθανό ότι βοηθά περαιτέρω.
ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ
Η εργασία αυτή έχει υποστηριχθεί από το κονδύλι U54 RR019482 των NIH και από κονδυλι της Research Seed από το Τμήμα Νευρολογίας του UCLA.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΥ
Migraine-associated vertigo has become a well-recognized disease entity diagnosed based on a clinical history of recurrent vertigo attacks unexplained by other central or peripheral otologic abnormalities, which occurs in the patient with a history of migraine headaches. There is no international agreement on what spectrum of symptoms should be covered under this diagnosis, or what terminology should be used. The headaches and vestibular symptoms of migraine-associated vertigo may not be temporally associated, which often obscures the association. Diagnostic tests usually show nonspecific abnormalities that are also seen in patients with migraine who do not experience vestibular symptoms. Management generally follows the recommended treatment of migraine headaches, and includes dietary and lifestyle modifications and medical treatment with b blockers, calcium channel blockers, and tricyclic amines. Small case series show that acetazolamide and lamotrigine appear to be more effective for the vertigo attacks than headaches. Vestibular rehabilitation has also been shown to be helpful in several studies. In this review, the epidemiologic and clinical features of the disorder, as well as the current state of knowledge on pathophysiology, diagnostic testing, and treatment are described.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου