Τετάρτη, 26 Μαΐου 2010

Παγκόσμια Ημέρα για τη Σκλήρυνση κατά Πλάκας

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Η τελευταία Τετάρτη του Μαΐου θεσπίστηκε από τη Διεθνή Ομοσπονδία Multiple Sclerosis International Federation (MSIF) ως Παγκόσμια Ημέρα για τη ΣΚΠ και γιορτάζεται με συντονισμένες εκδηλώσεις σε όλο τον κόσμο από το 2009. Στόχος είναι η ευαισθητοποίηση του ευρύτερου κοινού και της Πολιτείας, η επίτευξη της μεγαλύτερης κατανόησης μέσω της σωστής ενημέρωσης γι’ αυτή τη χρόνια πάθηση, καθώς και τις επιπτώσεις στην καθημερινότητα των πασχόντων αλλά και των οικογενειών τους.
Ο Σύλλογος Ατόμων με Σκλήρυνση κατά Πλάκας (ΣΑμΣΚΠ) θα συμμετάσχει στον παγκόσμιο εορτασμό στις 26 Μαΐου 2010, λειτουργώντας περίπτερο στον πεζόδρομο της Κοραή στο κέντρο της Αθήνας από τις 10:00 έως τις 18:00. Το περίπτερο θα στελεχωθεί από εθελοντές μέλη του ΣΑμΣΚΠ και θα είναι διαμορφωμένο έτσι ώστε να δίνεται η δυνατότητα στους περαστικούς να καθίσουν να ενημερωθούν σχετικά με τη ΣΚΠ. Στο περίπτερο θα υπάρχει ενημερωτικό έντυπο υλικό του ΣΑμΣΚΠ, ενώ θα διανέμεται στους περαστικούς ειδικό έντυπο (τρίπτυχο) σχετικά με την Παγκόσμια Ημέρα και τη ΣΚΠ. Η εκδήλωση γίνεται με βασικό χορηγό τη Novartis (Hellas) Α.Ε.Β.Ε. και τη βοήθεια της CNS Genesis Pharma S.A.

Η Σκλήρυνση Κατά Πλάκας :
επηρεάζει το κεντρικό νευρικό σύστημα, δηλαδή τον εγκέφαλο και το νωτιαίο μυελό
είναι αγνώστου αιτιολογίας πολυπαραγοντική αυτοάνοση νόσος
εμφανίζεται σε ηλικία ανάμεσα στα 20 και τα 40, ενώ η μέση ηλικία έναρξης είναι στα 30
προσβάλλει περισσότερο τις γυναίκες από τους άνδρες σε ποσοστό 2 : 1
έχει ποικιλία συμπτωμάτων που τη χαρακτηρίζουν και θα πρέπει κάποιος να επισκεφτεί νευρολόγο για να γίνει παρακλινικός έλεγχος, καθώς πολλές παθήσεις μοιάζουν με τη ΣΚΠ και για το λόγο αυτό πρέπει να ελεγχθούν και να αποκλειστούν
τα συμπτώματα μπορεί να διαφέρουν σε ένταση, από πολύ ελαφριά έως και πολύ βαριά, ενώ μπορεί να εξαλειφθούν είτε με τη βοήθεια φαρμάκων είτε άλλων θεραπευτικών μεθόδων

Η Σκλήρυνση Κατά Πλάκας :

δεν είναι μεταδοτική ασθένεια
δεν είναι κληρονομική πάθηση
δεν είναι ψυχική διαταραχή
δεν είναι θανατηφόρος

ΧΑΜΗΛΑ –ΥΨΗΛΑ ΛΕΥΚΑ, ΑΝΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΤΥΠΟΥ, ΥΨΗΛΑ ΗΩΣΙΝΟΦΙΛΑ, ΥΨΗΛΑ ΜΟΝΟΚΥΤΤΑΡΑ, ΧΑΜΗΛΑ ΛΕΜΦΟΚΥΤΤΑΡΑ

Τα λευκά αιμοσφαίρια, που κυκλοφορούν στο αίμα, περιλαμβάνουν τα ουδετερόφιλα πολυμορφοπύρηνα, τα ηωσινόφιλα πολυμορφοπύρηνα, τα βασεόφιλα πολυμορφοπύρηνα, τα μονοπύρηνα ή μονοκύτταρα, τα λεμφοκύτταρα, τα πλασματοκύτταρα। Η παραγωγή των λευκών αιμοσφαιρίων γίνεται από το μυελό των οστών και από τα λεμφικά όργανα που εντοπίζονται στους λεμφαδένες, το σπλήνα, τον θύμο, τις αμυγδαλές, τους λεμφικούς σχηματισμούς του εντέρου και άλλων περιοχών. Τα λευκά αιμοσφαίρια μεταναστεύουν από την κυκλοφορία σε ιστούς που έχουν αλλοιωθεί ή φλεγμαίνουν και απομακρύνουν τα αλλοιωμένα κύτταρα. Είναι σημαντικά για την ομαλή λειτουργία ου ανοσοποιητικού συστήματος του οργανισμού, το οποίο έχει ζωτική σημασία για την αποτελεσματική άμυνα έναντι του stress και λοιμώξεων και την προστασία έναντι χρόνιων νοσημάτων, όπως αλλεργιών, καρκινωμάτων, αυτοάνοσων νοσημάτων, συνδρόμων χρόνιας κόπωσης. Η ομαλή παραγωγή και λειτουργία των λευκών αιμοσφαιρίων ρυθμίζεται από μια ποικιλία παραγόντων (π.χ. ιντερλευκίνη, granulocyte macrophage colony stimulating factor, granulocyte colony stimulation factor, stem cell factor, monocyte colony stimulation factor), η έκκριση των οποίων στο ανθρώπινο σώμα εξαρτάται από σύνθετους παράγοντες, όπως ορμόνες, παράγοντες φλεγμονής, stress, ογκογονίδια. Έτσι κάθε βλαπτικός παράγοντας, ακόμη και το απλό stress ή η ίωση μπορεί να προκαλέσει παροδικά διαταραχή των λευκών αιμοσφαιρίων και να διαταράξει τα αποτελέσματα του check up. Αυτός είναι ο λόγος που κάθε διαταραχή των λευκών στο check up, πρέπει οπωσδήποτε να επαναλαμβάνεται. Οι διαγνώσεις έτσι της λευκοκυττάρωσης (υψηλά λευκά), της λευκοπενίας (χαμηλά λευκά), της αναστροφής του τύπου (υπεροχή των λεμφοκυττάρων έναντι των πολυμορφοπυρήνων), της ηωσινοφιλίας (υψηλά ηωσινόφιλα), της μονοκυττάρωσης (υψηλά μονοκύτταρα), της λεμφοπενίας (χαμηλά λεμφοκύτταρα), τίθενται μόνο όταν το παθολογικό αποτέλεσμα επαναληφθεί με νέα αιμοληψία.
1. ΛΕΥΚΟΚΥΤΤΑΡΩΣΗ
Υψηλά λευκά αίματος προκαλεί μια ποικιλία παραγόντων και νοσημάτων όπως το χρόνιο stress, οι μεταβολικές διαταραχές, παράγοντες διατροφής, φάρμακα, αιματολογικά νοσήματα, λοιμώξεις, καρκινώματα. Οι μηχανισμοί περιλαμβάνουν την αύξηση της παραγωγής των λευκών για την αντιμετώπιση των αυξημένων κυτταρικών βλαβών, καθώς και την αυξημένη απελευθέρωση της εφεδρείας των λευκών λόγω παραγωγής ορμονών όπως κατεχολαμινών. Στα αιματολογικά κακοήθη νοσήματα, η αύξηση οφείλεται σε κακοήθη, ανεξέλεγκτη υπερπαραγωγή λευκών αιμοσφαιρίων, λόγω κακοήθους εκτροπής μητρικών κυττάρων.
2. ΛΕΥΚΟΠΕΝΙΑ
Χαμηλά λευκά αίματος προκαλεί μια ποικιλία παραγόντων και νοσημάτων όπως φάρμακα, τοξίνες, παράγοντες διατροφής, λοιμώξεις, αιματολογικά νοσήματα, νοσήματα λεμφικού ιστού, ηπατικά νοσήματα. Τα λευκά μειώνονται είτε λόγω μειωμένης παραγωγής (π.χ. βλάβη μητρικού κυττάρου από φάρμακα), είτε αυξημένη καταστροφή στην περιφέρεια (π.χ. ύπαρξη παθολογικών αντισωμάτων, που τα καταστρέφουν). Η λευκοπενία συχνά συνοδεύεται από συχνές λοιμώξεις λόγω μειωμένης λειτουργίας του ανοσοποιητικού. Ορισμένα άτομα έχουν ιδιοσυγκρασιακή λευκοπενία, χωρίς παθολογικό υπόστρωμα.
3. ΗΩΣΙΝΟΦΙΛΙΑ
Υψηλά ηωσινόφιλα αίματος προκαλεί μια ποικιλία παραγόντων και νοσημάτων, όπως παρασιτικές λοιμώξεις, ορισμένα δερματολογικά νοσήματα, νοσήματα του εντέρου, αλλεργίες, καρκινώματα, αιματολογικά νοσήματα, νοσήματα λεμφικού ιστού. Υψηλοί αριθμοί πάνω από 5000/μl, προκαλούν σοβαρές δευτεροπαθείς βλάβες στους ιστούς όπως καρδιακή βλάβη και πολυοργανική ανεπάρκεια λόγω διήθησης από ηωσινόφιλα. Στην περίπτωση αυτή επιβάλλεται επείγουσα διερεύνηση και θεραπεία.
4. ΜΟΝΟΚΥΤΤΑΡΩΣΗ
Τα μονοκύτταρα είναι πολύ σημαντικά ιδιαίτερα σε βακτηριακές φλεγμονές και σε ειδικές ιώσεις καθώς και στην αποτελεσματική επιδιόρθωση μιας σειράς από κυτταρικών βλαβών που προκαλούνται από ορισμένα νοσήματα. Υψηλά μονοκύτταρα αίματος προκαλεί μια ποικιλία παραγόντων και νοσημάτων, όπως είναι ορισμένες λοιμώξεις, κολλαγονικά νοσήματα, γαστρεντερικά νοσήματα, αιματολογικά νοσήματα, νοσήματα εναπόθεσης λιπιδίων, η κακοήθης ιστιοκυττάρωση. Οι μηχανισμοί περιλαμβάνουν είτε την αντιδραστική αύξηση λόγω αυξημένων βλαβών σε ιστούς (π.χ. φυματίωση, βακτηριδιακή ενδοκαρδίτιδα) είτε ανεξέλεγκτη υπερπαραγωγή λόγω κακοήθους εκτροπής (λευχαιμία, κακοήθης ιστιοκυττάρωση).
5. ΑΝΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΤΥΠΟΥ
Φυσιολογικά τα πολυμορφοπύρηνα είναι περισσότερα από τα λεμφοκύτταρα. Στην αντίθετη περίπτωση πρόκειται για αναστροφή του τύπου των λευκών. Τα λεμφοκύτταρα είναι απαραίτητα για την ανάπτυξη ειδικής ανοσίας και ανοσολογικής μνήμης. Συγκεκριμένα μετά την είσοδο ενός λοιμογόνου παράγοντα ειδικά αντισώματα που παράγονται από λεμφοκύτταρα (Β λεμφοκύτταρα) και ειδικά ευαισθητοποιημένα λεμφοκύτταρα (Τ λεμφοκύτταρα) επιτίθενται στο παθογόνο. Τα ειδικά αντισώματα και τα ειδικά ευαισθητοποιημένα λεμφοκύτταρα έχουν σημαντικό ρόλο στην ανοσολογική μνήμη, στην οποία οφείλεται η ανοσία που αναπτύσσει ο οργανισμός έναντι ορισμένων παθογόνων μικροοργανισμών μετά τη λοίμωξη.
Αναστροφή του τύπου προκαλεί μια ποικιλία παραγόντων και νοσημάτων, όπως λοιμώξεις, νοσήματα του εντέρου, καρκινώματα, αιματολογικά νοσήματα, νοσήματα λεμφικού ιστού. Ορισμένα άτομα παρουσιάζουν ιδιοσυγκρασιακώς μικρού βαθμού αναστροφή του τύπου.
6. ΛΕΜΦΟΠΕΝΙΑ
Τα χρόνια χαμηλά επίπεδα λεμφοκυττάρων καθίστανται συχνά εμφανή λόγω αυξημένων επεισοδίων λοιμώξεων. Η ικανότητα πρόσκτησης ανοσίας μετά από την επίθεση λοιμογόνων διαταράσσεται σημαντικά.
Χαμηλά λεμφοκύτταρα αίματος προκαλεί μια ποικιλία παραγόντων και νοσημάτων, όπως λοιμώξεις, ειδικοί ιοί, αιματολογικά νοσήματα, νοσήματα λεμφικού ιστού, κληρονομικά σύνδρομα.
Τα ευρήματα της σωστής ιατρικής εξέτασης είναι κομβικής σημασίας για την ορθή παθολογική εκτίμηση του ατόμου, τον καθορισμό του είδους του επιπρόσθετου εργαστηριακού ελέγχου και την θεραπεία।

Συγγραφέας: ΑΝΑΣΤΑΣΊΑ ΜΟΣΧΟΒΆΚΗ

HPV-DNA τεστ

Το τελευταίο διάστημα γίνεται πολύς θόρυβος για το HPV-DNA τεστ, μια διαγνωστική μέθοδο η οποία χρησιμοποιείται ευρέως στο εξωτερικό, όχι όμως τόσο στη χώρα μας. Οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι δημιουργεί νέα δεδομένα στην έγκαιρη διάγνωση του δεύτερου σε συχνότητα καρκίνου στις γυναίκες, μετά τον καρκίνο του μαστού. Τους ζητήσαμε, λοιπόν, να μας πληροφορήσουν πόσο αξιόπιστο είναι, κάθε πότε πρέπει να γίνεται και αν θα αντικαταστήσει το ΠΑΠ τεστ. Διαβάστε τι μας είπαν.

Ένα απλό τεστ
O γυναικολόγος παίρνει επίχρισμα από τον τράχηλο της μήτρας και το στέλνει σε εργαστήριο Κυτταρογενετικής, όπου γίνεται γενετική ανάλυση (ταυτοποίηση) στελεχών του ιού HPV (Human Papilloma Virus = ιός των ανθρωπίνων θηλωμάτων) που πιθανόν εντοπίστηκαν. Yπάρχουν πάνω από 30 στελέχη του ιού που συσχετίζονται με βλάβες και ενδέχεται να προκαλέσουν κακοήθεια. Τα HPV-DNA τεστ που χρησιμοποιούνται δεν ανιχνεύουν όλα τα στελέχη του ιού, αλλά όλα ταυτοποιούν τα στελέχη 16 και 18, που είναι τα πιο επικίνδυνα για την εκδήλωση καρκίνου, καθώς και τα στελέχη 6 και 11, που προκαλούν κονδυλώματα γεννητικών οργάνων.

Πότε πρέπει να γίνεται
Αν και σε ορισμένες χώρες το HPV-DNA τεστ γίνεται ταυτόχρονα με το ΠΑΠ τεστ, στην Ελλάδα δεν υπάρχει επίσημη οδηγία. Ωστόσο, σύμφωνα με τους ειδικούς, το HPV τεστ γίνεται όταν το ΠΑΠ τεστ δείξει κυτταρικές αλλοιώσεις, ώστε να διαπιστωθεί αν η παρουσία τους οφείλεται σε στελέχη του HPV που μπορεί να οδηγήσουν σε καρκίνο του τραχήλου της μήτρας. Αυτό σημαίνει ότι το καινούργιο τεστ δεν υποκαθιστά το ΠΑΠ τεστ, αλλά συμπληρώνει τη διαγνωστική του ακρίβεια, δεδομένου μάλιστα ότι το τελευταίο μπορεί να οδηγήσει και σε ψευδώς αρνητικό (καθαρό) αποτέλεσμα, σε ποσοστό που αγγίζει το 20%.

Πόσο αξιόπιστο είναι
Εξαρτάται από τον τρόπο λήψης του επιχρίσματος και από τον αριθ­μό των στελεχών που ανι­χνεύει το τεστ. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι αν η λήψη δεν γίνει σωστά και το τεστ ανιχνεύσει μικρό μόνο αριθμό στελεχών του ιού, αυξάνονται οι πιθανότητες να μην εντοπιστούν άλλα εν δυνάμει παθογόνα στελέχη του HPV. Διαφορετικά, η ακρίβεια του αποτελέσματος ξεπερνά το 90%.

Εάν το αποτέλεσμα βγει θετικό
Γίνεται απαραίτητα κολποσκόπηση, με την οποία εντοπίζονται οι περιοχές που παρουσιάζουν κυτταρικές αλλοιώσεις και λαμβάνονται δείγματα για ιστολογική ανάλυση (βιοψία). Το θετικό αποτέλεσμα μπορεί να σημαίνει ότι:
1. Η γυναίκα είναι φορέας στελεχών του HPV που δεν είναι επικίνδυνα για την εκδήλωση κακοήθειας ή εμφάνισης κονδυλωμάτων και τα οποία εξουδετερώνει μόνο του το ανοσοποιητικό σύστημα, οπότε συνήθως συστήνεται απλή παρακολούθηση.
2. Η γυναίκα είναι φορέας στελεχών του HPV που μπορεί να προκαλέσουν καρκίνο του τραχήλου της μήτρας ή κονδυλώματα. Ο γιατρός επιλέγει το είδος της αντιμετώπισης ανάλογα με τις βλάβες που έχουν προκληθεί.
α) Αν είναι ήπια βλάβη, συστήνεται παρακολούθηση κάθε 6 μήνες με ΠΑΠ τεστ και κολποσκόπηση, υγιεινή διατροφή, άσκηση και διακοπή του καπνίσματος, προκειμένου να περιοριστούν οι πιθανότητες να εξελιχθεί σε κάτι πιο σοβαρό.
β) Αν είναι σοβαρή, θα κρίνει ο γιατρός αν θα γίνει καυτηριασμός του τραχήλου της μήτρας με λέιζερ ή εκτομή μέρους του τραχήλου.

Εάν το αποτέλεσμα βγει αρνητικό
Σημαίνει ότι οι πιθανότητες να αναπτύξει η γυναίκα καρκίνο του τραχήλου της μήτρας είναι εξαιρετικά μικρές, οπότε ο γιατρός συνήθως συστήνει την επανάληψη του HPV τεστ μετά από 5 χρόνια, με την προϋπόθεση ότι κάθε χρόνο θα κάνει πλήρη γυναικολογικό έλεγχο (κλινική εξέταση, ΠΑΠ τεστ, υπερηχογράφημα ή και κολποσκόπηση), θα χρησιμοποιεί προφυλακτικό και δεν θα αλλάζει συχνά ερωτικούς συντρόφους.

Πού γίνεται το τεστ
Σε δημόσια και ιδιωτικά νοσοκομεία και σε ορισμένα ιατρεία και μικροβιολογικά εργαστήρια.

Πόσο κοστίζει
Το ελάχιστο κόστος διαμορφώνεται περίπου στα 100 ευρώ, αλλά ανεβαίνει σημαντικά ανάλογα με τον αριθμό των στελεχών του ιού που μπορεί να ανιχνεύσει το κάθε τεστ. H δαπάνη δεν καλύπτεται από τα ασφαλιστικά ταμεία.

Όσα πρέπει να γνωρίζουμε για την βιταμίνη Β12

Γράφει η Σκουρολιάκου Μαρία, Λέκτορας Εντερικής και Παρεντερικής Διατροφής, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο,Κλινική Φαρμακοποιός, Επιστημονική Σύμβουλος Κέντρου Διατροφικής Υποστήριξης και Διαιτολογίας, μαιευτήριο ΙΑΣΩ - Φοντόρ Χριστίνα, Κλινικός Διαιτολόγος-Διατροφολόγος, Πτυχιούχος Χαροκοπείου Πανεπιστημίου

Η βιταμίνη Β12 είναι μια υδατοδιαλυτή βιταμίνη του συμπλέγματος βιταμινών Β. Είναι απαραίτητη για την παραγωγή των ερυθρών και των λευκών κυττάρων του αίματος, καθώς και για τη φυσιολογική ανάπτυξη και συντήρηση του νευρικού ιστού. Η βιταμίνη Β12 είναι ο γενόσημος όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει εκείνες τις ενώσεις, οι οποίες παρουσιάζουν τη βιολογική δράση της κυανοκοβαλαμίνης. Περιλαμβάνει μια ποικιλία συστατικών που περιέχουν κοβάλτιο, και τα οποία είναι γνωστά ως κοβαλαμίνες. Η κυανοκοβαλαμίνη και η υδροξυκοβαλαμίνη είναι οι δυο βασικές μορφές της βιταμίνης Β12 στην κλινική χρήση.

ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ

Image

ΔΟΣΟΛΟΓΙΑ

Η βιταμίνη Β12 είναι διαθέσιμη σε δισκία, σε κάψουλες και σε ενέσιμες μορφές βρίσκεται σε πολλά πολυβιταμινούχα συμπληρώματα. Ανεπάρκεια της Β12, λόγω έλλειψης ενδογενούς παράγοντα, γενικά θεραπεύεται με τη χορήγηση κοβαλαμίνης παρεντερικά. Ωστόσο, μια έρευνα έδειξε πως η χορήγηση ημερησίως 2mg Β12 από το στόμα ήταν το ίδιο αποτελεσματική με την ενδομυϊκά χορήγηση 1mg Β12 μια φορά το μήνα.

Σε περιπτώσεις ανεπάρκειας χρειάζονται 2 με 25 μg Β12 ημερησίως.

Η βιταμίνη Β12 εμπλέκεται στην ανακύκλωση των συνενζύμων του φυλλικού οξέος και στην αποσύνθεση της βαλίνης. Απαιτείται, επίσης, για τη μυελινοποίηση των νεύρων, την αναπαραγωγή των κυττάρων, την αιμοποίηση και τη σύνθεση των νουκλεοπρωτεϊνών. Τρεις βιοχημικές αντιδράσεις απαιτούν την παρουσία της βιταμίνης Β12 ως μεθυλ-κοβαλαμίνης ή ως αδενοσυλ-κοβαλαμίνης:

1) Η μετατροπή της ομοκυστεΐνης σε μεθειονίνη,
2) Η μετατροπή του L-μεθυλμαλονυλο-CoA σε ηλέκτρυλο-CoA,
3) Ο ισομερισμός της L-λευκίνης και της β-λευκίνης.

ΗΜΕΡΗΣΙΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ

Image

ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΣ

Η βιταμίνη Β12 πρέπει να απελευθερωθεί από τις πρωτεΐνες με τις οποίες συνδέεται, πριν γίνει η πέψη και η απορρόφησή της. Η απορρόφηση λαμβάνει χώρα σχεδόν αποκλειστικά στον τελικό ειλεό.

Η βιταμίνη Β12 αποθηκεύεται πρωταρχικά στο ήπαρ. Στο αίμα είναι δεσμευμένη με συγκεκριμένες πρωτεΐνες του πλάσματος (τρανσκοβαλαμίνες).

Η απομάκρυνση γίνεται μέσω των ούρων, της χολής και των κοπράνων. Ο εντεροηπατικός κύκλος συμβάλλει στη διατήρηση της Β12. Η βιταμίνη Β12 εμφανίζεται και στο μητρικό γάλα.

ΕΛΛΕΙΨΗ

Η έλλειψη της βιταμίνης Β12 οδηγεί στην εμφάνιση μακροκυτταρικής και μεγαλοβλαστικής αναιμίας. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν νευρολογικές διαταραχές (εξαιτίας της απομυελινοποίησης της σπονδυλικής στήλης, του εγκεφάλου και των οπτικών και περιφερικών νεύρων), και λιγότερο συγκεκριμένα συμπτώματα, όπως αδυναμία, ερεθισμένη γλώσσα, δυσκοιλιότητα και ορθοστατική υπόταση. Ψυχολογικές διαταραχές της έλλειψης Β12 είναι δυνατόν να εκδηλωθούν κατά την παρουσία αναιμίας (ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους).

Η κακοήθης αναιμία είναι μια συγκεκριμένη μορφή αναιμίας, η οποία προκαλείται από έλλειψη ενδογενούς παράγοντα (όχι από ελλιπή πρόσληψη βιταμίνης Β12 από τη διατροφή).

Άνθρωποι με περιορισμένη δυνατότητα απορρόφησης της βιταμίνης Β12, αναπτύσσουν ανεπάρκεια/ έλλειψη μέσα σε δύο με τρία χρόνια. Αυστηροί χορτοφάγοι (με κίνδυνο διαιτητικής ανεπάρκειας, αλλά με φυσιολογική απορροφητική ικανότητα) μπορεί να μην εμφανίσουν συμπτώματα για 20-30 χρόνια.

ΧΡΗΣΕΙΣ

Συμπληρώματα βιταμίνης Β12 μπορεί να είναι απαραίτητα σε χορτοφάγους. Αν οι χορτοφάγοι δεν καταναλώνουν τακτικά μια τροφή πλούσια σε βιταμίνη Β12, τότε χρειάζονται απαραιτήτως συμπλήρωμα. Αυτό αφορά κυρίως τις γυναίκες χορτοφάγους κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης, καθώς το βρέφος μπορεί να εκδηλώσει ανεπάρκεια. Βρέφη τα οποία θηλάζουν και των οποίων οι μητέρες δεν προσλαμβάνουν τροφές πλούσιες σε Β12 πρέπει να λάβουν συμπληρώματα.

Η έλλειψη της βιταμίνης Β12 αποτελεί παράγοντα κινδύνου για τους ανθρώπους της τρίτης ηλικίας και μπορεί να συμβάλλει στην εμφάνιση άνοιας. Ο ρόλος των συμπληρωμάτων στην άνοια, που προκαλείται από έλλειψη της Β12, φαίνεται ότι εξαρτάται από τη διάρκεια των συμπτωμάτων. Δεν υπάρχει ισχυρή απόδειξη που να πιστοποιεί πως τα συμπληρώματα βοηθούν στην καθυστέρηση της εξέλιξης της νόσου του Alzheimer που δεν οφείλεται στην έλλειψη της βιταμίνης Β12. Παρομοίως, ο ρόλος της βιταμίνης Β12 είναι ασαφής όσον αφορά στην σκλήρυνση κατά πλάκας και στις διαταραχές του ύπνου. Υπάρχουν ορισμένες ενδείξεις ότι η έλλειψη της βιταμίνης Β12 κατά την εγκυμοσύνη μπορεί να είναι παράγοντας κινδύνου για ανωμαλία διάπλασης του νευρικού σωλήνα. Για να διαπιστωθούν τα οφέλη της βιταμίνης Β12 σε κάθε ένδειξη εκτός από την ανεπάρκεια ή την οριακή ανεπάρκεια, απαιτούνται περαιτέρω έρευνες.

Η βιταμίνη Β12 έχει χρησιμοποιηθεί με επιτυχία σε ασθενείς που πάσχουν από διαβητική νευροπάθεια και στοματικά έλκη. Χαμηλά επίπεδα ορού βιταμίνης Β12 έχουν βρεθεί σε άτομα με HIV και επίσης έχουν συσχετιστεί με μια πιο γρήγορη εμφάνιση της νόσου του AIDS. Εξαιτίας του ρόλου της στον μεταβολισμό της ομοκυστεΐνης, έχει προταθεί ότι η βιταμίνη Β12 ίσως διαδραματίζει κάποιον ρόλο στη μείωση του κινδύνου για εμφάνιση στεφανιαίας νόσου. Παρόλα αυτά, δεν υπάρχει απόδειξη πως η Β12 έχει ανεξάρτητη προστατευτική επίδραση.
Νέα δεδομένα σχετίζουν τα υψηλά επίπεδα αίματος βιταμίνης Β12 με θεραπεία της κατάθλιψης. Ο τρόπος με τον οποίο δρα η βιταμίνη Β12 στα άτομα με κατάθλιψη δεν έχει ακόμη αναγνωριστεί. Είναι πιθανόν ότι δρα σε συνέργια με τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα αυξάνοντας τη σύνθεση και τη δράση των μονοαμινών. Οι μονοαμίνες είναι νευροδιαβιβαστές στο κεντρικό νευρικό σύστημα με αντικαταθλιπτική δράση.

Επίσης η βιταμίνη Β12 φαίνεται εμποδίζει τη συσσώρευση της πρωτεΐνης ομοκυστεϊνης η οποία είναι δυνατόν να αυξάνει τον κίνδυνο προσβολής και από κατάθλιψη.

ΠΡΟΦΥΛΑΞΕΙΣ

Η βιταμίνη Β12 δεν πρέπει να χορηγείται για τη θεραπεία της ανεπάρκειας, εάν δεν έχει προηγηθεί πλήρης διάγνωση (χορήγηση >10μg ημερησίως μπορεί να προαγάγει αιματολογική αντίδραση σε ασθενείς με ανεπάρκεια φυλλικού οξέος).

Εγκυμοσύνη και θηλασμός

Τα συμπληρώματα μπορεί κάποιες φορές να απαιτούνται (ιδιαίτερα σε γυναίκες χορτοφάγους). Δεν έχουν αναφερθεί προβλήματα με τη χορήγηση φυσιολογικών δόσεων.

ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ

Η βιταμίνη Β12 μπορεί περιστασιακά να προκαλέσει διάρροια και κνησμός στο δέρμα. Επίσης υπερβολικές δόσεις επίσης, μπορεί να επιδεινώσουν την ακμή.

ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ

Με φάρμακα

Αλκοόλ: Υπερβολική πρόσληψη μπορεί να επηρεάσει την απορρόφηση της βιταμίνης Β12.
Μπορεί να ελαττώσουν την απορρόφηση της Β12 οι αμινογλυκοσίδες, τα αμινοσαλικυλικά, η χλωραμφενικόλη, η χολεστυραμίνη, η κολχικίνη, η μετφορμίνη, τα μεθυλντόπα, τα από του στόματος αντισυλληπτικά, οι ανταγωνιστές του υποδοχέα Η2 της ισταμίνης κ.α.

Τα αντιβιοτικά μπορεί να αλληλεπιδράσουν με μικροβιολογικές εξετάσεις προσδιορισμού ερυθροκυτταρικής Β12 και Β12 ορού (ψευδή χαμηλά αποτελέσματα).

Το χλωριούχο κάλιο (τροποποιημένη απελευθέρωση): Παρατεταμένη χορήγηση μπορεί να ελαττώσει τα επίπεδα της Β12 και οι αναστολείς της αντλίας πρωτονίων: Παρατεταμένη θεραπεία μπορεί να ελαττώσει τα επίπεδα ορού της Β12.

Με θρεπτικά συστατικά

Φυλλικό οξύ: Μεγάλες δόσεις οι οποίες χορηγούνται κατ΄ επανάληψη μπορεί να ελαττώσουν τα επίπεδα της Β12 στο αίμα.

Βιταμίνη C: Μπορεί να καταστρέψει την Β12 (αποφυγή της πρόσληψης μεγάλων δόσεων βιταμίνης C μέσα σε μία ώρα από την πρόσληψη Β12 από το στόμα).

Δίαιτα με βάση την ομάδα αίματος

Λίγα λόγια…
Πρόκειται για δίαιτα υποθερμιδική, η οποία βασίζεται «στη διατροφή που ταιρι΄ζει στην ομάδα αίματός σας». Διακρίνει τους ανθρώπους σε 4 διαφορετικές κατηγορίες ανάλογα με την ομάδα αίματος που έχουν (δηλαδή, 0, Α, Β, και ΑΒ) και ταυτόχρονα προβαίνει σε διάκριση των τροφών σε δύο κατηγορίες: σ’ εκείνες που λειτουργούν συμπληρωματικά της κάθε ομάδας και σ’ εκείνες που αντιτίθενται σ’ αυτές.

Η φιλοσοφία της
Η ομάδα αίματος αντικατοπτρίζει την εσωτερική χημεία του οργανισμού που σύμφωνα με τον Αμερικάνο Φυσιοπαθολόγο, Peter J. D’ Adamo, οι τροφές που βελτιώνουν την υγεία μας διαφέρουν ανάλογα με την ομάδα αίματός μας. Η ομάδα αίματος ενός ατόμου μπορεί να κάνει φανερή την προδιάθεσή του σε πολλές ασθένειες και να ορίσει την επιλογή ενός συγκεκριμένου διατροφικού προγράμματος ή μιας συγκεκριμένης άσκησης. Ο ίδιος κατέληξε σ’ αυτό το συμπέρασμα έπειτα από πολλές έρευνες, συνεχίζοντας τις μελέτες του πατέρα του James D’ Adamo, χάρη στον οποίο ο Peter J. D’ Adamo υιοθέτησε τη λογική ότι «αυτό που κάνει καλό σε ένα άτομο μπορεί να κάνει κακό σε ένα άλλο». Ξεκινώντας πρώτος να διαχωρίζει τους ασθενείς του βάσει της ομάδας αίματός τους και παρατηρώντας τις αντιδράσεις τους, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα άτομα που ανήκαν για παράδειγμα στην ομάδα αίματος Α αντιδρούσαν αρνητικά στις δίαιτες εκείνες που ήταν πλούσιες σε πρωτεΐνες με προέλευση το κόκκινο κρέας, ενώ αντίθετα οι αντιδράσεις τους ήταν πιο θετικές στις δίαιτες που ήταν πλούσιες σε πρωτεΐνες με φυτική προέλευση.

Πού οφείλεται το γεγονός ότι κάθε τροφή προκαλεί διαφορετικές αντιδράσεις σε άτομα με διαφορετική ομάδα αίματος;
Οι τροφές περιέχουν ειδικές ενώσεις πρωτεΐνης και υδατανθράκων, τις λεκτίνες, οι οποίες είναι όμοιες με τα αντιγόνα του ανθρώπου. Έτσι, μόλις καταναλώσουμε μία τροφή με λεκτίνες μη συμβατές με την ομάδα αίματός μας, ο οργανισμός μας αντιμετωπίζει τις ουσίες αυτές ως ξένες με αποτέλεσμα να προσπαθεί να τις εξουδετερώσει, καθώς σ’ ένα ποσοστό 2-5-% οι λεκτίνες διαπερνούν το τοίχωμα του εντέρου και εισέρχονται στο αίμα. Οι τροφές που είναι μη συμβατές με την ομάδα αίματός μας δημιουργούν, σύμφωνα πάντα με τον εμπνευστή της δίαιτας, προβλήματα στην πέψη, στην παραγωγή της ινσουλίνης και γενικότερα στη διατήρηση της ισορροπίας των ορμονών μας επιβραδύνοντας ταυτόχρονα το μεταβολισμό μας.

Τι εγγυάται;

Η δίαιτα με βάση την ομάδα αίματος εγγυάται απώλεια βάρους, αφού συνίσταται σε πρόσληψη λίγων θερμίδων και καύση περισσότερων θερμίδων από εκείνων που προσλαμβάνονται.

Κύρια χαρακτηριστικά ομάδων

Ομάδα αίματος 0: Ο D’ Adamo υποστηρίζει ότι τα άτομα αυτής της ομάδας είναι «κυνηγοί, αυτάρκεις, ηγέτες και τρώνε πολύ κρέας», επομένως το διαιτολόγιό τους οφείλει να είναι πλούσιο σε κρέας.
Η ομάδα αίματος 0 είναι η πιο παλιά και διαδεδομένη ομάδα και αντιστοιχεί στον άνθρωπο κυνηγό και τροφοσυλλέκτη. Τα άτομα που ανήκουν σ’ αυτήν την ομάδα διαθέτουν ένα ισχυρό και ανθεκτικό ανοσοποιητικό σύστημα, ενώ εξίσου ανθεκτικό φαίνεται να είναι και το πεπτικό τους σύστημα. Το αρνητικό των ατόμων αυτών είναι ότι έχουν προδιάθεση σε ορισμένες αλλεργίες και τάση παχυσαρκίας και κατακράτησης υγρών, ενώ δεν είναι λίγες εκείνες οι φορές που υποφέρουν από υποθυρεοειδισμό, μυϊκές κράμπες και έλλειψη συγκέντρωσης.
Γενικότερα, όσον αφορά στη ψυχοσύνθεση των ατόμων αυτών, μπορεί να ειπωθεί ότι χαρακτηρίζονται από εξωστρέφεια, εκφραστικότητα, αποφασιστικότητα και ευερεθιστότητα.

Ποιες τροφές ταιριάζουν στην ομάδα 0;
Στην εν λόγω ομάδα ταιριάζει το κρέας, τα πουλερικά και τα ψάρια (π.χ. ρέγγα, μπακαλιάρος, σκουμπρί) που σε συνδυασμό με πράσινα φυλλώδη λαχανικά συνιστούν την ιδανική διατροφή για τα άτομα αυτής της ομάδας.
Εάν ανήκετε σ’ αυτή την ομάδα, πρέπει να καταναλώνετε με μέτρο τα δημητριακά, το ψωμί και τα όσπρια, καθώς το πεπτικό σας σύστημα δε μπορεί να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στο συγκεκριμένο είδος τροφών.
Σε περίπτωση τέλος που εφαρμόζετε κάποια δίαιτα, καλό είναι να αφαιρέσετε από τη διατροφή σας το κουνουπίδι, τα λαχανάκια Βρυξελλών, το λάχανο (κόκκινο και άσπρο), τις φακές και τα σιτηρά.
Φροντίστε τέλος, να εντάξετε τη σωματική άσκηση στη ζωή σας αφιερώνοντας μία ώρα τουλάχιστον επί 3 φορές την εβδομάδα σε κάποια αεροβική δραστηριότητα (π.χ. περίπατο ή ελαφρύ τρέξιμο).

Ομάδα αίματος Α: Πρόκειται για την πιο διαδεδομένη ομάδα αίματος μεταξύ των κατοίκων της Δυτικής Ευρώπης, ενώ τα άτομα που ανήκουν σ’ αυτή χαρακτηρίζονται από ευαισθησία στο πεπτικό σύστημα και δυσκολία στη διάκριση των πρωτεϊνών και των ζωικών λιπών. Αντίθετα, ανταποκρίνονται αρκετά καλά απέναντι στους υδατάνθρακες. Εκείνοι που ανήκουν σ’ αυτή την ομάδα είναι «γεωργοί και καλλιεργητές και τρώνε συνήθως δημητριακά», οπότε ο D’ Adamo τους συνιστά δίαιτα με ελάχιστο κρέας.

Όσον αφορά στη ψυχοσύνθεσή τους, αξίζει να σημειωθεί ότι είναι άτομα εσωστρεφή, τελειομανή, τακτικά, συνεργάσιμα, ευαίσθητα στις ανάγκες των συνανθρώπων τους, αλλά με προδιάθεση στο στρες.

Ποιες τροφές ταιριάζουν στην ομάδα Α;
Στην ομάδα Α ταιριάζουν τα λαχανικά, το τοφού, το ψάρι, τα θαλασσινά, τα φρούτα και τα δημητριακά. Αντίθετα, το σιτάρι και τα παράγωγά του πρέπει να καταναλώνονται με μέτρο, διότι ενδέχεται να προκαλέσουν περίσσεια οξύτητα στους μυς, με αποτέλεσμα να γίνει δυσχερέστερο το έργο της καύσης των θερμίδων. Καλό είναι επίσης να αποφεύγεται το κρέας διότι ευνοεί την πρόκληση παχυσαρκίας, καθώς επίσης τα φασόλια και τα γαλακτοκομικά προϊόντα, διότι επιβραδύνουν το μεταβολισμό.

Σε περίπτωση, τέλος που ακολουθείτε κάποια δίαιτα, προτιμήστε τον ανανά και τις τροφές με σόγια, διότι μεταβολίζονται εύκολα.

Ομάδα αίματος Β: Εκείνοι που έχουν ομάδα αίματος Β είναι «νομάδες, τρώνε απ όλα, είναι δημιουργικοί, ισορροπημένοι και ευέλικτοι».

Τα άτομα αυτής της ομάδας διαθέτουν ισχυρό πεπτικό σύστημα, το οποίο μπορεί και επεξεργάζεται εξίσου καλά τόσο τις πρωτεΐνες, όσο και τους υδατάνθρακες. Ισχυρό είναι επίσης και το ανοσοποιητικό τους σύστημα, καθώς μένει ανεπηρέαστο από τις διατροφικές και κλιματολογικές συνθήκες. Το αρνητικό όσων ανήκουν σ’ αυτή την ομάδα είναι ότι έχουν προδιάθεση στο στρες, σε ψυχολογικές διαταραχές και σε διάφορες χρόνιες παθήσεις, όπως είναι για παράδειγμα ο διαβήτης.

Όσον αφορά στη ψυχοσύνθεσή τους, είναι αντικομφορμιστές, ανεξάρτητοι, αυθόρμητοι, οργανωτικοί, συναισθηματικοί, ελάχιστα φιλόδοξοι, άλλοτε εσωστρεφείς και άλλοτε εξωστρεφείς.

Ποιες τροφές ταιριάζουν στην ομάδα Β;
Οι τροφές εκείνες που ενδείκνυνται για τα άτομα που ανήκουν σ’ αυτή την ομάδα είναι τα οπωρικά, τα γαλακτοκομικά και το κρέας. Μπορούν άφοβα να καταναλώνουν τυρί, ακόμη κι όταν βρίσκονται σε περίοδο δίαιτας. Άλλωστε, μία ισορροπημένη ποσότητα τυριού ευνοεί τη διαδικασία της πέψης και το μεταβολισμό.
Ωστόσο, σε περίοδο δίαιτας, καλό είναι να αποφεύγονται το κοτόπουλο και το χοιρινό, τα οστρακοειδή και τα μαλάκια, το κριθάρι, το σιτάρι και η σίκαλη.

Για ‘σας που ανήκετε σ’ αυτή την ομάδα, ενδείκνυται μέτρια σωματική άσκηση που δεν επιφέρει κόπωση σε συνδυασμό με πνευματική άσκηση. Για το λόγο αυτό, μπορείτε να δοκιμάσετε Yoga ή Tai Chi.

Ομάδα αίματος ΑΒ: Εκείνοι που ανήκουν στην ομάδα ΑΒ είναι «αινιγματικοί και μπορεί να τρώνε σαν τους Α ή σαν τους Β». Η συγκεκριμένη ομάδα αίματος είναι η πιο «νεανική» ομάδα και για το λόγο αυτό είναι και η λιγότερο διαδεδομένη. Μάλιστα μόνο το 5% των ανθρώπων παγκοσμίως έχει αυτό τον τύπο αίματος.

Το πεπτικό σύστημα των ατόμων αυτών είναι ευαίσθητο, σε αντίθεση με το ανοσοποιητικό τους που μπορεί και παράγει ειδικά αντισώματα ενάντια στα βακτήρια, με αποτέλεσμα να μην αντιδρούν αλλεργικά σε σχέση με τα άτομα που ανήκουν σε άλλες ομάδες αίματος.

Όσον αφορά στη ψυχοσύνθεσή τους, τα άτομα αυτής της ομάδας είναι ευαίσθητα, εσωστρεφή, μυστηριώδη και ευερέθιστα, ενώ παράλληλα διαθέτουν ισχυρό ένστικτο και αυτοπεποίθηση. Επιπλέον, αντιμετωπίζουν πιο αποτελεσματικά το στρες όταν βρίσκονται σε κίνηση και εξασκούν κάποια φυσική δραστηριότητα.

Ποιες τροφές ταιριάζουν στην ομάδα ΑΒ;
Ο τύπος ΑΒ μοιάζει αρκετά με αυτόν της Α κι επομένως του ταιριάζει περισσότερο ένα διατροφικό πρόγραμμα με βάση τα φρούτα και τα λαχανικά. Η ιδανική γι’ αυτόν διατροφή με σκοπό την απόκτηση του ιδανικού βάρους πρέπει να περιλαμβάνει τον ανανά, το ψάρι, τις πράσινες σαλάτες, το γάλα και τα γαλακτοκομικά.

Εάν βρίσκεστε σε περίοδο δίαιτας, αποφύγετε την κατανάλωση κρέατος, διότι το στομάχι σας παράγει μικρές ποσότητες γαστρικού οξέος, οι οποίες δεν επαρκούν για τη σωστή πέψη της τροφής. Γενικότερα, όμως, πρέπει να αποφεύγετε την κατανάλωση του κόκκινου κρέατος, των ρεβιθιών, των φασολιών, του καλαμποκιού και των σπόρων.

Όσον αφορά τη σωματική άσκηση που μπορείτε να ασκήσετε, προτιμήστε γιόγκα σε συνδυασμό με τζόκιγκ ή στρέτσιγκ, δηλαδή δραστηριότητες που προσφέρουν χαλάρωση και ταυτόχρονα έντονη φυσική άσκηση.

Βασικοί κανόνες

  1. Καλό είναι να πίνετε τα αναψυκτικά, το νερό και τους χυμούς 30 λεπτά πριν το γεύμα ή 2 ώρες μετά.
  2. Ως ψωμί, μπορείτε να τρώτε πολύ συγκεκριμένα είδη, όπως αυτό των Εσσαίων, το οποίο παρασκευάζεται με φύτρες σταριού.
  3. Αποφεύγετε την κατανάλωση μεταλλαγμένων τροφίμων και υδρογονομένων ελαίων, όπως είναι για παράδειγμα οι μαργαρίνες.
  4. Μείνετε μακρυά από τις τεχνητές γλυκαντικές ουσίες, τα πρόσθετα χρώματα και αρώματα και τα τηγανιτά.
  5. Αποκλείστε τη ζάχαρη από το διατροφικό σας πρόγραμμα.
  6. Μη χρησιμοποιείτε φούρνους μικροκυμάτων και σκεύη αλουμινίου.

Ο διαιτολόγος σχολιάζει

ImageΆτομα υπέρβαρα ή παχύσαρκα έχουν προσπαθήσει επιτυχώς ή ανεπιτυχώς παραπάνω από 1 φορά για να μειώσουν το βάρος τους, ενώ η συντήρηση του ιδανικού τους βάρους είναι μια ακόμη πιο δύσκολη υπόθεση. Αυτή η κατάσταση <σπρώχνει> πολύ κόσμο να ακολουθήσει δίαιτες διαφορετικές (ανορθόδοξες) από αυτές που συστήνουν οι επίσημοι σύλλογοι διαιτολόγων.

Στο παρελθόν, στον βωμό της γρήγορης απώλειας βάρους εφαρμόζονταν ανορθόδοξα διαιτητικά σχήματα, όπως χημικές δίαιτες, δίαιτες αποτοξίνωσης κ.α., με αποτέλεσμα την απώλεια κυρίως μυϊκής μάζας, υγρών κα λιγότερο του λιπώδους ιστού. Αυτό ο τρόπος αδυνατίσματος δεν ήταν μόνιμος και γι΄ αυτό παρουσιάστηκε το φαινόμενο <γιο-γιο>, δηλαδή η προσθήκη όλου του απολεσθέντος βάρους [συχνά περισσότερου]. Σήμερα η κατάσταση αυτή έχει εξελιχθεί, έχοντας προταθεί πολλά νέα διατροφικά σχήματα. Κάποια από αυτά δεν ενέχουν μεγάλους κινδύνους για την υγεία του οργανισμού. Η δίαιτα με βάση την ομάδα αίματος συγκαταλέγεται σε αυτές που μπορεί να προκαλέσουν σοβαρά προβλήματα δυσθρεψίας και υγείας στον ανθρώπινο οργανισμό, αφού δεν υφίσταται επιστημονικής τεκμηρίωσης.

Ενδεικτικά σχολιάζονται ορισμένα από τα σημεία που προτείνει αυτή η δίαιτα:

Άτομα με ομάδα αίματος 0 (το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού) πρέπει να καταναλώνουν πολύ κρέας σύμφωνα με τον D’ adamo. Υπάρχουν έρευνες που δείχνουν ότι η υπερκατανάλωση κρέατος είναι υπεύθυνη για δυσλιπιδαιμίες, καρκίνοι του πεπτικού κ.λ.π. Άτομα που έχουν υψηλή χοληστερίνη με ομάδα αίματος 0 μπορούν να καταναλώνουν συχνά κρέας;

Άτομα με ομάδα αίματος Α πρέπει να αποφεύγουν τα γαλακτοκομικά, που αποτελούν βασική πηγή ασβεστίου στην διατροφή μας. Για τα βρέφη, τα παιδιά, και εγκύους που χρειάζονται αυξημένες ποσότητες ασβεστίου, ποιες άλλες πηγές ισάξιες [ποσότητα, βαθμός απορρόφησης] με τα γαλακτοκομικά, μπορούν να τα αντικαταστήσουν;

Άτομα με ομάδα αίματος Β πρέπει να αποφεύγουν τροφές που περιέχουν το κριθάρι, το σιτάρι και τη σίκαλη. Τροφές τέτοιες μας παρέχουν ενέργεια και πολλά χρήσιμα για τον οργανισμό μας, μέταλλα και βιταμίνες. Αποκλείοντας βασικές κατηγορίες τροφών δεν έχει επίπτωση στην υγεία του οργανισμού μας;

Άτομα με ομάδα αίματος ΑΒ (πιο σπάνια στον πληθυσμό) πρέπει να ελαττώσουν την κατανάλωση του κρέατος και των οσπρίων. Άτομα με αναιμία και με αυτόν τον τύπο αίματος δεν πρέπει να καταναλώνουν κόκκινο κρέας, αλλά να προσλαμβάνουν το σίδηρο μόνο από φαρμακευτικά σκευάσματα;

Σύμφωνα με αυτά που υποστηρίζει η δίαιτα με βάση την ομάδα αίματος, στα όσπρια υπάρχουν οι λεκτίνες, οι οποίες μπορούν να προκαλέσουν βλάβη στον μυϊκό ιστό του ατόμων με ομάδα αίματος 0, ΑΒ. Οι λεκτίνες, πρωτεϊνικά μόρια, που βρίσκονται στην πλειονότητα των φυτικών τροφών και ιδιαίτερα στα όσπρια παρουσιάζουν πράγματι ισχυρή αλλεργιογόνο δράση. Το μούλιασμα των οσπρίων όμως καταστρέφει τα 2/3 των λεκτίνων τους, ενώ η το βράσιμο τους <εξουδετερώνει> κάθε ίχνος λεκτίνης που έχει μείνει. Άρα καταρρίπτεται και αυτός ο ισχυρισμός.

Η λύση είναι απλή και το μέλλον εξαρτάται από εμάς, αφού έγκειται στην αλλαγή των διατροφικών μας συνηθειών και στην υιοθέτηση του μοντέλου της παραδοσιακής Μεσογειακής Διατροφής.

Γράφει ο/η Παπαχρήστος Παρασκευάς, Διαιτολόγος-Διατροφολόγος

Τρίτη, 25 Μαΐου 2010

Κατάθλιψη: Μύθοι και πραγματικότητα

Μύθος: Η κατάθλιψη είναι πάντα μία αντίδραση σε μία άσχημη κατάσταση της ζωής όπως το διαζύγιο, ο θάνατος αγαπημένου προσώπου ή η απώλεια εργασίας.

Αλήθεια: Κάποιες φορές η κατάθλιψη εμφανίζεται και όταν όλα πηγαίνουν καλά. Η κατάθλιψη μπορεί να πυροδοτηθεί από δυσάρεστα γεγονότα ή συνθήκες ζωής, αλλά δεν είναι πάντα έτσι. Η κατάθλιψη σχετίζεται και με κάποιες χημικές ουσίες του εγκεφάλου.

Μύθος: Αν δεν μπορεί κάποιος να συνέλθει από κατάθλιψη αυτό σημαίνει ότι είναι αδύναμος χαρακτήρας.

Αλήθεια: Η κατάθλιψη δεν υποδηλώνει ότι κάποιος είναι αδύναμος χαρακτήρας. Πρόκειται για μία κατάσταση που χρειάζεται ιατρική βοήθεια, όπως ο διαβήτης ή η αρθρίτιδα.

Μύθος: Αν κάποιος που έχει κατάθλιψη απλά κάνει υπομονή και περιμένει, η κατάθλιψη θα περάσει.

Αλήθεια: Η κατάθλιψη μπορεί να μην υποχωρήσει από μόνη της. Σε κάποιους ασθενείς η κατάθλιψη μπορεί να διαρκέσει χρόνια αν δεν αντιμετωπιστεί.

Μύθος: Μόνο οι ασθενείς με τάσεις αυτοκτονίας χρειάζονται φαρμακευτική θεραπεία.

Αλήθεια: Τα αντικαταθλιπτικά δεν είναι μόνο για τους ασθενείς με τάσεις αυτοκτονίας. Τα αντικαταθλιπτικά μπορούν επίσης να βοηθήσουν τους ανθρώπους που θέλουν να γίνουν καλά και να ζήσουν τη ζωή τους με τον τρόπο που επιθυμούν.

Μύθος: Τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα προκαλούν εθισμό και αλλάζουν την προσωπικότητα.

Αλήθεια: Τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα δεν προκαλούν εθισμό και δεν αλλάζουν την προσωπικότητα. Όταν το άτομο δεν τα χρειάζεται πια μπορεί να τα διακόψει χωρίς πρόβλημα.


Πως μπορώ να βοηθήσω έναν φίλο με κατάθλιψη;

Το καλύτερο πράγμα που μπορείτε να κάνετε για κάποιον φίλο σας με κατάθλιψη είναι να τον βοηθήσετε να ζητήσει θεραπεία. Αυτό μπορεί να σημαίνει να τον ενθαρρύνετε να αναζητήσει βοήθεια από κάποιον ειδικό και να παραμείνει στη θεραπεία όταν την ξεκινήσει. Αυτό επίσης που μπορείτε να κάνετε είναι να του προσφέρετε συναισθηματική υποστήριξη, που σημαίνει κατανόηση, υπομονή, στοργή και ενθάρρυνση. Εμπλέξτε το άτομο σε συζητήσεις και δραστηριότητες και σε περίπτωση που αρνηθεί, επιμείνετε χωρίς όμως να ασκείτε πίεση. Θυμίστε στο άτομο ότι με τον καιρό και την κατάλληλη θεραπεία, θα αισθανθεί καλύτερα.

Πηγή:
Ενημερωτικό έντυπο της Μονάδας Υποστήριξης και Παρακολούθησης "Ψυχαργώς"

Σχιζοφρένεια: Μύθοι και πραγματικότητα

Μύθος: Τα άτομα με σχιζοφρένεια είναι συνήθως βίαια και επικίνδυνα.

Αλήθεια: Τα άτομα με σχιζοφρένεια δεν είναι συνήθως βίαια και επικίνδυνα.

Η πραγματικότητα για τη σχέση βίας και σχιζοφρένειας είναι πολύ διαφορετική από την εικόνα που αναπαράγουν τα στερεότυπα. Αποτελέσματα ερευνών έχουν δείξει ότι:

  • Η συντριπτική πλειοψηφία των ατόμων με ψυχική ασθένεια δε χρησιμοποιεί βία και γενικότερα τα άτομα με ψυχική ασθένεια δεν είναι περισσότερο επικίνδυνα αν συγκριθούν με τον υγιή πληθυσμό.
  • Τα άτομα με σχιζοφρένεια εμφανίζουν ελαφρά αυξημένους δείκτες στα εγκλήματα βίας. Η βία όμως που σχετίζεται με τη σχιζοφρένεια οφείλεται κυρίως στη μη λήψη των φαρμάκων ή στην ακαταλληλότητα της θεραπείας και στην έλλειψη στήριξης και αποδοχής.
  • Οι ασθενείς με σχιζοφρένεια που κάνουν κατάχρηση ουσιών και αλκοόλ διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για εκδήλωση βίαιης συμπεριφοράς.
  • Οι παραληρητικές ιδέες που το περιεχόμενό τους είναι απειλητικό για τη ζωή του ασθενή αυξάνουν τον κίνδυνο εκδήλωσης βίαιης συμπεριφοράς. Συνεπώς η κατάλληλη θεραπεία των παραληρητικών ιδεών μειώνει αισθητά τον παραπάνω κίνδυνο.
  • Η βίαιη συμπεριφορά των ατόμων με σχιζοφρένεια τις πιο πολλές φορές περιλαμβάνει βίαιες εκδηλώσεις που σχετίζονται με την επιβίωσή τους. Στην πραγματικότητα, τα άτομα με σχιζοφρένεια συνήθως δεν είναι θύτες, αλλά θύματα βίαιης συμπεριφοράς ή κακοποίησης.
  • Τα εγκλήματα βίας που διαπράττονται από τα άτομα με σχιζοφρένεια έχουν διαφορετικό κίνητρο και διαφορετικά θύματα σε σχέση με αυτά που διαπράττονται από τους λεγόμενους «υγιείς». Συνήθως, στα πρώτα θύματά τους περιλαμβάνονται άτομα του στενού οικογενειακού τους περιβάλλοντος και ακολουθούν τα πρόσωπα εξουσίας, όπως πολιτικοί, γιατροί ή δικαστές.
  • Ο μόνος τρόπος για να μειωθεί η εκδήλωση βίαιης και επικίνδυνης συμπεριφοράς στους ασθενείς με σχιζοφρένεια είναι η πρόσβαση σε θεραπευτικές υπηρεσίες, η λήψη της κατάλληλης φαρμακευτικής αγωγής και, γενικότερα, της θεραπείας καθώς και η παράλληλη μείωση του στίγματος και των διακρίσεων, που απογοητεύουν και αποθαρρύνουν όσους αναζητούν βοήθεια για τα προβλήματά τους.

Μύθος: Τα άτομα με σχιζοφρένεια έχουν διπλή προσωπικότητα ή διχασμένη προσωπικότητα.

Αλήθεια: Τα άτομα με σχιζοφρένεια δεν έχουν ούτε ‘διπλή’ ούτε "διχασμένη προσωπικότητα".

Αυτό συνήθως λέγεται γιατί τα άτομα με σχιζοφρένεια συχνά συμπεριφέρονται και λειτουργούν αντιφατικά. Υπάρχουν φορές, που άλλα λένε, άλλα εννοούν και άλλα κάνουν, κι ενώ αυτό μπορεί κάποιες στιγμές να συμβεί στον καθένα, στα άτομα με σχιζοφρένεια συμβαίνει συχνότερα. Γενικά, μπορούμε να πούμε ότι ένα άτομο που εκδηλώνει σχιζοφρένεια μας φαίνεται διαφορετικό επειδή επηρεάζεται η σκέψη και το συναίσθημα και όχι συνολικά η προσωπικότητά του.

Μύθος: Για τη σχιζοφρένεια ευθύνονται οι γονείς και το οικογενειακό περιβάλλον.

Αλήθεια: Η οικογένεια δεν ευθύνεται για την ανάπτυξη της σχιζοφρένειας.

Δεν υπάρχουν δεδομένα, που να αποδεικνύουν ότι το οικογενειακό περιβάλλον, η ελλιπής διαπαιδαγώγηση ή η κακή ανατροφή προκαλούν σχιζοφρένεια. Ενώ αντίθετα υπάρχουν ερευνητικά στοιχεία, που πιστοποιούν επαρκώς τα βιολογικά αίτια της νόσου. Χιλιάδες γονείς υποφέρουν από συναισθήματα ντροπής και ενοχής γιατί θεωρούν ότι πιθανόν αυτοί με τη συμπεριφορά τους προκάλεσαν αυτή την κατάσταση. Σήμερα, έχει αποδειχθεί ότι οι οικογενειακές σχέσεις μπορεί να μην ευθύνονται για τη γένεση της σχιζοφρένειας αλλά μπορεί να επηρεάσουν θετικά ή αρνητικά την εξέλιξή της. Επειδή το συναισθηματικό βάρος από τη σχιζοφρένεια είναι τεράστιο για τα μέλη των οικογενειών, αυτό που χρειάζονται είναι κατανόηση, συμπαράσταση και υποστήριξη και σε καμία περίπτωση απόρριψη και ενοχοποίηση.

Μύθος: Τα άτομα με σχιζοφρένεια έχουν νοητική στέρηση.

Αλήθεια: Σχιζοφρένεια και νοητική στέρηση είναι δύο διαφορετικές διαγνώσεις.

Η σχιζοφρένεια προσβάλλει άτομα ανεξάρτητα από το νοητικό τους επίπεδο. Ένα άτομο με νοητική στέρηση δε σημαίνει ότι έχει απαραίτητα κάποια άλλη ψυχική διαταραχή. Ούτε ότι ένα άτομο με σχιζοφρένεια, όταν εμφανίζει προβλήματα από τη σκέψη του, σημαίνει ότι έχει μειωμένη νοημοσύνη. Η σχιζοφρένεια και η νοητική στέρηση είναι δυο τελείως διαφορετικές καταστάσεις.

Μύθος:Τα άτομα με σχιζοφρένεια πρέπει να κλείνονται στο ψυχιατρείο.

Αλήθεια: Τα άτομα με σχιζοφρένεια πρέπει να νοσηλεύονται όταν και όσο το χρειάζονται πραγματικά.

Αυτό γίνεται, κυρίως, όταν κυριαρχούν τα οξέα συμπτώματα της νόσου που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν σε εξωτερική βάση. Η σχιζοφρένεια σήμερα μπορεί να αντιμετωπιστεί πιο αποτελεσματικά έξω από το ίδρυμα, στην κοινότητα. Εξάλλου, ο εγκλεισμός στο ίδρυμα στερεί τον ασθενή από τα κοινωνικά ερεθίσματα, τον οδηγεί στο περιθώριο και την κοινωνική απομόνωση και συμβάλλει έτσι στη διαιώνιση του στίγματος .

Μύθος: Οι άρρωστοι με σχιζοφρένεια δεν είναι ικανοί να πάρουν αποφάσεις για τη θεραπεία τους.

Αλήθεια: Οι περισσότεροι ασθενείς μπορούν αλλά και θέλουν να συμμετέχουν στις αποφάσεις που αφορούν τη θεραπεία τους.

Βέβαια η ικανότητά τους να λάβουν ανάλογες αποφάσεις δεν είναι πάντα η ίδια σε όλες τις φάσεις της ασθένειας. Υπάρχουν φάσεις όπως η έναρξη της νόσου ή οι υποτροπές όπου η ικανότητα αυτή περιορίζεται και άλλες φάσεις όπου ο ασθενής μπορεί να συμμετέχει ενεργά στη θεραπεία του. Οι έρευνες δείχνουν πως η συμμετοχή του ασθενή και της οικογένειάς του στη λήψη αποφάσεων, βοηθάει στην καλή συνεργασία με το γιατρό και τους θεραπευτές, βελτιώνει το τελικό αποτέλεσμα και ενισχύει τη «συμμόρφωση» στη θεραπεία.

Μύθος: Τα άτομα με σχιζοφρένεια δεν μπορούν να εργαστούν.

Αλήθεια: Τα άτομα με σχιζοφρένεια μπορούν να εργαστούν, ακόμη κι αν παρουσιάζουν συμπτώματα.

Οι περισσότερες μελέτες έχουν δείξει, ότι τα άτομα που πάσχουν από σοβαρές ψυχικές ασθένειες βελτιώνονται πολύ όταν εργάζονται και γενικά φαίνεται ότι η εργασία συμβάλλει στη θεραπεία. Η εργασία επιτρέπει στα άτομα με σχιζοφρένεια να έρχονται σε επαφή με ομάδες υγιών και αυξάνει τις πιθανότητες ανάπτυξης σχέσεων με τους άλλους.

Μύθος: Κανείς δεν θεραπεύεται από τη σχιζοφρένεια.

Αλήθεια: Κάθε ασθενής με σχιζοφρένεια έχει διαφορετική εξέλιξη. Η σχιζοφρένεια έχει πολλές μορφές με διαφορετικό τρόπο έναρξης, με διαφορετική πορεία και έκβαση και διαφορετική ανταπόκριση στη θεραπεία.

Η γενίκευση, ότι κανείς δε θεραπεύεται από τη σχιζοφρένεια που υπονοεί ότι η σχιζοφρένεια είναι σε όλες τις περιπτώσεις ανίατη νόσος, οδηγεί σε απελπισία και απόγνωση και τους ασθενείς και τους συγγενείς τους.

Μύθος: Η σχιζοφρένεια προκαλείται από κακά πνεύματα και μάγια.

Αλήθεια: Η σχιζοφρένεια δεν προκαλείται ούτε από κακά πνεύματα ούτε από μάγια. Παρόλα αυτά, σε πολλά μέρη του κόσμου αρκετοί άνθρωποι πιστεύουν, ότι η σχιζοφρένεια προκαλείται από τις ενέργειες κακών πνευμάτων ή την επίδραση μαγείας.

Οι μύθοι για τη σχιζοφρένεια δεν σταματούν όμως εδώ.

Είναι σημαντικό, λοιπόν, να γνωρίζουμε ότι:

  • Η σχιζοφρένεια δεν προκαλείται από κατάρες και από "κακό μάτι".
  • Η σχιζοφρένεια δεν είναι η τιμωρία του Θεού για τις αμαρτίες της οικογένειας.
  • Η σχιζοφρένεια δεν προκαλείται από έλλειψη θρησκευτικής πίστης.
  • Η σχιζοφρένεια δεν είναι το αποτέλεσμα ερωτικής απογοήτευσης.
  • Η σχιζοφρένεια δεν οφείλεται στην υπερβολική μελέτη.
  • Η σχιζοφρένεια δεν προκαλείται από τον αυνανισμό.
  • Η σχιζοφρένεια δεν είναι μεταδοτική.
Πηγή:
Ενημερωτικό έντυπο της Μονάδας Υποστήριξης και Παρακολούθησης "Ψυχαργώς"

Αυτοκτονικός ιδεασμός

Αυτοκτονικός ιδεασμός: Παράγοντες υψηλού κινδύνου και ενδείξεις

Τα περισσότερα άτομα δεν αυτοκτονούν, κατά την κοινή πεποίθηση, όταν είναι πολύ μελαγχολικά ή απομονωμένα. Συνηθέστερα, το σχέδιο αυτοκτονίας εκτελείται, τη χρονική περίοδο, που το άτομο δείχνει να έχει επανακτήσει τις δυνάμεις του, ψυχικές και σωματικές. Να είστε καχύποπτοι με περίεργα ξαφνικές αλλαγές της διάθεσης προς περισσότερη ευδιάθετη, χαλαρή ή κοινωνική στάση ενός ατόμου, που σας κάνει να υποψιάζεστε, ότι επιθυμεί να τερματίσει τη ζωή του. Ίσως αυτή η αλλαγή να είναι ακριβώς, όση «διάθεση» χρειάζεται το άτομο για να γίνει αυτόχειρας.

Η αυτοκτονία δεν προβλέπεται.
Η αυτοκτονία δεν είναι λύση αλλά αδιέξοδο.


Παράγοντες υψηλού κινδύνου

Αναγκαστική αλλαγή τρόπου ζωής
(π.χ. στράτευση, φοίτηση σε εκπαιδευτικό ίδρυμα μακριά από τον τόπο κατοικίας κ.α.)

Αποχωρισμός από οικεία πρόσωπα
(π.χ. ερωτικό σύντροφο, γονείς, φίλους κ.α.)

Χρήση ψυχοτρόπων ουσιών
(π.χ. αλκοόλ, ναρκωτικές ουσίες, υπνωτικά κ.α.)

Οικονομικά προβλήματα
(ειδικότερα η ξαφνική απώλεια οικονομικής ισχύος ή η μακρόχρονη οικονομική εξαθλίωση)

Προβλήματα στο κοινωνικό περιβάλλον
(π.χ. λόγω θανάτου, χωρισμού, δικαστικών διαμαχών κ.α.)

Θάνατος προσφιλούς προσώπου (χαμένο αίσθημα ελπίδας)


Ενδείξεις απόπειρας αυτοκτονίας

• Ακαδημαϊκή αποτυχία (κακή επίδοση)

• Ομολογία ύπαρξης αυτοκτονικού ιδεασμού ή έμμεση συζήτηση για αυτοκτονία

• Αποχωρισμός αγαπημένων αντικειμένων, σύνταξη διαθήκης, έκφραση επιθυμιών, που πρέπει να διευθετηθούν από άλλους

• Σημεία κατάθλιψης, αδυναμία άντλησης ευχαρίστησης, μελαγχολικό συναίσθημα, διαταραχές ύπνου, διαταραχές όρεξης, αίσθημα απελπισίας, υπερβολική ενοχή

• Αλλαγή συμπεριφοράς (μείωση της ακαδημαϊκής ή επαγγελματικής απόδοσης)

• Συμπεριφορές υψηλού κινδύνου (π.χ. οδήγηση με υπερβολική ταχύτητα και υπό την επήρεια αλκοόλ)

• Αυξημένη κατανάλωση αλκοολούχων ποτών ή χρήση τοξικών ουσιών

• Κοινωνική αποξένωση

• Ύπαρξη αυτοκτονικού σχεδίου

Πηγή:
Απόσπασμα από την ομιλία του Άγγελου Κουτουμάνου

Παρασκευή, 21 Μαΐου 2010

Διάγνωση της ΣΚΠ

Τα αρχικά συμπτώματα μπορεί να είναι ασαφή και να μπερδεύουν τόσο τους πάσχοντες όσο και το γιατρό τους. Είναι δύσκολο να εξηγήσουμε τα ακαθόριστα ή υποκειμενικά συμπτώματα, όπως για παράδειγμα την κούραση ή τις διαταραχές της όρασης και της αίσθησης.


Στην αρχή, είναι πιθανόν να μη μας δώσουν μεγάλη σημασία χαρακτηρίζοντάς μας “νευρωτικούς” ή “υποχόνδριους”. Ίσως ακόμη ο γιατρός να μη μας μιλήσει για ΣΚΠ, μετά την εμφάνιση των πρώτων συμπτωμάτων. Αυτό έχει κάποια λογική, γιατί τα συμπτώματά μας μπορεί να είναι κοινά με άλλων παθήσεων ή, ίσως, να μην εμφανιστούν ποτέ ξανά.

Η ειλικρίνεια μεταξύ γιατρού και ασθενούς είναι ο συνδετικός κρίκος μεταξύ τους.

Πολλοί πάσχοντες εκφράζουν ανακούφιση την ώρα της τελικής διάγνωσης, επειδή επιτέλους έμαθαν από τι ακριβώς πάσχουν. Είναι απαραίτητο να ακολουθήσουν συχνές επισκέψεις στο γιατρό, έτσι ώστε εμείς οι πάσχοντες και οι συγγενείς μας να μπορέσουμε να ενημερωθούμε, να βρούμε απαντήσεις στα ερωτήματά μας, να πάρουμε πληροφορίες και να δουλέψουμε με τα συναισθήματά μας.

ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ ΣΤΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Η στιγμή της διάγνωσης είναι δύσκολη και φέρνει απογοήτευση. Οι αντιδράσεις που προκαλεί μοιάζουν να ακολουθούν ένα μοτίβο : οι περισσότεροι πάσχοντες αναφέρουν ότι ένιωσαν άρνηση, θυμό, άγχος, κατάθλιψη, φόβο και ανασφάλεια, πριν καταφέρουν να αποδεχτούν τη διάγνωση. Η αντίδραση του καθενός δεν είναι ανάλογη τις περισσότερες φορές με τη βαρύτητα της κατάστασής του. Μπορεί κάποιος με ελαφριά μορφή της νόσου να καταρρακωθεί ψυχολογικά και κάποιος άλλος με βαριά ανικανότητα να είναι πολύ καλά συναισθηματικά.
Το να μοιραστεί με κάποιον ειδικό τα συναισθήματα και τις αντιδράσεις του όσον αφορά στην πάθησή του θα είναι, πιθανόν, μια θετική εμπειρία. Θα μπορούσε να τον οδηγήσει στο να αναπτύξει μια θετική προσέγγιση στο πρόβλημά του.
Είναι μεγάλη βοήθεια το να μιλήσουμε για την κατάσταση σε κάποιον έξω από το άμεσο οικογενειακό περιβάλλον μας, σε ανθρώπους αποστασιοποιημένους από το πρόβλημά μας, για να καταλάβουμε αυτές τις αλλαγές συναισθημάτων. Υπάρχουν οι φίλοι, ο οικογενειακός γιατρός, ο ψυχολόγος. Μπορούμε επίσης να τηλεφωνήσουμε στην Ελληνική Εταιρία για τη Σκλήρυνση Κατά Πλάκας και να μιλήσουμε με κάποιον, ακόμη και ανώνυμα.

Άρνηση
Μέχρι τώρα απολαμβάναμε την καλή μας υγεία και είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι μας έχει κατά κάποιο τρόπο προδώσει, ότι κάποιος μας την έχει αρπάξει. Είναι ευκολότερο να πιστέψουμε ότι ο γιατρός έσφαλε και να αναζητήσουμε άλλες ιατρικές γνώμες που πιθανολογούμε ότι θα αναστρέψουν τα δυσάρεστα νέα. Η άρνηση όμως της πραγματικότητας μόνον άγχος μπορεί να επιφέρει και να επιτείνει την απογοήτευση.
Σε μια χρόνια ασθένεια, όπως η ΣΚΠ, που παρουσιάζει εναλλαγή ώσεων και υφέσεων, είναι φυσικό να έχουμε και ανάλογες ψυχολογικές διακυμάνσεις αποδοχής και άρνησης της αρρώστιας και τότε ίσως χρειαζόμαστε τη βοήθεια ενός ειδικού ψυχοθεραπευτή.

Θυμός
Μπορεί να νιώσουμε έντονα την αδικία του “γιατί σε μένα; γιατί τώρα;”. Αυτά τα συναισθήματα μοιάζουν με αυτά που νιώθουμε, όταν κάποιος συγγενής ή φίλος πεθάνει, και μερικές φορές μας παίρνει πολύ χρόνο να καταλάβουμε τη σημασία τους. Όπως συμβαίνει με όλα τα άσχημα νέα, μια άμεση αντίδραση είναι να θελήσουμε να βρούμε κάποιον ή κάτι που έφταιξε γι΄ αυτό που μας έτυχε : τις τωρινές συνθήκες, το ότι δουλέψαμε πολύ σκληρά ή με άγχος, τις σχέσεις μας με τον εργοδότη μας, το σύζυγο ή τα παιδιά μας. Συμβαίνει δε συχνά να κατηγορούμε και τον εαυτό μας : “Μου άξιζε αυτό που έπαθα… ίσως εγώ να το προκάλεσα”. Ο θυμός που απευθύνεται στους γύρω μας ή τον εαυτό μας είναι επώδυνος και καταστροφικός. Αν κρατήσει πολύ καιρό, τότε απομονώνει τους ανθρώπους.
Όλα όμως είναι απόλυτα φυσιολογικές αντιδράσεις. Όλοι μας υποφέρουμε με κάποιο τρόπο και μερικοί από μας αντιδρούν εντονότερα από τους άλλους. Είναι ανάγκη λοιπόν να δώσουμε στον εαυτό μας και στα αγαπημένα μας πρόσωπα το χρόνο να στενοχωρηθούμε για την κατάσταση της υγείας μας, αλλά και την ευκαιρία να εκφράσουμε ανοιχτά τα συναισθήματα, τους φόβους και τις αμφιβολίες μας.
Υπάρχουν συμπτώματα ακαθόριστα, όπως π.χ. η κούραση και η μελαγχολία, που εμφανίζονται ξαφνικά και χωρίς να υπάρχει καμία αιτία. Αυτό μπορεί να προκαλέσει απογοήτευση και μπέρδεμα, ακόμη και ενοχές, επειδή δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε στο ρυθμό που μέχρι τώρα ξέραμε. Αυτά τα συναισθήματα πρέπει να εκφραστούν, ώστε να μη μας παρεξηγήσουν και μας χαρακτηρίσουν νωθρούς ή νευρωτικούς.

Άγχος
Όλο το άγνωστο που περιβάλλει τη διάγνωση και την πρόγνωση της ΣΚΠ είναι λογικό να προκαλέσει στον πάσχοντα τεράστιο άγχος. Η αναζήτηση του τρόπου καθησυχασμού μπορεί να τον απορροφήσει πλήρως.
Η γνώση, όμως, όσον αφορά στην πάθηση, η σαφής διάγνωση και ο γιατρός θα βοηθήσουν τον πάσχοντα να αποδεχθεί τη νέα κατάσταση και να την αντιμετωπίσει.

Κατάθλιψη
Όταν οι άνθρωποι αντιληφθούν ότι η ΣΚΠ μπορεί να έχει σημαντικό αντίκτυπο στη ζωή τους και στα μελλοντικά τους σχέδια, τότε είναι εύλογο να νιώσουν σε κάποιο βαθμό λύπη, απογοήτευση και απαισιοδοξία.
Η κατάθλιψη μπορεί να είναι εξουθενωτική και να απαιτεί παρέμβαση από ειδικό ψυχίατρο γιατι στις περισσότερες φορές οφείλεται στις πλάκες που προκαλεί η νόσος στον εγκέφαλο.

Φόβος και ανασφάλεια
Όταν ένας άνθρωπος έχει τέτοια συναισθήματα, είναι πιθανόν να πάρει λάθος αποφάσεις ή να γίνει άθελά του ευάλωτος σε πληροφορήσεις και πιέσεις από τρίτους, άσχετα από το αν είναι καλοπροαίρετες.
Πρέπει να βρει κάποιον που να εμπιστεύεται απόλυτα και στον οποίο να μπορεί να εκμυστηρευτεί όλες του τις αγωνίες, ώστε αυτός να μπορέσει να τον βοηθήσει να καταλάβει τους φόβους του και να τους ξεπεράσει.

Παραδοχή και προσαρμογή
Όταν τα παραπάνω συναισθήματα καταλαγιάσουν, αρχίζει κανείς να παραδέχεται την καινούργια κατάσταση και να προσαρμόζει ανάλογα τη ζωή του. Τότε νιώθει πιο σίγουρος για τον εαυτό του και πιο ικανός να αντεπεξέλθει στις όποιες δυσκολίες. Μπορεί να περάσει μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρις ότου αποδεχτεί ειλικρινά την ανεπιθύμητη πραγματικότητα της πάθησης. Ίσως χρειαστούν και χρόνια μέχρι να τα καταφέρει. Ακόμα κι όταν πιστέψει ότι δέχτηκε τη νέα πραγματικότητα, μικρές κρίσεις μπορούν να τον πισωγυρίσουν ψυχολογικά.

Η αντίδραση κάθε ανθρώπου εξαρτάται και από τις προηγούμενες εμπειρίες της δουλειάς του και της ζωής του, από το είδος της δουλειάς που κάνει και από το αν μπορεί ν΄ αλλάξει επάγγελμα, όταν και εφόσον χρειαστεί. Η προσωπικότητα και η εικόνα που θέλει να δείξει κάποιος προς τα έξω, καθώς και η συμπαράσταση της οικογένειας και του κοινωνικού του περιβάλλοντος, παίζουν σημαντικό ρόλο στην προσαρμογή.
Προσαρμογή στη σκλήρυνση κατά πλάκας σημαίνει χρυσή τομή ανάμεσα στα δύο άκρα : “καταθέτω τα όπλα” και “αρνούμαι να παραδεχτώ την πραγματικότητα”. Αυτή η χρυσή τομή μας δίνει την εσωτερική δύναμη να παραδεχτούμε την πραγματικότητα κι έτσι, αφενός να δεχτούμε τους περιορισμούς και, αφετέρου, να τους αντικαταστήσουμε με καινούργιες δυνατότητες που θα δώσουν σκοπό και νόημα στη ζωή μας.

ΘΕΣΗ ΖΩΗΣ

Το πιο πιθανό είναι ότι τα συμπτώματα της πάθησης δεν θα μας επιτρέψουν να συνεχίσουμε τον ίδιο τρόπο ζωής ή να κάνουμε όλα όσα κάναμε προηγουμένως. Είναι φυσικό λοιπόν να πονέσουμε και να θρηνήσουμε την απώλεια αυτών των ικανοτήτων και ίσως χρειαστούμε κάποιο χρόνο για να καταφέρουμε να το ξεπεράσουμε.

Παρόλα αυτά, ΑΣ ΣΚΕΦΤΟΜΑΣΤΕ ΘΕΤΙΚΑ, όσο πιο πολύ μπορούμε!!

Για καθετί που δεν μπορούμε να κάνουμε υπάρχει κάτι καινούργιο που μπορούμε ν΄ αρχίσουμε. Αυτό βέβαια προϋποθέτει μεγάλη προσπάθεια, αποφασιστικότητα και κουράγιο, είναι όμως απαραίτητα στοιχεία για να μπορέσουμε να εστιάσουμε την προσοχή μας στις ικανότητές μας παρά στις αδυναμίες μας. Μπορεί ακόμη να χρειαστεί να επαναπροσδιορίσουμε τις προτεραιότητές μας και, με κάποιο τρόπο, να ορίσουμε εκ νέου τις δυνατότητες και τα ενδιαφέροντά μας.

Όταν έχουμε θέληση για αναπροσαρμογή και εκμεταλλευόμαστε τις ικανότητες και τις δυνατότητές μας στο ανώτερο δυνατόν επίπεδο, βρίσκουμε αυτή την ψυχική ηρεμία που μας βοηθάει να διατηρούμε την υγεία μας και να αισθανόμαστε ψυχική ευεξία. Είναι προτιμότερο να κατορθώσουμε αυτό που μπορούμε, παρά ν΄ αποτύχουμε σ΄ αυτό που δεν μπορούμε.

Ας μην ξεχνάμε : το να ζητήσουμε βοήθεια από έναν κοινωνικό λειτουργό, ψυχολόγο ή ψυχίατρο δε σημαίνει ότι είμαστε ανεπαρκείς. Είναι ένα θετικό βήμα για να δεχτούμε ότι η ΣΚΠ είναι μια σύνθετη και συνεχής πρόκληση για πολλούς ανθρώπους.

Πέμπτη, 20 Μαΐου 2010

Κακοποίηση γυναικών από το σύζυγο

«Κακοποίηση γυναικών από το σύζυγο: Το πρόβλημα του
συζυγικού βιασμού»
Παπαδομαρκάκη Ελένη, Ψυχολόγος
«Στο γάμο, ο πιο αδύναμος, ο πιο ανόητος, ο πιο ασήμαντος άνδρας στον κόσμο, λαμβάνει το
δικαίωμα να βιάζει, να χτυπά.»
Virginia Woolf
Ο συζυγικός βιασμός υπάγεται στο γενικότερο πλαίσιο της κακοποίησης
γυναικών. Με τον όρο αυτό αναφέρεται η άσκηση σωματικής, ψυχικής, ή και
σεξουαλικής βίας σε μία γυναίκα από το σύζυγο, ή τον ερωτικό σύντροφο της, νυν
ή πρώην, με στόχο την επιβολή ελέγχου (ΚΕΘΙ, 2000).
Στην εποχή μας, το πρόβλημα αυτό βρίσκεται σε έξαρση και έχει πάρει
παγκόσμιες διαστάσεις. Σίγουρα, όμως, δεν προέκυψε τα τελευταία χρόνια. Σε όλες
σχεδόν τις ανθρώπινες κοινωνίες, από πολύ παλιά, η γυναίκα βρισκόταν κάτω από
το ζυγό του άνδρα, που μέσα από το θεσμό του γάμου, μπορούσε να έχει το
αναμφισβήτητο δικαίωμα να διαπράττει κάθε είδους βιαιότητα, καθιστώντας τη
σύζυγο, θύμα, με την άσκηση πάνω της κάθε βαναυσότητας, χωρίς να διατρέχει
τον κίνδυνο να κατηγορηθεί και να διωχθεί ποινικά (Walker, 1989).
Πριν από τη δεκαετία του 1970, ο συζυγικός βιασμός ήταν έννοια ακατανόητη
και ουσιαστικά ανύπαρκτη. Ο νόμος, σε καμία χώρα, δεν τον αναγνώριζε ως
ποινικό αδίκημα, αλλά και τα ίδια τα θύματα, τις περισσότερες φορές, δεν
συνειδητοποιούσαν ότι κάτι τέτοιο πράγματι τους συνέβαινε. «Βιασμός από το
σύζυγο; Σχήμα οξύμωρο». Μετά το 1970, όμως, κάποια μέλη του Γυναικείου
Κινήματος έφεραν στο προσκήνιο το πρόβλημα αυτό και αύξησαν την ευαισθησία
των γυναικών και της κοινωνίας, στο σύνολό της, τόσο για τη σωματική, όσο και
την σεξουαλική συζυγική κακοποίηση (Bergen, 1999. Gelles, 1980).
Μια υπόθεση συζυγικού βιασμού που είδε το φως της δημοσιότητας ήταν
εκείνη της Lorena Bobbit, τον Ιούνιο του 1993, στη Virginia των Η.Π.Α. . Η Lorena
αποφάσισε να τιμωρήσει τον άνδρα της, John, για τα χρόνια της σεξουαλικής
κακοποίησης που είχε βιώσει μαζί του, κόβοντας το πέος του, ενώ αυτός κοιμόταν.
Η ίδια κατηγορήθηκε για την πράξη της αυτή, αλλά στη συνέχεια αθωώθηκε με την
αιτιολογία του ακαταλόγιστου και υποχρεώθηκε να περάσει ένα σύντομο χρονικό
διάστημα σε μία ψυχιατρική κλινική (Bergen, 1999. ΒΗΜΑGAZINO, 23.2.2003).
Σύμφωνα με στοιχεία της Διεθνούς Αμνηστίας και πηγών από το internet1, οι
χώρες στις οποίες ο συζυγικός βιασμός ποινικοποιείται, είναι η Γερμανία, η Μεγάλη
Βρετανία, η Ιταλία, η Γαλλία, η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Φιλανδία, η Δανία, η
Νορβηγία, η Σουηδία, η Αυστραλία, ο Καναδάς, οι Η.Π.Α. (το 1993 και στις 50
πολιτείες), η Νέα Ζηλανδία, η Πολωνία και η Ιαπωνία. Αντίθετα, σε χώρες όπως η
Νιγηρία, η Αίγυπτος, η Ινδία και το Πακιστάν, ο βιασμός στο γάμο δεν θεωρείται
έγκλημα και η γυναίκα αντιμετωπίζεται ως περιουσία του ανδρός της.
Στην Ελλάδα, μέχρι σήμερα, ο νομοθέτης αναγνωρίζει το δικαίωμα του
συζύγου στη σεξουαλική επαφή, ακόμα και με βίαιο τρόπο και χωρίς τη
συγκατάθεση της συζύγου του (Τσιγκρής, 1996).
Δυστυχώς, αυτή τη στιγμή στον ελλαδικό χώρο, παρατηρείται παντελής
έλλειψη έρευνας και ανεπάρκεια στατιστικής πληροφόρησης σχετικά με το συζυγικό
βιασμό, ενώ ένας μεγάλος αριθμός από πληροφορίες, λόγω της φύσης του
προβλήματος και της μειωμένης συνειδητοποίησής του, παραμένει άγνωστος και
σκοτεινός. Γι΄ αυτό, οποιαδήποτε σχετικά στοιχεία κατατίθενται στην παρούσα
βιβλιογραφική έρευνα, προέρχονται από μελέτες του εξωτερικού.
i. Τι είναι.
Ο συζυγικός βιασμός (marital rape) ορίζεται ως ο καταναγκασμός για τη
συμμετοχή στη σεξουαλική διαδικασία, καθώς για την υιοθέτηση τρόπων
σεξουαλικής συμπεριφοράς, όχι μόνο μη αποδεκτών, αλλά και απωθητικών για τη
γυναίκα (Σαμαρτζή, 1996). Πρόκειται για κάθε ανεπιθύμητη συνουσία ή διείσδυση
που γίνεται με την επιβολή βίας ή απειλής βίας, ή όταν η σύζυγος είναι ανίκανη να
συναινέσει σε αυτήν (Bergen, 1996. Russell, 1990).
Ο βιασμός στο γάμο είναι η κυρίαρχη, η χείριστη μορφή σεξουαλικής
κακοποίησης. Κατά τους Finkelhor και Yllο (1995) πρόκειται για μία πράξη
τρομαχτική και κτηνώδη και συνήθως λαμβάνει χώρα στα πλαίσια μίας βίαιης και
καταστρεπτικής σχέσης. Είναι λάθος να πιστεύει κανείς ότι σχετίζεται με την
ερωτική πράξη. Στην πραγματικότητα, έχει να κάνει με τον εξευτελισμό, την
υποβίβαση, το θυμό και την μνησικακία. Ο συζυγικός βιασμός δεν είναι εκδήλωση
πάθους, αλλά δύναμης (Bart, 1975 2).
Ο συζυγικός βιασμός συχνά συνοδεύεται από οργή και ζήλια του δράστη για το
θύμα (λόγω υποψίας ότι συνουσιάζεται με τον οποιονδήποτε), κριτική για την
ερωτική του συμπεριφορά, αλλά και χυδαία διακωμώδηση της γυναικείας φύσης.
1 http://www.raperesponseservices.com/Information.htm (09/02/2003)
http://www.amnesty.gr (12/02/20003)
2 Παραπομπή από Gelles, 1977.
2
Ο όρος αυτός καλύπτει, εκτός από παντρεμένα, και ζευγάρια χωρισμένα ή
διαζευγμένα. Μαζί με το «βιασμό του ραντεβού» (date rape) αναφέρονται συχνά ως
«κρυμμένοι βιασμοί» (Parrot & Bechholder, 1994, Warshaw, 1988 3) καθώς είναι
λιγότερο πιθανό να ληφθούν σοβαρά υπ’ όψιν και να καταγγελθούν, αλλά και όταν
καταγγέλλονται, σπάνια οι δράστες οδηγούνται στη φυλακή.
Μερικοί ερευνητές (Johnson & Sigler, 1997 4) υποστηρίζουν ότι ο συζυγικός
βιασμός είναι «απλώς μία προέκταση της ενδοοικογενειακής βίας». Ο Gelles (1997)
πρεσβεύει ότι το φαινόμενο αυτό δεν απαντάται ποτέ μόνο του, αλλά συνοδεύεται
από άλλες μορφές βίας. Η Browne (1987) θεωρεί ότι η σεξουαλική επίθεση είναι η
τελευταία πράξη μιας σειράς επεισοδίων κακοποίησης, ιδίως σωματικής και
λεκτικής.
Ο βιασμός στα πλαίσια του γάμου δεν είναι μία πράξη που συμβαίνει μία και
μόνο φορά. Συνήθως, επαναλαμβάνεται πολύ συχνά και διαρκεί χρόνια
(Dowdeswell, 1986).
ii. Επιδημιολογία.
Ο συζυγικός βιασμός μπορεί να συμβεί σε όλους τους γάμους, ανεξαρτήτως
ηλικίας, κοινωνικής τάξης, φυλής ή εθνικότητας (Finkelhor & Yllo, 1995).
Ακριβώς πόσες γυναίκες υφίστανται σεξουαλική κακοποίηση και βιασμό από
τους άνδρες τους είναι δύσκολο να καθορίσει κανείς σε εθνικό ή παγκόσμιο
επίπεδο. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, επειδή είναι μάλλον σπάνιο να αναφέρουν
το βιασμό τους, τα ποσοστά είναι υψηλότερα από αυτά που απεικονίζουν οι
διάφορες έρευνες και τα στοιχεία της αστυνομίας.
Στην Ελλάδα, δεν έχει γίνει μέχρι στιγμής κάποια έρευνα επάνω στο συζυγικό
βιασμό. Τα δεδομένα που έχουμε στα χέρια μας προέρχονται από αντίστοιχες
μελέτες σε διάφορες πολιτείες της Αμερικής.
Η Russell (1990) πήρε συνέντευξη από τυχαίο δείγμα 930 γυναικών, ηλικίας
από 18 ετών και πάνω, στο San Francisco των Η.Π.Α., και βρήκε ότι το πιο συχνό
είδος σεξουαλικής επίθεσης που αναφέρθηκε ήταν ο συζυγικός βιασμός, με
ποσοστό 8%, σε αντίθεση με ένα 3%, που είχε υποστεί βιασμό από έναν άγνωστο.
Οι αριθμοί αυτοί είχαν υπολογιστεί για όλες τις γυναίκες του δείγματος, ακόμη και
για εκείνες που ήταν ανύπαντρες. Αν υπολογίσουμε μόνο αυτές που είχαν
παντρευτεί (644), το 14% είχε υποστεί βιασμό ή απόπειρα βιασμού από σύζυγο,
πρώην ή νυν !
3 Παραπομπή από Monson & Langhinrichsen-Rolhling, 1998.
4 Παραπομπή από Bergen, 1999.
3
Σε παρόμοια αποτελέσματα είχαν καταλήξει οι Finkelhor & Yllo (1985), οι
οποίοι διεξήγαγαν έρευνα πάνω σε 326 γυναίκες στη Βοστόνη των Η.Π.Α. . Αυτοί
βρήκαν ότι το 10% των παντρεμένων γυναικών ανέφερε σεξουαλική επίθεση από
το σύζυγο, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό από άγνωστο ήταν 3%.5
O συζυγικός βιασμός είναι πιο πιθανό να συμβεί σε διαζευγμένα ή χωρισμένα
ζευγάρια, δηλαδή στο τέλος του έγγαμου βίου (Dobash & Dobash, 1992, Finkelhor
& Yllo, 1983, Kurz, 1997 6. Russell, 1990). Τις περισσότερες φορές, παρουσιάζεται
σε σχέσεις με επαναλαμβανόμενες διαφωνίες σχετικά με τα οικονομικά, τους
φίλους, τα παιδιά, το αλκοόλ και τα ναρκωτικά, καθώς και τη συζυγική βία (Bowker,
1983).
H σεξουαλική βία έχει πιο πολλές πιθανότητες να ασκηθεί σε γυναίκες που
βιώνουν και άλλες μορφές συζυγικής κακοποίησης, ιδίως σωματική (Browne, 1993,
Frieze, 1983 7. Shields & Hanneke, 1983). Στοιχεία που αυξάνουν τον κίνδυνο
βιασμού είναι (Bergen, 1999): κάποια ασθένεια (ιδίως όταν η γυναίκα βρίσκεται στο
στάδιο της ανάρρωσης), ή αναπηρία (μόνιμη ή προσωρινή) (Campbell & Alford,
1989), μία εγκυμοσύνη (Bergen, 1996. Browne, 1993. Campbell, 1989) και μία
μακρά περίοδος χωρίς καμία σεξουαλική δραστηριότητα (Μahoney & Williams,
1998). Επιπλέον, γυναίκες που επανειλημμένα έχουν προσπαθήσει να
εγκαταλείψουν το σύζυγό τους βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο να κακοποιηθούν
σεξουαλικά (Finkelhor & Yllo, 1980).
iii. Τύποι / Μορφές Συζυγικού Βιασμού.
Οι Finkelhor και Yllo (1995) διακρίνουν τρεις τύπους βιασμού στα πλαίσια του
γάμου:
1. Βιασμός συνοδευόμενος από σωματική κακοποίηση (Battering Rape):
Σύμφωνα με τις Bergen (1996) και Walker (1984), πρόκειται για την πιο
συχνή μορφή συζυγικού βιασμού. Στην περίπτωση αυτή, η σεξουαλική βία είναι μία
έκφανση της γενικότερης κακοποίησης. Οι δράστες αυτής της κατηγορίας επίσης
χτυπούν, βρίζουν, εξευτελίζουν και καταπιέζουν τις γυναίκες τους. Στόχος τους
είναι η απόκτηση ελέγχου και επιβολής, και όχι η ικανοποίηση των σεξουαλικών
τους αναγκών.
Όταν ο βιασμός συνοδεύει ένα επεισόδιο σωματικής κακοποίησης, υπάρχουν
δύο ενδεχόμενα: πρώτον, ο ξυλοδαρμός να συνεχίζεται κατά τη διάρκεια της
συνουσίας, και, δεύτερον, οι θύτες έχοντας τελειώσει με την κακοποίηση, να
5Finkelhor, D. & Yllo, K. (1985). Licence to Rape: Sexual Abuse of Wives. New York: Holt, Rinehart
& Winston.
6 Παραπομπή από Bergen, 1999.
7 Παραπομπή από Davidson & Moore, 1992.
Τα παραπάνω δεδομένα έχουν παραπεμφθεί από τους Davidson & Moore (1991). Για περισσότερες
πληροφορίες σχετικά με την έρευνα των Finkelhor & Yllo (1985), μπορεί κανείς να ανατρέξει στο:
4
θελήσουν να «επανορθώσουν» με λίγο σεξ. Οι γυναίκες, όμως, όντας εξαντλημένες
από τον πόνο, δεν θέλουν να τις αγγίζουν. Τότε, οι άνδρες τους ή τις βιάζουν ή τις
απειλούν ότι αν δεν ανταποκριθούν στο ερωτικό κάλεσμα, θα υποστούν περαιτέρω
κακοποίηση.
Το είδος αυτό βιασμού περιλαμβάνει συχνά πρωκτική διείσδυση, διείσδυση
αντικειμένων, σοβαρότατη κακοποίηση των γενετικών οργάνων της γυναίκας, σεξ
με φίλους του συζύγου ή με τον ίδιο υπό την παρουσία τρίτων, πολύ συχνά των
παιδιών τους.
2. Βιασμός χωρίς σωματική κακοποίηση (Nonbattering Rape / Force - Only Rape):
Στην περίπτωση αυτή, ο θύτης χρησιμοποιεί τόση δύναμη, όση είναι αρκετή
για να εξαναγκάσει τη γυναίκα να κάνει σεξ μαζί του. Ο βιασμός συμβαίνει σαν
«απάντηση» σε επαναλαμβανόμενους καυγάδες ή διαφωνίες σχετικά με τη
συχνότητα και τον τύπο της σεξουαλικής πράξης. Στόχος του δράστη είναι η
συνουσία και όχι η κακοποίηση της συζύγου.
Αυτό το είδος βιασμού δεν είναι απαραίτητα λιγότερο εξευτελιστικό και
τρομαχτικό από τα άλλα, απλώς περιλαμβάνει την άσκηση πρόσθετης βίας
λιγότερο συχνά.
3. Βιασμός λόγω εμμονής με το σεξ και σαδιστικών τάσεων (Obsessive / Sadistic
Rape):
Οι δράστες αυτής της κατηγορίας έχουν εμμονή με το σεξ. Πολλές φορές,
ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για πορνογραφικό υλικό, όχι μόνο να το διαβάζουν ή να το
βλέπουν, αλλά και να το αναπαραγάγουν, συνήθως βγάζοντας γυμνές
φωτογραφίες τις γυναίκες τους. Άλλοι έχουν διαστροφές με αντικείμενο αυτές, π.χ. :
μπορεί να τους αρέσει να τους επιτίθενται ξαφνικά, σε μία ανύποπτη στιγμή και να
τις βιάζουν (να «παίζουν», δηλαδή, «το βιαστή»). Ο τρόμος των θυμάτων τους
αυξάνει τη διέγερσή τους. Οι γυναίκες αντιμετωπίζονται σαν σεξουαλικά
αντικείμενα, που ρόλος τους είναι η ικανοποίηση των γενετήσιων αναγκών των
συζύγων. Ο εξευτελισμός τους είναι βασική προϋπόθεση, ώστε να μπορέσουν να
ευχαριστηθούν αυτοί το σεξ. Συχνά, οι δράστες αυτοί έχουν ιστορικό σεξουαλικών
προβλημάτων, όπως δυσκολίες στη στύση, ή ενοχές για παρελθούσες
ομοφυλοφιλικές σεξουαλικές εμπειρίες.
Οι Finkelhor και Yllo (1985), Russell (1990) και Bergen (1996) πιστεύουν ότι
υπάρχουν και άλλοι τύποι συζυγικού βιασμού. Η σεξουαλική βία ενδέχεται να πάρει
διάφορες μορφές στην πορεία μίας σχέσης.
iv. Αίτια.
5
Το «γιατί» του συζυγικού βιασμού είναι μία ερώτηση, χωρίς ιδιαίτερα
ικανοποιητική απάντηση. Η παρούσα βιβλιογραφία δεν έχει, μέχρι στιγμής, καλύψει
επαρκώς το θέμα αυτό.
«Γιατί οι άνδρες βιάζουν τις γυναίκες τους;»
Σύμφωνα με τη Russell (1990), οι λόγοι για τους οποίους ένας σύζυγος
κακοποιεί σεξουαλικά τη γυναίκα του είναι οι εξής τρεις: α) ο θυμός, β) η ανάγκη
επιβολής δύναμης και, γ) ο σαδισμός.
Η Bergen (1996) αναφέρει τρεις άλλες αιτίες του βιασμού στα πλαίσια του
γάμου. Πρώτον, θεωρεί ότι πολλοί άνδρες πιστεύουν ότι το σεξ είναι ένα
αναμφισβήτητο δικαίωμα τους και μία απαραίτητη υποχρέωση των συζύγων τους.
Το «όχι» σαν απάντηση στη σεξουαλική πράξη είναι δύσκολο να γίνει κατανοητό
και ανεκτό από τη στιγμή που έχουν ανταλλάξει όρκους αιώνιας πίστης.
Αισθάνονται ότι τα σώματα των γυναικών τους τούς ανήκουν και γι΄ αυτό δεν
θεωρούν το σεξ υπό το κράτος πίεσης ως βιασμό. «Είναι η γυναίκα μου. Πως θα
μπορούσα να βιάσω την ίδια μου τη γυναίκα;» (Finkelhor & Yllo, 1995. Walker,
1984).
Δεύτερον, πολλοί δράστες χρησιμοποιούν το βιασμό σαν μία μορφή τιμωρίας.
Κακοποιούν τις γυναίκες τους, επιδιώκοντας να τους δώσουν ένα «μάθημα» για
κάτι που - σύμφωνα με τους ίδιους - έκαναν, ή δεν έκαναν.
Και, τρίτον, ο βιασμός της συζύγου μπορεί να αποσκοπεί στην απόκτηση
ελέγχου πάνω της. Χαρακτηριστικά, η Bergen, σε έρευνα που διεξήγαγε το 1996
συνάντησε αρκετές περιπτώσεις γυναικών, τις οποίες οι άνδρες τους βιάζουν με
σκοπό να τις αφήσουν έγκυες, έτσι ώστε να μην μπορούν, λόγω των παιδιών,
εύκολα να τους εγκαταλείψουν.
Ο Gelles (1997) συμπληρώνει τα παραπάνω με ένα άλλο σενάριο σχετικά με
το συζυγικό βιασμό. Αυτός θεωρεί ότι ίσως να είναι και αποτέλεσμα ελλιπών
επικοινωνιακών δεξιοτήτων του συζύγου, καθώς και μίας αδυναμίας του να
συνδιαλεχθεί με ίσους όρους με τη γυναίκα του. Επιπλέον, ο θύτης ενδεχομένως
χρησιμοποιεί το βιασμό σαν μέσο για να αποδείξει σ΄ αυτήν την ανωτερότητά του,
παρά το γεγονός ότι μπορεί να έχει, για παράδειγμα, φτωχή μόρφωση ή να είναι
άνεργος. Γι’ αυτό το λόγο, επιδεικνύει σωματική δύναμη. Ο Lederer (Martin,1981)
υποστηρίζει ότι οι άνδρες που κακοποιούν τις γυναίκες τους δεν ανέχονται να είναι
αυτές ανώτερες τους και να αισθάνονται ισάξιες με εκείνους.
«Γιατί οι γυναίκες συναινούν στο βιασμό τους;»
6
Είναι πιθανόν η πλειοψηφία των γυναικών που εξαναγκάζονται να κάνουν σεξ
με το σύντροφό τους, να μην αντιλαμβάνονται αυτή την άσκηση πίεσης ως βιασμό.
Οι περισσότερες από αυτές θεωρούν το βιασμό σαν κάτι που μπορεί να συμβεί
μόνο μεταξύ ξένων. Οι σύζυγοι που υφίστανται κακοποίηση, θέτουν πολλές
δικαιολογίες προκειμένου να αποφύγουν να αντιμετωπίσουν τη σκληρή
πραγματικότητα ενός μαρτυρικού γάμου. Κάποιες γυναίκες είναι τόσο εξαρτημένες
οικονομικά και συναισθηματικά από τους συζύγους τους, ώστε το να τους
θεωρήσουν βιαστές και να συνεχίσουν να ζουν μαζί τους, θα ήταν πολύ οδυνηρό
(Bergen, 1996. Finkelhor & Yllo, 1980. Gelles, 1977, 1979. Russell, 1975, 1990).
Άλλες αποδέχονται το βιασμό γιατί πιστεύουν ότι συμβαίνει σε όλες τις
γυναίκες. Λόγω, λοιπόν, του ότι είναι απομονωμένες κοινωνικά, δεν έχουν
συναίσθηση των διαστροφικών σεξουαλικών τους σχέσεων.
Σε άλλες περιπτώσεις, τα θύματα οδηγούνται στη συναίνεση από φόβο ότι, αν
αντιδράσουν, θα κακοποιηθούν και σωματικά – σύμφωνα με τις ίδιες, οι άνδρες
τους είναι πολύ πιο ισχυροί και, γι’ αυτό, οποιαδήποτε προσπάθεια αντίστασης θα
ήταν μάταιη.
Τέλος, κάποιοι άλλοι λόγοι για τους οποίους αποδέχονται την σεξουαλική
πράξη, ακούσια, είναι ο φόβος μην πληγώσουν το σύντροφό τους, ή μην τις
απατήσει με μία άλλη γυναίκα (Finkelhor & Yllo, 1980. Gelles, 1977. Walker, 1981.
Γουλιάρου, 1991).
v. Μύθοι γύρω από το συζυγικό βιασμό.
Υπάρχουν αρκετές λανθασμένες απόψεις σχετικά με το συζυγικό βιασμό που
οφείλονται στην έλλειψη γνώσης και ενημέρωσης για το θέμα. Αυτοί οι μύθοι
αποτελούν μία υπεραπλουστευμένη εξήγηση, ενός πολύ περίπλοκου φαινομένου,
και αποσκοπούν στο να καθησυχάσουν τους ανθρώπους, υπονοώντας ότι η
άσκηση βίας συμβαίνει μόνο σε συγκεκριμένα είδη ανθρώπων και κάτω από
συγκεκριμένες συνθήκες. Πολλά θύματα βίας γίνονται θύματα των μύθων αυτών,
πράγμα που τα καθιστά ανίκανα να ζητήσουν βοήθεια και να απομακρυνθούν από
το βίαιο περιβάλλον τους.
Οι πιο γνωστοί μύθοι σχετικά με το συζυγικό βιασμό είναι οι εξής:
1. «Ο συζυγικός βιασμός δεν είναι συχνό φαινόμενο, οπότε δεν χρειάζεται να του
δοθεί ειδική νομική προσοχή».
Ο βιασμός από το σύζυγο αποτελεί ένα συχνό, αλλά σπάνια αναφερόμενο
έγκλημα. Πρόκειται για μία από τις πιο συνηθισμένες μορφές βιασμού. Αυτό το
αποδεικνύουν ερευνητικά δεδομένα (Amir, 1971. Bart, 1975. Bachman & Saltzman,
7
1995. Finkelhor & Yllo, 1985. Randall & Haskell, 1995. Russell, 1990 8) που
δείχνουν ότι το ποσοστό των γυναικών που υφίσταται σεξουαλική κακοποίηση από
κάποιο οικείο ή συγγενές πρόσωπο είναι πολύ μεγαλύτερο από το αντίστοιχο
ποσοστό που έχει πέσει θύμα βιασμού από έναν άγνωστο. Δυστυχώς, όμως, για
πολλούς λόγους που θα αναφερθούν παρακάτω, σπάνια καταγγέλλεται, εφόσον,
πάντα, το νομικό σύστημα τον αναγνωρίσει ως τέτοιον.
2. «Ο συζυγικός βιασμός δεν είναι τόσο σοβαρός, όσο ο βιασμός από έναν ξένο -
είναι απλά μία κατάσταση κατά την οποία η γυναίκα δεν έχει διάθεση για σεξ και ο
άνδρας της επιμένει».
Πολλές έρευνες έχουν αποδείξει ότι ο συζυγικός βιασμός έχει πολλές
μακροπρόθεσμες αρνητικές συνέπειες, περισσότερες ακόμα από τις αντίστοιχες
ενός βιασμού από έναν ξένο (Doron, 1980, Frieze, 1980, Gelles, 1977, Russell,
1975 9). Ο λόγος, για τον οποίο, ο πρώτος μπορεί να προκαλέσει μεγαλύτερο
τραυματισμό στη γυναίκα, απ’ ότι άλλες μορφές σεξουαλικής βίας, είναι, επειδή η
εμπειρία της κακοποίησης από ένα πρόσωπο που νόμιζε ότι τη φρόντιζε και την
αγαπούσε, μπορεί να καταστρέψει την ικανότητά της να αγαπά και να εμπιστεύεται
οποιονδήποτε άλλο. Εκτός αυτού, μία γυναίκα που βιάστηκε από έναν άγνωστο, ζει
με την ανάμνηση του βιασμού – μία γυναίκα που βιάστηκε από το σύζυγό της, ζει
με το βιαστή.
3. «Όταν η γυναίκα παντρεύεται, αυτόματα συναινεί και στη σεξουαλική πράξη με
τον άνδρα της».
Η έκφραση αγάπης μέσω της σεξουαλικής επαφής δεν είναι το ίδιο με το σεξ
υπό το καθεστώς βίας. Κανένας άνθρωπος δεν συναινεί στην ενδοοικογενειακή
βία.
4. «Οι άνδρες δεν μπορούν να ελέγξουν και να καταστείλουν τις σεξουαλικές τους
ορμές. Οι γυναίκες είναι αυτές που θα πρέπει να εμποδίσουν το βιασμό τους».
Είναι αυταπάτη το ότι ο βιασμός αποτελεί έκφραση μίας ανεξέλεγκτης
επιθυμίας (Greer, 1971). Δεν υπάρχει καμία γενετική αιτιολόγηση του παραπάνω
μύθου.
5. «Ένας σύζυγος θα πρέπει να μπορεί να έχει σεξουαλικές σχέσεις με τη γυναίκα
του, χωρίς το φόβο ποινικών κυρώσεων. Ο νόμος δεν είναι σωστό να εμπλέκεται
στις προσωπικές υποθέσεις των ανθρώπων» («τα εν οίκω, μη εν δήμω»).
Ο βιασμός είναι μία πράξη βίας, που ενεργοποιείται από την επιθετικότητα και
όχι από τη σεξουαλική επιθυμία. Αποτελεί ένα έγκλημα που πρέπει να
αντιμετωπιστεί.
8 Παραπομπή από Monson & Langhinrichsen-Rolhling, 1998.
9 Παραπομπή από Bergen, 1996.
8
6. «Οι νόμοι σχετικά με το συζυγικό βιασμό διαλύουν έναν γάμο, εμποδίζοντας
οποιαδήποτε δυνατότητα συμφιλίωσης».
Ένας γάμος, στον οποίο ο άνδρας βιάζει τη γυναίκα του, είναι ήδη
διαλυμένος. Η απουσία μέτρων προστασίας για το θύμα δείχνει απλώς ελλιπή
εφαρμογή της δικαιοσύνης.
7. «Στις γυναίκες αρέσει το βίαιο σεξ», «Όταν μία γυναίκα λέει όχι, εννοεί ναι».
Όταν μία γυναίκα λέει όχι, δεν είναι ναι, είναι όχι. Αυτά τα στερεότυπα
δημιουργούν μία εικόνα παθητικής γυναικείας σεξουαλικότητας μαζοχιστικής,
εντελώς υποταγμένης στις πρωτοβουλίες των ανδρών που ενδυναμώνεται από τα
ΜΜΕ και το πορνογραφικό υλικό. Τα στερεότυπα αυτά αποπροσανατολίζουν τους
άνδρες, αλλά και τις γυναίκες, κάνοντας τις να πιστεύουν ότι στέλνουν λάθος
μηνύματα και, έτσι, να κατηγορούν τον εαυτό τους ότι φταίνε ή ότι είναι κακές
σύζυγοι, επειδή δεν απολαμβάνουν το σεξ (Cowan, 2000. Fargier, 1983. Finkelhor
& Yllo, 1985. Τσιγκρής, 2000. Weingourt, 1985 10 . Πηγή από το internet11).
vi. Χαρακτηριστικά θύτη.
Από την παρούσα βιβλιογραφική έρευνα παρατηρήθηκε ανεπάρκεια
επιστημονικών δεδομένων σχετικά με το προφίλ του συζύγου – βιαστή. Τις
περισσότερες φορές, αποδίδονται σ’ αυτόν τα χαρακτηριστικά του άνδρα που
κακοποιεί μόνο σωματικά τη γυναίκα του (του “batterer”, σύμφωνα με την αγγλική
βιβλιογραφία), κάτι που όμως δεν είναι απολύτως σωστό, καθώς υπάρχει και ένας
αριθμός συζύγων που βιάζουν τη γυναίκα του, χωρίς να τη χτυπούν
(Russell,1990).
Από τα λίγα στοιχεία, λοιπόν, που αναφέρονται στην προσωπικότητα και την
ιδιοσυγκρασία αυτών των ανδρών, γνωρίζουμε ότι πρόκειται για άτομα όλων των
εθνικοτήτων, κοινωνικοοικονομικών τάξεων και ηλικιών (Russell, 1990), που
ζηλεύουν παθολογικά τις γυναίκες τους, τις αντιμετωπίζουν σαν ιδιοκτησίες τους
και πιστεύουν ότι έχουν το δικαίωμα να κάνουν έρωτα μαζί τους, όποτε αυτοί το
επιθυμούν (Frieze, 1983 12). Γενικά, ασπάζονται τους περισσότερους μύθους και
τα στερεότυπα σχετικά με το βιασμό στο γάμο (Burt, 1980 12). Επιπλέον, συχνά
αντιμετωπίζουν προβλήματα εξάρτησης από αλκοόλ και ναρκωτικές ουσίες: στην
έρευνα των Finkelhor και Yllo (1985), το 70% των ερωτηθέντων γυναικών
ανέφεραν ότι ο άνδρας τους βρισκόταν υπό το καθεστώς μέθης, τουλάχιστον σε
ένα επεισόδιο σεξουαλικής κακοποίησης.
10 Παραπομπή από Davidson & Moore, 1992.
11 http://www.rapecrisisonline.com/MaritalRape.htm (09/02/2003)
12 Παραπομπή από Finkelhor & Yllo, 1995.
1
9
Οι σύζυγοι – βιαστές χρησιμοποιούν το σεξ, είτε ως μέσο εκτόνωσης της
επιθετικότητάς τους και άσκησης βίας, είτε για να τονώσουν τη χαμηλή τους
αυτοεκτίμηση (Walker, 1997). Ο Gelles (1997) υποστηρίζει ότι το σεξ και η βία
είναι τρόποι τους οποίους ένας άνδρας μπορεί να χρησιμοποιήσει για να εκφοβίσει
τη γυναίκα του και να της επιβληθεί, χωρίς τον κίνδυνο παρέμβασης του
κοινωνικού περιβάλλοντος. Έχει παρατηρηθεί ότι, εκτός σπιτιού, οι σύζυγοι που
κακοποιούν σεξουαλικά τις γυναίκες τους επιδεικνύουν περισσότερα επιθετικά
στοιχεία, σε σχέση με αυτούς που τις κακοποιούν μόνο σωματικά (Bowker, 1983).
Δυστυχώς, όμως, μία τέτοια συμπεριφορά σπάνια γίνεται αντιληπτή.
Σύμφωνα με τους Haley και Brann – Haley (2000), ο δράστης είναι δυνατόν
να χρησιμοποιήσει σωματική βία ή τεχνικές εξαναγκασμού, προκειμένου να πετύχει
το σκοπό του, αγνοώντας τα συναισθήματα του θύματος. Ο σκοπός του δεν είναι
άλλος από τον εξευτελισμό ή / και την εκδίκηση της συζύγου και κίνητρό του, η
ανάγκη για έλεγχο και κυριαρχία και όχι η φυσιολογική σεξουαλική επιθυμία. Και
αυτό ακριβώς το κίνητρο διαφοροποιεί το βιασμό από το φυσιολογικό σεξ, που
είναι μία έκφραση αγάπης και εγγύτητας (Finkelhor & Yllo, 1985 13. Walker, 1997).
vii. Χαρακτηριστικά θύματος.
Έχει αποδειχτεί ότι οι γυναίκες με παραδοσιακές και στερεοτυπικές απόψεις
σχετικά με τους γυναικείους ρόλους, είναι λιγότερο πιθανό να ορίσουν ένα
περιστατικό βίαιης συνουσίας ως βιασμό, σε σύγκριση με τις γυναίκες με λιγότερο
παραδοσιακές απόψεις (Klemmack & Klemmack, 1976 14).
Η Russell (1990) βρήκε, σε έρευνά της, ότι οι γυναίκες που βιάζονται από
τους συντρόφους ήταν κάθε ηλικίας. Ωστόσο, περίπου τα 2/3 αυτών
κακοποιήθηκαν σεξουαλικά από τους συντρόφους τους, όταν ήταν κάτω από 25. Η
κοινωνική τάξη είναι μία μεταβλητή δύσκολη στο να την υπολογίσει κανείς. Η ίδια
ερευνήτρια βρήκε ότι οι περισσότερες από αυτές τις γυναίκες, που εγκαταλείπουν
τους συζύγους τους, ήταν της μεσαίας προς ανώτερης τάξης, ενώ οι Finkelhor και
Yllo (1985) υποστήριξαν ότι αυτές από τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα έχουν
περισσότερες πιθανότητες να καταγγείλουν το βιασμό τους. Σχετικά με τη φυλή, η
Russell (1990) ανακάλυψε ότι η συχνότητα του συζυγικού βιασμού ήταν ελαφρώς
μεγαλύτερη στις αφρικανοαμερικάνες, σε σχέση με τις λευκές, τις λατινογενείς και
τις ασιάτισσες. Δυστυχώς, η έλλειψη ποικιλίας στο δείγμα ως προς τη φυλή, την
εθνικότητα και τον πολιτισμό, καθιστούν τη γενίκευση του δύσκολη (Bergen, 1999).
13 Παραπομπή από Reid, 1988.
14 Παραπομπή από Τσιγκρής, 2000.
10
Οι Shields και Hanneke (1985) υποστηρίζουν ότι συχνά τα θύματα συζυγικού
βιασμού έχουν παντρευτεί σε νεαρή ηλικία, έχουν σύντομη περίοδο γνωριμίας πριν
από το γάμο, δεν εργάζονται και είναι εξαρτημένα οικονομικά. Επίσης, οι ίδιοι
ερευνητές βρήκαν ότι, όσο πιο συχνά οι γυναίκες βιάζονταν από το σύντροφό τους,
τόσο πιο πολύ μειωνόταν η αυτοεκτίμηση και η θετική τους σκέψη.
Η Walker (1989) πρεσβεύει ότι αυτές οι γυναίκες είχαν πολύ λίγες γνώσεις για
τη φυσιολογική σεξουαλική συμπεριφορά πριν γνωρίσουν τον άνδρα τους. Είχαν
μεγαλώσει σε οικογένειες, όπου η οποιαδήποτε συζήτηση για σεξ ήταν
απαγορευμένη, και δεν είχαν λάβει κανενός είδους ενημέρωση γύρω από το θέμα
αυτό. Πολλές από αυτές δεν είχαν σεξουαλικές εμπειρίες πριν δεσμευτούν με τους
δράστες.
Η Bergen (1996), σε έρευνά της με υποκείμενα θύματα βιασμού στο γάμο,
ανακάλυψε ότι όλες είχαν προσπαθήσει να αντιμετωπίσουν την κακοποίηση, είτε
εγκαταλείποντας τις σχέσεις τους, είτε προσπαθώντας να ελαχιστοποιήσουν τον
κίνδυνο να ξαναβιαστούν, υιοθετώντας διάφορες τεχνικές επιβίωσης (π.χ. :
αποφυγή του συζύγου ή τυφλή υπακοή σε ό,τι υπαγόρευε), επειδή αδυνατούσαν
να φύγουν.
Και σε αυτό το σημείο τίθεται το μεγάλο ερώτημα:
«Γιατί μένουν και δεν καταγγέλλουν το βιασμό τους;»
Υπάρχουν αρκετές γυναίκες – θύματα του συζυγικού βιασμού που επιλέγουν
να μείνουν με το δράστη και να μην καταγγέλλουν το έγκλημα που διαπράττεται
εναντίον τους για έναν ή περισσότερους από τους παρακάτω λόγους (Bergen,
1996. Walker, 1989):
- Ντρέπονται γι’ αυτό που τους συμβαίνει ή αισθάνονται ένοχες.
- Φοβούνται ότι θα κατηγορηθούν και οι ίδιες.
- Φοβούνται τυχόν αντίποινα.
- Δεν είναι σίγουρες ότι πρόκειται για σεξουαλικό έγκλημα.
- Αισθάνονται αγάπη προς το σύζυγο και δέσμευση προς τη σχέση.
- Στο γάμο υπάρχουν παιδιά.
- Πιστεύουν ότι είναι μέρος των συζυγικών τους καθηκόντων να κάνουν έρωτα με
το σύζυγό τους, έστω και χωρίς τη θέλησή τους.
- Έχουν θρησκευτικά πιστεύω που τις εμποδίζουν να χωρίσουν.
- Δεν είναι οικονομικά ανεξάρτητες: δεν έχουν εργασία, χρήματα και περιουσία δική
τους.
11
- Δεν έχουν υποστήριξη από την οικογένεια και τους φίλους ή / και δεν έχουν
προστασία από το νόμο και την αστυνομία.
- Θέλουν να αποφύγουν το στίγμα της θυματοποίησης.
- Φοβούνται τις αντιδράσεις της οικογένειάς τους.
- Έχουν την τάση να εκλογικεύουν τη βίαιη συμπεριφορά των συζύγων τους,
αποδίδοντας την στο στρες, στο αλκοόλ, ή σε προβλήματα στη δουλειά.
- Έχουν μάθει και πιστεύουν ότι η προσωπική τους αξία οφείλεται και στηρίζεται
στους συζύγους τους.
- Θεωρούν ότι είναι οι ίδιες υπεύθυνες να κάνουν το γάμο τους να πετύχει. Αν
αποτύχουν σ’ αυτό, αποτυγχάνουν σαν γυναίκες.
- Αν φύγουν, δεν έχουν που να πάνε.
- Πιστεύουν ότι το περιστατικό που τους συνέβη δεν ήταν αρκετά σοβαρό.
Παρά τα όσα λέγονται, καμία γυναίκα δεν υφίσταται κακοποίηση επειδή την
αποδέχεται. Όλες το θεωρούν ταπεινωτικό και κάνουν τεράστιες προσπάθειες να
το σταματήσουν, ανεξάρτητα από το τελικό αποτέλεσμα.
viii. Επιπτώσεις στη γυναίκα.
Η βία, με όποια μορφή κι αν αυτή εμφανίζεται, έχει σοβαρές συνέπειες, τόσο
στη σωματική, όσο και στην ψυχική υγεία των γυναικών.
Τα αποτελέσματα του συζυγικού βιασμού είναι σοβαρά και μπορεί να έχουν
μεγάλη διάρκεια (Frieze, 1983. Kilpatrick et al, 1988 15). Ειδικότερα:
Σωματικές Επιπτώσεις:
Οι γυναίκες που έχουν βιαστεί από το σύζυγό τους, πολύ συχνά,
παρουσιάζουν τραύματα στα γεννητικά όργανα (κόλπος, πρωκτός) [σύμφωνα με
τις Okun (1986) και Peacock (1995), τα θύματα συζυγικού βιασμού έχουν
περισσότερες πιθανότητες να βιώσουν ανεπιθύμητο πρωκτικό – αλλά και
στοματικό – έρωτα], μελανιές, σχισμένους μυς και κοψίματα (Bergen, 1996.
Painter, 1991 15). Όσες γυναίκες, εκτός από σεξουαλική, υφίστανται και σωματική
κακοποίηση, μπορεί να παρουσιάζουν και «μαυρισμένα» μάτια, πληγές από
μαχαίρι, «ανοιγμένες» μύτες, σπασμένα κόκαλα και απώλεια της όρασης ή της
ακοής (Browne, 1991. Follingstad et al, 1991 16).
Εκτός αυτών, τα τραύματα μπορεί να είναι και γυναικολογικά: σχίσιμο του
κόλπου, εγκυμοσύνη, πρόωρες γέννες ή αποβολές, μολύνσεις από σεξουαλικά
1
15 Παραπομπή από Lees, 2000.
16 Παραπομπή από Bergen, 1999.
12
μεταδιδόμενα νοσήματα, αιμορροΐδες, ακράτεια ούρων και στείρωση (Campbell &
Alford, 1989. Russell, 1990). Ορισμένες γυναίκες βιάζονται από τους συντρόφους
τους με τόση ορμή, ώστε υφίστανται ανεπανόρθωτες βλάβες στα γεννητικά τους
όργανα (Walker, 1997).
Η Lees (2000) υποστηρίζει ότι υπάρχει υψηλή συσχέτιση μεταξύ συζυγικού
βιασμού και φόνου. Οι άνδρες που βιάζουν και χτυπούν τις γυναίκες τους είναι
εξαιρετικά επικίνδυνοι και έχουν περισσότερες πιθανότητες να τις τραυματίσουν
σοβαρά και να προβούν ακόμα και στο έγκλημα.
Ψυχικές Επιπτώσεις:
Η πράξη του συζυγικού βιασμού γίνεται αντιληπτή από το θύμα σαν την
απόλυτη απομυθοποίηση της ρομαντικής συζυγικής σχέσης.
Οι βραχυπρόθεσμες ψυχολογικές συνέπειες στη γυναίκα είναι: άγχος, σοκ,
θυμός, φόβος, μετατραυματικό στρες, άρνηση του συμβάντος, κατάθλιψη και
αυτοκτονικός ιδεασμός, ενοχή, αίσθημα εξευτελισμού, έλλειψη κινήτρων και
αδυναμίας εύρεσης εναλλακτικών λύσεων, αίσθημα του «μαθημένου αβοήθητου»
(η γυναίκα αδυνατεί να αντιδράσει και δέχεται παθητικά ό,τι της συμβαίνει) και
ψυχοσωματικά συμπτώματα (ναυτίες, εμετοί, πονοκέφαλοι, εξάντληση) (Bergen,
1996. Easteal, 1992. Finkelhor & Yllo, 1980. Haley & Brann – Haley, 2000. Russell,
1990. Walker, 1989).
Οι μακροπρόθεσμες συνέπειες είναι συνήθως: διαταραχές του ύπνου,
διαταραχές της πρόσληψης τροφής (ιδίως ανορεξία), διαταραχές σχετιζόμενες με
ουσίες, προβλήματα στη δημιουργία σχέσεων, αρνητική αυτοεικόνα και
τραυματισμένη αίσθηση εαυτού, σεξουαλικά προβλήματα (σεξουαλική
δυσλειτουργία, έλλειψη ενδιαφέροντος για το σεξ, μειωμένη διέγερση κατά τη
διάρκειά του), flash - backs, φόβος ότι ο βιασμός θα επαναληφθεί και στο μέλλον,
αδυναμία να εμπιστευτεί τους άλλους, μοναξιά (Campbell & Alford, 1989, Doron,
1980, Frieze, 1980, Russell, 1980, Whatley, 1993 17. Πηγή από το internet 18).
Ένα χαρακτηριστικό συναίσθημα μιας γυναίκας που έχει βιαστεί από τον
άνδρα της είναι αυτό της προδοσίας. Αισθάνεται ότι έχει εξαπατηθεί όχι μόνο από
εκείνον, αλλά και από τον ίδιο της τον εαυτό, γεγονός που την κάνει να αμφισβητεί
την κρίση της, καθώς αυτός που θεώρησε άξιο εμπιστοσύνης, την κακοποίησε
(Lees, 2000).
Είναι σύνηθες το φαινόμενο, τα θύματα να κατηγορούν τον εαυτό τους, επειδή
οι σύζυγοί τους χρησιμοποίησαν βία προκειμένου να τις εξαναγκάσουν να
17 Παραπομπή από Bergen, 1996.
18 http://www.sccadvasa.org/marital_rape.htm (09/02/2003)
13
εμπλακούν στη σεξουαλική πράξη. Πολλές από αυτές πιστεύουν ότι ο βιασμός
συμβαίνει επειδή δεν ανταποκρίνονται σεξουαλικά ή επειδή δεν καταφέρνουν να
ελκύουν τους άνδρες. Άλλες, πάλι, έχουν την πεποίθηση ότι ο βιασμός
πραγματοποιείται λόγω της άρνησής τους να συμμετάσχουν σε οποιαδήποτε
σεξουαλική δραστηριότητα, ή λόγω έλλειψης φροντίδας προς το σύντροφό τους.
Έτσι, αναρωτιούνται αν η δική τους ανεπάρκεια είναι η ρίζα του προβλήματος και
εθελοτυφλούν μπροστά στην αλήθεια (Davidson & Moore, 1992).
Ο συζυγικός βιασμός αποτελεί πηγή μεγάλου άγχους για τη γυναίκα. Οι Weis
και Borges (1973)19 αναφέρουν ότι πρόκειται για μία εμπειρία περισσότερο
αγχογόνα και από τη σωματική κακοποίηση, επειδή η γυναίκα συχνά πιστεύει ότι
έχει τη δυνατότητα να αρνηθεί το σεξ, ή επειδή ο άνδρας της μπορεί να το
αποκτήσει ανά πάσα στιγμή. Έτσι, υποβάλλεται σε ένα καθεστώς διαρκούς τρόμου
μίας νέας επίθεσης, είτε είναι ξύπνια, είτε κοιμάται. Επιπλέον, η καθημερινή επαφή
με το θύτη είναι από μόνη της μία στρεσσογόνος κατάσταση (Shields & Hanneke,
1983).
viii. Πρόληψη και θεραπεία.
Το φαινόμενο του συζυγικού βιασμού μπορεί να αντιμετωπιστεί ως
μεμονωμένο πρόβλημα, αλλά και μέσα στα πλαίσια ενός σχεδίου με στόχο την
εξάλειψη της συντροφικής βίας. Χρειάζεται μία πολυεπίπεδη και συστηματική
προσέγγιση, προκειμένου να καταπολεμηθεί αυτή δραστικά και να αναπτυχθούν
νέες υπηρεσίες για τις κακοποιημένες γυναίκες. Σε επίπεδο πρόληψης και
θεραπείας, προτείνονται τα εξής (Haley & Brann – Haley, 2000. Walker, 1989):
1. Πρωτοβάθμια πρόληψη.
Αυτή περιλαμβάνει προγράμματα που στόχο έχουν τον περιορισμό των
αιτιών που προκαλούν άμεσα ή έμμεσα το πρόβλημα. Το καλύτερο μέσο
πρωτογενούς πρόληψης είναι η ευαισθητοποίηση μέσω της πληροφόρησης.
Μέσου αυτής, ελπίζουμε ότι θα επιτευχθούν οι παρακάτω στόχοι (Walker, 1989):
Α. Μείωση του στερεότυπου διαχωρισμού των δύο φύλων:
Βιβλία, κινηματογραφικές ταινίες, διαφημίσεις και τηλεοπτικά προγράμματα
θα πρέπει να αντανακλούν την ισότητα των δύο φύλων.
Β. Μείωση της σκληρότητας στην πειθάρχηση των παιδιών:
Οι οικογένειες θα πρέπει να μην χρησιμοποιούν το ξύλο σαν μέσο επιβολής
ελέγχου και τιμωρίας. Η βία γεννά βία.
Γ. Η αναγνώριση μίας βίαιης συμπεριφοράς.
19 Παραπομπή από Finkelhor & Gelles, 1993.
14
Πολλές κακοποιημένες γυναίκες δεν αναγνωρίζουν την άσκηση βίας από το
σύντροφό τους, αλλά αντίθετα τη δέχονται σαν κάτι το φυσιολογικό. Μέσω την
ενημέρωσης, θα ανακαλύψουν ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει.
Σε επίπεδο πρωτογενούς πρόληψης, είναι απαραίτητο να ευαισθητοποιηθούν
ως προς το συζυγικό βιασμό, κάποιοι φορείς, όπως η Αστυνομία και η Εκκλησία.
Αστυνομία:
Έρευνες έχουν αποδείξει ότι ο ρόλος των Αστυνομικών Αρχών απέναντι στο
συζυγικό βιασμό είναι ανεπαρκής (Pagelow, 1992. Saunders & Size, 1986. Stanko,
1988). Η Αστυνομία παρεμβαίνει, γενικά, σε περιστατικά κακοποίησης με
δυσαρέσκεια και ύστερα από επίμονες προσκλήσεις. Η Frieze (1983) υποστηρίζει
ότι η Αστυνομία είναι λιγότερο υποστηρικτική στις γυναίκες – θύματα σεξουαλικής
κακοποίησης, απ’ ότι στα θύματα σωματικής 20.
Ο λόγος για τον οποίο είναι αναποτελεσματική η Αστυνομία στην
αντιμετώπιση των δραστών δεν είναι εντελώς φανερός. Οι αστυνομικοί
καταλαβαίνουν την ευθύνη του για τη διατήρηση της δημόσιας τάξης και την
επιβολή του νόμου. Αλλά πολλοί θεωρούν ότι αυτά που γίνονται πίσω από τις
κλειστές πόρτες των οικογενειών δεν αφορούν την Αστυνομία (Walker, 1989).
Κάποιες προτάσεις για περισσότερη ευαισθητοποίηση περιλαμβάνουν την
επιμόρφωση των αστυνομικών για το φαινόμενο του συζυγικού βιασμού και, ιδίως,
για τον τρόπο συμπεριφοράς τους προς τα θύματα αυτού, καθώς και τη συμμετοχή
περισσότερων γυναικών αστυνομικών σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής
κακοποίησης (Bergen, 1999).
Εκκλησία:
Πολλές γυναίκες δεν αισθάνονται άνετα να έρχονται σε επαφή με τις Αρχές
και, εναλλακτικά, προτιμούν να συμβουλεύονται ανθρώπους του κλήρου και της
Εκκλησίας. Δυστυχώς, όμως, συχνά δεν βρίσκουν την κατάλληλη αντιμετώπιση,
καθώς πολλές φορές αυτοί τις προτρέπουν να υπακούουν τους συζύγους τους ή
στηλιτεύουν την άρνησή τους να συμμετέχουν στην ερωτική πράξη.
Οι Yllo και LeClerc (1988) και Adams (1993) προτείνουν σ’ αυτούς τους
φορείς να ενθαρρύνουν τους γυναίκες να μιλήσουν για το βιασμό τους, να
εστιάσουν στην ευθύνη του δράστη, και όχι του θύματος, και να προσπαθήσουν να
διαλύσουν τους μύθους περί συζυγικού βιασμού (Mahoney & Williams, 1998).
20 Παραπομπή από Monson & Langhinrichsen-Rolhling, 1998.
15
2. Δευτεροβάθμια πρόληψη.
Σ’ αυτό το επίπεδο είναι καταλληλότερες οι πιο συγκεκριμένες παρεμβάσεις:
επισκέψεις στο σπίτι, τηλεφωνήματα, νομικές συμβουλές, οικονομική ενίσχυση και
παροχή πληροφοριών. Βασικός στόχος των παρεμβάσεων είναι να κατανοήσει η
γυναίκα ότι είναι κακοποιημένη.
3. Τριτοβάθμια πρόληψη.
Στο πλαίσιο αυτό, η κακοποιημένη γυναίκα έχει ανάγκη ένα περιβάλλον που
θα την στηρίξει με όλους τους τρόπους, προκειμένου να ορθοποδήσει και να πάρει
κάποιες αποφάσεις για τη ζωή της. Άμεση νοσηλεία, ξενώνες και μακροχρόνια
ψυχοθεραπεία είναι τα απαιτούμενα μέσα.
Ιατρική Νοσηλεία:
Η νοσοκομειακή περίθαλψη δεν βοηθά μόνο στην ανάρρωση από τα
τραύματα, αλλά λειτουργεί και σαν προσωρινό καταφύγιο. Στη διάρκεια της
νοσηλείας στο νοσοκομείο, η κακοποιημένη γυναίκα και ο δράστης αναγκάζονται
να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της βίας. Μολονότι, οι περισσότερες γυναίκες
επιστρέφουν σπίτι τους μετά την αποθεραπεία, για μερικές η νοσηλεία αποτελεί το
πρώτο βήμα για την κατάκτηση της ανεξαρτησίας τους (Walker, 1989).
Η ιατρική παρακολούθηση παρέχει την καλύτερη άμεση περίθαλψη, καθώς
αποτελεί και νόμιμη απόδειξη του βιασμού. Γι’ αυτό και οι ειδικοί συμβουλεύουν τις
γυναίκες, που έχουν κακοποιηθεί σεξουαλικά, να μην πλυθούν μετά το βιασμό και
να μην αλλάξουν ρούχα, ώστε να μην χαθούν τα αποδεικτικά στοιχεία.
Ξενώνες:
Λόγω της φύσης του συζυγικού βιασμού, τα θύματά του μπορούν να
αναζητήσουν στήριξη και βοήθεια, τόσο από κέντρα για κακοποιημένες συζύγους,
όσο και για θύματα βιασμού.
Για να είναι ένας ξενώνας έτοιμος να βοηθήσει σεξουαλικά κακοποιημένες
συζύγους, πρέπει να διαθέτει ένα προσωπικό εξαιρετικά ενημερωμένο γύρω από
το συζυγικό βιασμό και προσανατολισμένο προς τις κατάλληλες τεχνικές στήριξης
των θυμάτων αυτού. Σε επίπεδο θεραπείας, το ιδανικό θα είναι να παρέχεται
ατομική συμβουλευτική, αλλά και ομαδική ψυχοθεραπεία, φέρνοντας τις
σεξουαλικά κακοποιημένες συζύγους, με άλλες με τις ίδιες εμπειρίες (Bergen, 1999.
Haley & Brann – Haley, 2000).
Η σημασία των ξενώνων είναι ότι παρέχουν την αίσθηση της επικοινωνίας και
ένα σύστημα υποστήριξης. Οι γυναίκες εκεί αρχίζουν να αισθάνονται ότι έχουν
16
κάποιο έλεγχο πάνω στη ζωή τους, ότι οι άλλοι άνθρωποι ενδιαφέρονται γι’ αυτές
και ότι θέλουν να τις βοηθήσουν. Η απομάκρυνση από το σύζυγο και η διαμονή σε
ένα χώρο με ειδικούς (ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς, ιατρούς, νοσηλευτές)
που μπορούν να συμπαρασταθούν στις κακοποιημένες γυναίκες, μπορεί να τις
κάνει να αισθανθούν πιο ασφαλείς (Barnett et al, 1987). Το προσωπικό των
ξενώνων θα πρέπει να λαμβάνει προφυλάξεις, ώστε να διαφυλάσσεται η ασφάλεια
των γυναικών και των παιδιών τους.
Συμβουλευτική – Ψυχοθεραπεία:
Τις περισσότερες φορές, στις κακοποιημένες γυναίκες παρέχεται ψυχολογική
στήριξη και όχι ψυχοθεραπεία (ιδίως στην Ελλάδα). Παρόλα αυτά, η ψυχοθεραπεία
έχει πολλά οφέλη για τα θύματα κακοποίησης.
Η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει μία κακοποιημένη γυναίκα να ανακτήσει
τη χαμένη της αυτοπεποίθηση και αυτονομία, και να πραγματοποιήσει μία θετική
αλλαγή στη ζωή της, που θα έχει διάρκεια. Επιπλέον, θα διδαχτεί πώς να ελέγχει η
ίδια τη ζωή της και πώς να μην διατηρεί τη στάση του θύματος. Στόχος της
ψυχοθεραπείας είναι η εναπόκτηση της ψυχικής της ισορροπίας (Haley & Brann -
Haley, 2000. Martin, 1981. Stark & Flitcraft, 1998. Walker, 1989).
Στη διάρκεια της θεραπείας, είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσει η γυναίκα
πως είναι κακοποιημένη σεξουαλικά, πως τα γεγονότα της προσδίδουν αυτό το
χαρακτηρισμό. Η άρνηση αυτού από τη γυναίκα είναι ένας τυπικός μηχανισμός, ο
οποίος την αποτρέπει να προχωρήσει σε οποιαδήποτε ενέργεια (Walker, 1989).
Στα πλαίσια μιας ψυχοθεραπευτικής σχέσης, ένας ειδικός πρέπει να κινηθεί
προς τη δημιουργία ενός κλίματος οικειότητας και εμπιστοσύνης, προκειμένου τα
θύματα του συζυγικού βιασμού να νιώσουν άνετα να συζητήσουν για τις εμπειρίες
τους, κάτι που μπορεί να μην έχουν ξανακάνει ως τότε. Είναι απαραίτητο αυτός να
έχει εκπαιδευτεί στο πώς να διευκολύνει τη διαδικασία της «αποκάλυψης» και να
είναι υπομονετικός και υποστηρικτικός, κάνοντας τις γυναίκες να καταλάβουν ότι
δεν είναι μόνες τους και ότι είναι φυσιολογικό να αισθάνονται οργή, θυμό, προδοσία
ή σύγχυση (Shields & Hanneke, 1985).
Επιπλέον, κρίνεται επιβεβλημένο, οι θεραπευτές που ασχολούνται με
περιστατικά συζυγικού βιασμού, να είναι πλήρως ενημερωμένοι γύρω από αυτόν
και να κατανοούν σε βάθος τη δυναμική της σχέσης της σεξουαλικά κακοποιημένης
γυναίκα με το σύζυγό της. Αν ο κλινικός δεν έχει εμπειρία στις βίαιες σχέσεις και
είναι ανενημέρωτος, μπορεί λανθασμένα να εστιάσει τη θεραπεία στα
συναισθήματα και στη συμπεριφορά του θύματος. Οι γυναίκες, θέλοντας
απεγνωσμένα να πιστέψουν ότι, αν αλλάξουν τη δική τους συμπεριφορά, θ΄
17
αλλάξουν προς το καλύτερο και τη βίαιη σχέση, ακολουθούν τις συχνά ακατάλληλες
οδηγίες ενός μη έμπειρου θεραπευτή. Το μόνο, όμως, που πετυχαίνουν τότε είναι
να πέσουν σε μεγαλύτερη απελπισία, καθώς ο έλεγχος δεν βρίσκεται στα δικά τους
χέρια (Mahoney & Williams, 1998. Roberts, 1984).
Είναι απαραίτητο, οι θεραπευτές που ασχολούνται με θύματα συζυγικού
βιασμού, να αντιμετωπίσουν τις δικές τους τυχόν προκαταλήψεις γύρω από το
θέμα αυτό (Barnard, 1989, Prescott & Letto, 1977, Weingourt, 1985 21). Αν ένας
κλινικός ασπάζεται τους σχετικούς μύθους, δεν θα μπορέσει να βοηθήσει μία
κακοποιημένη γυναίκα αποτελεσματικά. Επίσης, όσοι από τους ψυχοθεραπευτές
νιώθουν άβολα, συζητώντας σεξουαλικά ζητήματα, θα πρέπει να αναζητήσουν
ειδική στήριξη και εκπαίδευση, ώστε να μειώσουν το αίσθημα αυτό (Mahoney &
Williams, 1998).
Ο τρόπος προσέγγισης των γυναικών που βιάζονται από το σύντροφό τους,
χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Ένας ειδικός θα πρέπει να αποφύγει ερωτήσεις που
θα φαίνονται ότι κατηγορούν το θύμα για την κατάστασή του, όπως: «γιατί άργησες
τόσο να έρθεις εδώ;», ή, «γιατί έμενες σε μία τέτοια φριχτή σχέση;». Πιθανόν να
υπήρχαν σοβαροί λόγοι που την εμπόδιζαν να φύγει, όπως η ύπαρξη παιδιών, η
οικονομική εξάρτηση, ή το θρησκευτικό και κοινωνικό περιβάλλον (Diloreto, 2001).
Πολύ συχνά, οι σεξουαλικά κακοποιημένες σύζυγοι δεν αναγνωρίζουν την
επίθεση που έχουν δεχτεί από τον άνδρα τους ως βιασμό, γι’ αυτό και είναι
μπερδεμένες συναισθηματικά. Έτσι, η ερώτηση «έχετε ποτέ βιαστεί από το
σύντροφό σας;», είναι ανεπιτυχής. Αντί αυτής, μπορούν να γίνουν οι παρακάτω
ερωτήσεις, οι οποίες θα φέρουν στην επιφάνεια την ύπαρξη σεξουαλικής βίας
(Bergen, 1999. Mahoney & Williams, 1998):
• Σας έχει συμβεί ποτέ να κάνετε έρωτα με το σύντροφό σας χωρίς να το
επιθυμείτε;
• Έχετε ποτέ έρθει σε δύσκολη θέση, επειδή ο σύντροφός σας, σας ζήτησε
κάτι κατά τη διάρκεια του σεξ, που δεν σας άρεσε, αλλά αναγκαστήκατε να
το κάνετε παρόλα αυτά;
• Κάνατε ποτέ σεξ με το σύντροφό σας επειδή φοβόσασταν να πείτε όχι;
• Ενδώσατε ποτέ στο σεξ με το σύντροφό σας, επειδή δεν σταματούσε να σας
παρενοχλεί σεξουαλικά;
Σε κάθε περίπτωση, οι όποιες ερωτήσεις πρέπει να γίνουν με τον κατάλληλο
τρόπο, καθώς δεν είναι εύκολο γι’ αυτές να μιλήσουν για ότι τους έχει συμβεί. Οι
21 Παραπομπή από Monson & Langhinrichsen-Rolhling, 1998.
18
γυναίκες σύζυγοι έρχονται σε πολύ δύσκολη θέση, όταν τους ζητάται να
εξομολογηθούν το βιασμό τους (Bergen, 1996. Browne, 1987. Russell, 1990).
Η συμβουλευτική – ψυχοθεραπεία σε γυναίκες που έχουν βιαστεί από τους
άνδρες τους είναι δύσκολη, καθώς μία σύζυγος μπορεί να διατηρεί ακόμα δυνατά
συναισθήματα για το δράστη και να θέλει να συνεχίσει να έχει μία σχέση μαζί του
(Mahoney & Williams, 1998). Παρά τις καλύτερες δυνατές προσπάθειες από
πλευράς θεραπευτή, η κακοποιημένη γυναίκα μπορεί να επιστρέψει στο βίαιο
σύντροφό της. Η αποκάλυψη ότι είναι θύμα βιασμού από αυτόν δεν σημαίνει και ότι
θα τον εγκαταλείψει.
Οι Stark & Flitcraft (1998) υποστηρίζουν ότι τίποτα δεν είναι πιο ματαιωτικό
για έναν θεραπευτή, από το να επιστρέφει μία κακοποιημένη γυναίκα στο
σύντροφό της, ή να αρνείται να τον αφήσει. Γι’ αυτό, ένας ψυχολόγος πρέπει να
ξέρει ότι έκανε το καθήκον του, με το να προσφέρει την κατάλληλη υποστήριξη. Το
αν αυτή θα αποδεχτεί ή όχι τη βοήθειά του, είναι δική της επιλογή (Diloreto, 2001).
Είναι πολύ ουσιώδες να καταλάβουμε και να αποδεχτούμε τις
αμφιταλαντεύσεις της κακοποιημένης γυναίκας. Οι περισσότερες από αυτές
χρειάζονται πολύ χρόνο για να προχωρήσουν σε θετικές αλλαγές (Walker, 1989).
Υπάρχει η άποψη (ενδεικτικά: Monson & Langhinrichsen-Rolhling, 1998) ότι,
λόγω ζητημάτων μεταβίβασης, η συμβουλευτική μπορεί να είναι δυσκολότερη για
το θύμα, αν ο θεραπευτής είναι άνδρας. Η Walker (1989) πρεσβεύει ότι μόνο
γυναίκες ψυχοθεραπεύτριες μπορούν να προσφέρουν βοήθεια στις κακοποιημένες
γυναίκες. Ο Martin (1981) είναι λιγότερο απόλυτος, υποστηρίζοντας ότι,
ανεξαρτήτως φύλου, ο θεραπευτής θα πρέπει να ακολουθεί τη φεμινιστική
κατεύθυνση.
Τα περισσότερα περιστατικά σεξουαλικά κακοποιημένων γυναικών
αντιμετωπίζονται θεραπευτικά με ατομική ή - πιο σπάνια – με ομαδική
συμβουλευτική (ψυχοθεραπεία). Οι Davidson και Moore (1920) υποστηρίζουν ότι
σε μία σχέση κακοποίησης, μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά και η
οικογενειακή θεραπεία, εφόσον βέβαια ο σύζυγος αποφασίσει να εμπλακεί
ουσιαστικά σε αυτήν. Αυτό, όμως, είναι μάλλον απίθανο να συμβεί. Το μεγαλύτερο
ποσοστό των δραστών, που ξεκινά θεραπεία, σύντομα διακόπτει.
Τα είδη της ψυχοθεραπείας μπορούν να ποικίλουν από την άποψη της
τεχνικής και της οπτικής γωνίας, αλλά οι στόχοι παραμένουν σταθεροί. Εστιάζονται
στην τρέχουσα συμπεριφορά, μολονότι η διερεύνηση του περιβάλλοντος, είναι
μερικές φορές χρήσιμη για την κατανόηση των παρόντων προβλημάτων (Walker,
1989).
19
Άλλα μέτρα για τον περιορισμό του φαινομένου του συζυγικού βιασμού:
Νομική Υποστήριξη:
Δικαστικά, ο συζυγικός βιασμός θα πρέπει να αντιμετωπίζεται όπως και ο
βιασμός από έναν άγνωστο. Οι νόμοι, ακόμα κι όταν έχουν θεσπιστεί, δεν τον
αντιμετωπίζουν σαν «πραγματικό» βιασμό. Έχει παρατηρηθεί ότι οι δικαστές
συνήθως ταυτίζουν την πράξη αυτή περισσότερο με το σεξ και λιγότερο με τη βία
(Lees, 2000).
Η μη ποινικοποίηση του συζυγικού βιασμού εξακολουθεί να συντηρεί τα
δικαιώματα ιδιοκτησίας του άνδρα πάνω στη γυναίκα, στα πλαίσια του γάμου
(Τσιγκρής, 2000). Γι’ αυτό, προκειμένου να περιοριστεί το πρόβλημα αυτό, θα
πρέπει ο συζυγικός βιασμός να ποινικοποιηθεί σε όλες τις χώρες, ενώ σ’ αυτές που
ήδη θεωρείται έγκλημα, θα πρέπει να τιμωρείται πιο αυστηρά.
Επιπλέον, έχει παρατηρηθεί ότι το διαζύγιο είναι η πιο συνηθισμένη
αντίδραση των θυμάτων συζυγικού βιασμού (Finkelhor & Yllo, 1980. Frieze, 1980
Russell, 1980). Η επιλογή ενός δικηγόρου που θα χειριστεί το διαζύγιο και την
υπεράσπιση μιας κακοποιημένης γυναίκας είναι εξίσου σημαντική με την επιλογή
ενός ψυχοθεραπευτή. Επομένως, η υλοποίηση σεμιναρίων σχετικά με το συζυγικό
βιασμό και τη συζυγική κακοποίηση, γενικότερα, σε δικηγόρους, εισαγγελείς και
δικαστές κρίνεται αναγκαία.
Προγράμματα Επαγγελματικής Κατάρτισης:
Η απόκτηση μιας δουλειάς μακριά από το σπίτι είναι μία τεχνική επιβίωσης
για τις κακοποιημένες γυναίκες, γιατί μειώνει την οικονομική, κοινωνική και
συναισθηματική εξάρτησή τους από τον άνδρα και συνεισφέρει στην
συνειδητοποίηση της σοβαρότητας της κακοποίησης της (Bartollas & Dinitz, 1989).
Έτσι, η δημιουργία προγραμμάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης γι’ αυτές θα τους
έδινε μία ευκαιρία να μπορέσουν να «σταθούν στα πόδια τους» και να
αυτονομηθούν.
Η ιατρική, οικονομική, νομική, κοινωνική και, κυρίως, συναισθηματική
συμπαράσταση στην κακοποιημένη γυναίκα που εγκαταλείπει το σπίτι της πρέπει
να είναι οργανωμένη και όχι περιστασιακή (Πανούσης, Δημόπουλος & Καρύδης,
1994). Είναι πολύ σημαντικό να υπάρξει πληροφόρηση γύρω από το συζυγικό
βιασμό, ώστε να κατανοηθεί το σε τι συνίσταται αυτός και ποιες συνέπειες μπορεί
να έχει στα θύματά του. Φυλλάδια και αφίσες θα πρέπει να υπάρχουν σε κάθε
Κέντρο για κακοποιημένες γυναίκες, ενώ θα πρέπει να γίνονται σεμινάρια προς
20
στελέχη κοινωνικών υπηρεσιών, νομαρχιών, νοσοκομείων και υπηρεσιών
πρόνοιας. Για να υπάρξει κάποιο αποτέλεσμα στην προσπάθεια καταστολής του
προβλήματος, όμως, όλες οι μορφές πρόληψης και θεραπείας θα πρέπει να
λειτουργούν ταυτόχρονα.
x. Συζήτηση και συμπεράσματα.
Τα βασικά συμπεράσματα που προέκυψαν μέσα από την παρούσα
βιβλιογραφική έρευνα γύρω από το βιασμό στο γάμο είναι τα εξής:
1) Ο βιασμός από το σύζυγο μπορεί να θεωρηθεί και μορφή ενδοοικογενειακής
κακοποίησης και είδος σεξουαλικού εγκλήματος. Συνεπώς, μπορεί να εξεταστεί και
από τις δύο οπτικές γωνίες.
2) Η μελέτη του φαινομένου αυτού δεν είναι, όμως, τόσο εύκολο να συμβεί
πρακτικά, πρώτον, επειδή πρόκειται για ένα θέμα ταμπού και, δεύτερον, επειδή
επικαλύπτεται τις περισσότερες φορές από τη σωματική βία. Ιδίως στην Ελλάδα, η
επιδημιολογία, τα αίτια, η σχέση θύτη και θύματος και η θεραπεία του φαινομένου
ανάγονται στα πλαίσια της σωματικής κακοποίησης. Γι’ αυτούς ακριβώς τους
λόγους, η στατιστική περιγραφή του προβλήματος είναι ομιχλώδης και η
πραγματική του διάσταση, αδιερεύνητη.
3) Η πλειοψηφία των ερευνών δείχνει ότι ο συζυγικός βιασμός σπάνια συναντάται
μόνος. Συνήθως, συνυπάρχει με τις άλλες δύο μορφές βίας.
4) Στις περισσότερες μη ανεπτυγμένες χώρες, δεν υπάρχει νομοθεσία περί
συζυγικού βιασμού και – το χειρότερο – οι πολίτες αυτών τον αντιμετωπίζουν σαν
κάτι το φυσιολογικό.
5) Ο συζυγικός βιασμός λαμβάνει χώρα συνήθως σε σχέσεις κακοποίησης ή / και
σε ζευγάρια που ο άνδρας έχει διαστροφές γύρω από το σεξ.
6) Όσα γνωρίζουμε για το συζυγικό βιασμό προέρχονται από εξομολογήσεις των
θυμάτων αυτού στα πλαίσια διαφόρων ερευνών. Συνεπώς, η σκιαγράφηση του
προφίλ των δραστών (χαρακτηριστικά, αίτια των πράξεών τους, κ.τ.λ.) δεν μπορεί
να είναι απολύτως εύστοχη.
7) Οι συνέπειες του συζυγικού βιασμού στη γυναίκα είναι ιδιαίτερα καταστρεπτικές,
περισσότερο και από το βιασμό από έναν άγνωστο. Το αίσθημα της προδοσίας
καθιστά την πράξη αυτή οδυνηρότερη.
8) Δεν υπάρχουν ερευνητικά δεδομένα σχετικά με τις συνέπειες του συζυγικού
βιασμού στα παιδιά – μέλη της οικογένειας. Μήπως οι. σύζυγοι - βιαστές ήταν
έμμεσα θύματα σεξουαλικής βίας των πατέρων προς τις μητέρες τους; Μήπως
υπήρξαν θεατές σκηνών βιασμού;
21
9) Η συντριπτική πλειοψηφία των θεραπευτικών προγραμμάτων αναφέρονται στην
κακοποιημένη γυναίκα. Μπορεί αυτή να είναι το θύμα σε μία βίαιη σχέση και να έχει
ανάγκη υποστήριξης, αλλά και ο άνδρας χρειάζεται ψυχολογική παρακολούθηση.
Είναι λάθος το να θεωρείται αυτός αποκλίνον στοιχείο της κοινωνίας και να
αποβάλλεται αβίαστα από αυτήν. Μία αισιόδοξη νομοθετικά προοπτική θα ήταν το
να υποβάλλουν τα δικαστήρια το δράστη σε κάποιες ώρες ψυχοθεραπείας έναντι
ποινικών κυρώσεων.
10) Τελικά, οι λύσεις για την αντιμετώπιση του συζυγικού βιασμού βρίσκονται
βραχυπρόθεσμα στην ευαισθητοποίηση, ενημέρωση και καθοδήγηση όλων των
σχετικών φορέων για άμεση παροχή κάθε δυνατής βοήθειας στα θύματα, και,
μακροπρόθεσμα, σε μία αδιάκοπη προσπάθεια αναθεώρησης των θεσμών και
αξιών που μειώνουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια των γυναικών.
Συνεπώς, ο βιασμός είναι βιασμός ανεξάρτητα από τη σχέση θύτη και
θύματος. Η έκφραση «συζυγικός βιασμός» δεν είναι δύο αντικρουόμενες λέξεις
αλλά ένα έγκλημα που πρέπει να αντιμετωπίζεται. Η κακοποίηση των γυναικών
από τους συζύγους ή εραστές δεν είναι μόνο ένα ζήτημα γυναικείο, αλλά ένα θέμα
με ευρύτερες προεκτάσεις, ψυχολογικές, ιατρικές, νομικές και κοινωνιολογικές.
Βιβλιογραφία.
Α. Ξένη.
Barnett, O. W. et al. (1997). Family Violence Across the Lifespan. An Introduction.
U.S.A.: Sage Publications.
Bartollas, C. & Dinitz, S. (1989). Introduction To Criminology: Order and disorder.
U.S.A.: Harpers & Row Publishers.
Bergen, R. K. (1999). Marital Rape. The New Criminologist, March.
Bergen, R. K. (1996). Wife Rape. Understanding the Response of Survivors and
Service Providers. U.S.A.: Sage Publications.
Bowker, L. H. (1983). Marital rape: A distinct syndrome? Social Casework, 64 (6),
347-352.
Cowan, G. (2000). Beliefs about the causes of four types of rape. Sex Roles: A
journal of research, May.
Davidson, J. K. & Moore, N. B. (1992). Marriage and Family. U.S.A.: Wm. C. Brown
Publishers.
Diloreto, S. (2001). Domestic Violence: Detection and Treatment. Patient Care,
April 15.
22
Dowdeswell, J. (1986). Women on rape. Great Britain: Thorson’s Publishing Group.
Easteal, P. W. (1992). Rape Prevention: Combating the Myths. Violence
Prevention Today, October (1).
Fargier, M. O. (1983). Ο βιασμός. Αθήνα: Εκδόσεις Νέα Σύνορα.
Finkelhor, D. , Yllo, K. (1995). Types of Marital Rape. In Searles, P. & Bergen R. J.
(Eds), Rape & Society. Reading on the Problem of Sexual Assault (pp 152-159).
U.S.A.: Westview Press.
Finkelhor, D. , & Yllo, K. (1980). Rape in Marriage: A Sociological View. In
Finkelhor, D. et al, The Dark Side of Families – Current Family Violence Research
(pp 119-130). U.S.A.: Sage Publications.
Gelles, R. J. (1997). Intimate Violence In Families. Third Edition. U.S.A.: Sage
Publications.
Gelles, R. J. (1980). Power, Sex, and Violence: The Case of Marital Rape. In
Henslin, J. M. (Ed), Marriage and Family in a changing society (pp 389-401).
U.S.A.: The Free Press.
Haley, S. D. & Brann - Haley, E. (2000). War on the Home Front. An examination
of wife abuse. U.S.A.: Bergnahn Books.
Lees, S. (2000). Marital Rape and Marital Murder. In Hanmer, J. et al (Eds), Home
Truths about Domestic Violence. Feminist Influences on Policy and Practice. A
reader (pp 57-68). London: Routledge.
Mahoney, P. & Williams, L. M. (1998). Sexual Assault in Marriage: Prevalence,
Consequences and Treatment of Wife Rape. National Network for Family
Resistency.
Martin, D. (1981). Battered Wives. U.S.A.: Volcano Press, Inc.
Monson, C. M. & Langhinrichsen-Rolhling, J. (1998). Sexual and nonsexual marital
aggression. Legal considerations, epidemiology, and an integrated typology of
perpetrators. Aggression and Violent Behavior, 3 (4), 369-389.
Okun, L. (1986). Woman Abuse: Facts replacing myths. U.S.A.: State University of
New York Press, Albany.
Reid, S. T. (1988). Crime and Criminology. U.S.A.: Holt, Rinehart & Winston.
Roberts, A. R. (Ed) (1984). Battered Women and Their Families. Intervention
Strategies and Treatment Programs. New York: Springer Publishing Company.
Russell, D. (1990). Rape in Marriage. U.S.A.: Indiana University Press.
Shields, N. M. & Hanneke, C. R. (1983). Battered Wives’ Reactions to Marital
Rape. In Finkelhor, D. et al, The Dark Side of Families – Current Family Violence
Research (pp 131-146). U.S.A.: Sage Publications.
23
Stark, E. & Flitcraft, A. (1998). Personal Power and Institutional Victimization:
Treating the Dual Trauma of Woman Battering. In Ochberg, F. M. (Ed), Posttraumatic
therapy and victims of violence (pp 115-151). New York: Brunner/Mazer
Psychosocial Stress Series.
Walker, L. E. (1997). Όταν η αγάπη σκοτώνει. Αθήνα. Εκδόσεις Φυτράκη.
Walker, L. E. (1989). Η κακοποιημένη γυναίκα. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Walker, L. E. (1984). The Battered Woman Syndrome. U.S.A.: Springer Publishing
Company.
Β. Ελληνική.
Γουλιάρου, Θ. (1991). Βιασμός και συζυγικός βιασμός. Κατίνα, Ιανουάριος (6), 24 -
27.
ΚΕΘΙ (2000 ). Σπάστε τη σιωπή. Αθήνα: Εκδόσεις ΚΕΘΙ.
Πανούσης, Ι. , Δημόπουλος, Λ. & Καρύδης, Β. (1994). Θυματολογικά κείμενα.
Αθήνα - Κομοτηνή: Εκδόσεις Α. Ν. Σάκκουλα.
Παπαδημητρίου, Λ. (2003). Γυναίκες τιμωροί. ΒΗΜΑGAZINO, 23.2.2003.
Σαμαρτζή, Μ. (1996). Γυναίκες στο χορό της οργής. Αθήνα: Εκδόσεις Άδωνις.
Τσιγκρής, Α. Α. (2000). Τα σεξουαλικά εγκλήματα: Εγκληματολογικές προσεγγίσεις
της σεξουαλικής βίας. Αθήνα - Κομοτηνή: Εκδόσεις Α. Α. Σάκκουλα.
Τσιγκρής, Α. Α. (1996). Βιασμός. Το αθέατο έγκλημα. Αθήνα - Κομοτηνή: Εκδόσεις
Α. Α. Σάκκουλα.
Γ. Ηλεκτρονικές πηγές (Internet).
http://www.raperesponseservices.com/Information.htm (09/02/2003)
http://www.rapecrisisonline.com/MaritalRape.htm (09/02/2003)
http://www.sccadvasa.org/marital_rape.htm (09/02/2003)
http://www.amnesty.gr (12/02/20003)