Δευτέρα, 8 Μαρτίου 2010

Κλάμα του μωρού: Αποκωδικοποιείστε το

Για τους νέους γονείς η ανακάλυψη αποτελεί “μάννα εξ ουρανού”. Φτιάχτηκε συσκευή που αναλύει το κλάμα του μωρού και εξηγεί στους γονείς για ποιο λόγο το παιδί του κλαίει.

Η συσκευή αποτελείται από ένα ειδικό μαξιλαράκι εξοπλισμένο με έναν πομπό ο οποίος καταγράφει και αναλύει το κλάμα του μωρού και ένα βραχιόλι δέκτη που το φορά ο γονιός. Όταν η συγκεκριμένη διαδικασία ολοκληρωθεί, τότε ο πομπός στέλνει στο βραχιολάκι ένα μήνυμα και στη συνέχεια εκείνο δείχνει με τη βοήθεια μιας ελαφριάς δόνησης και των φωτεινών ενδείξεων αν πρόκειται, π.χ., για πείνα, πάνα ή κάποια άλλη αιτία.

Σύμφωνα με τη δημιουργό του Χανσούκ Λι, συνήθως το κλάμα του μωρού ποικίλλει ανάλογα με την ανάγκη του. Σκοπός λοιπόν της συσκευής είναι η καταγραφή των διαφορετικών μοτίβων του βρεφικού κλάματος και ο διαχωρισμός του καθενός. Αν και για την ώρα η «θαυματουργή» συσκευή παραμένει πειραματική, στην περίπτωση που τα όσα περιγράφουν οι επινοητές του είναι πραγματικά δεν αποκλείεται να τη δούμε σύντομα στην αγορά, να μονοπωλεί μάλιστα το ενδιαφέρον κυρίως των μπαμπάδων

Σάββατο, 6 Μαρτίου 2010

Αύξηση βάρους

ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ
ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ, ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ
ΤΗΣ ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑΣ



ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η παχυσαρκία ορίζεται ως η περίσσεια του λίπους στο σώμα και θεωρείται νόσος η οποία συνοδεύεται από σωματικές, ψυχολογικές και κοινωνικές επιπτώσεις στα πάσχοντα άτομα.

Στην κλινική πράξη, η εκτίμηση του σωματικού βάρους γίνεται με τη μέτρηση του Δείκτη Μάζας Σώματος (Body Mass Index: ΒΜΙ), ο οποίος είναι το πηλίκο του βάρους διά του ύψους στο τετράγωνο.

Δείκτης Μάζας Σώματος (ΒΜΙ)

Βάρος (kg)
ΒΜΙ = ------------------------
Ύψος2 (m2)

Τα όρια του ΒΜΙ βάσει της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας είναι:



Β Μ Ι


Ελλιποβαρής BMI <18> 40


Ένας ενήλικος θεωρείται παχύσαρκος όταν ο ΒΜΙ είναι μεγαλύτερος από
30 kg/m2. Πάνω από το όριο αυτό, η αύξηση του λιιπώδους ιστού και κατ'επέκταση του σωματικού βάρους έχει βρεθεί ότι προκαλεί σημαντική αύξηση της νοσηρότητας και θνησιμότητας.

Όλα τα επιστημονικά δεδομένα συνηγορούν ότι η παχυσαρκία με κοιλιακή (σπλαχνική) κατανομή του λίπους συνοδεύεται από μεταβολικές και καρδιαγγειακές επιπλοκές. Η μέτρηση της περιμέτρου της μέσης ή το πηλίκο της περιμέτρου της μέσης προς την περίμετρο των ισχίων (WHR), είναι ένας απλός, αλλά εξαιρετικά χρήσιμος δείκτης (μέθοδος αξιολόγησης) της κατανομής του λίπους στην καθημερινή κλινική πράξη.




Στα παιδιά δεν υπάρχει συμφωνία για τον τρόπο ορισμού της παχυσαρκίας. Προτείνεται είτε η χρήση του ΒΜΙ, όπως στους ενήλικες, ή η 97η εκατοστιαία
θέση του ΒΜΙ για δεδομένο φύλο και ηλικία.

Στους ηλικιωμένους ( > 70 ετών) δεν υπάρχει κοινής αποδοχής ορισμός της παχυσαρκίας.

Επιδημιολογία ? Μέγεθος του προβλήματος

Στον ελληνικό πληθυσμό δεν υπάρχουν επιδημιολογικές μελέτες για τη συχνότητα και τις επιπτώσεις της παχυσαρκίας. Στην Ευρώπη γενικά, στους ενήλικες, 10-20% των ανδρών και 15-25% των γυναικών είναι παχύσαρκοι και τα ποσοστά αυτά βαίνουν διαρκώς αυξανόμενα. Περίπου 35-45% των ανδρών και 25-35% των γυναικών έχουν σωματικό υπέρβαρο. Εντονότερο πρόβλημα παρουσιάζεται στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

Τα αίτια της Παχυσαρκίας

1) Διατροφή

* Η περίσσεια θερμίδων που προκαλεί αύξηση βάρους διαφέρει πάρα πολύ από άτομο σε άτομο.
* Η κατανάλωση λίπους συμβάλλει κατά κύριο λόγο στην αυξημένη θερμιδική πρόσληψη.
* Σημαντικό ρόλο στην αύξηση του βάρους παίζει ο αριθμός και η κατανομή των γευμάτων, καθώς και η λήψη τροφής εκτός των κύριων γευμάτων.
* Οι διαταραχές διατροφικής συμπεριφοράς είναι συχνότερες στους παχύσαρκους (πχ η περιστασιακή ή επεισοδιακή υπερφαγία ή η νυκτερινή υπερφαγία).
* Μία μέτρια αλλά συνεχής αύξηση των θερμίδων κάθε ημέρα (50-200 kcal) οδηγεί σε μία περίοδο 4-10 ετών σε αργή αλλά προοδευτική αύξηση του βάρους της τάξεως των 2-20 kg. Συνήθως η αύξηση του βάρους γίνεται στην περίοδο 20-40 ετών με τη μέγιστη αύξηση του βάρους στη μέση ηλικία.

2) Σωματική δραστηριότητα

* Υπάρχει συσχέτιση μεταξύ παχυσαρκίας και καθιστικής ζωής όπως εκτιμάται από δείκτες όπως ο χρόνος μπροστά στην τηλεόραση.
* Η σωματική άσκηση είναι ο μόνος τρόπος για να αυξηθεί φυσιολογικά η ενεργειακή κατανάλωση.

3) Γενετικοί παράγοντες

* Από μελέτες σε διδύμους ή σε υιοθετημένα παιδιά προκύπτει ότι ο βαθμός κληρονομικότητας της ποσότητας του λιπώδους ιστού κυμαίνεται από 25-40%, ενώ του κοιλιακού (σπλαχνικού) λίπους στο 50%.
* Η γενετική προδιάθεση συνεπάγεται τη μεγαλύτερη δυνατότητα ενός ατόμου να αυξήσει το βάρος του σε ένα μη ευνοϊκό περιβάλλον (κακή διατροφή, μειωμένη κινητικότητα).
* Η παχυσαρκία πλην ελαχίστων εξαιρέσεων είναι πολυγονιδιακή και πολυπαραγοντική νόσος.

4) Οι ψυχολογικές, κοινωνικές και πολιτισμικές συνιστώσες

* Δεν υπάρχει τυπική ψυχολογική εικόνα των παχυσάρκων, όμως ο ρόλος των ψυχολογικών παραγόντων, ειδικά της κατάθλιψης, στην εμφάνιση των διαταραχών της διατροφικής συμπεριφοράς είναι αναγνωρισμένος.
* Ο τρόπος ζωής επηρεάζει τις διατροφικές συνήθειες και τη σωματική δραστηριότητα: η εκβιομηχάνιση και η αστυφιλία μειώνουν την ενεργειακή κατανάλωση. Η οργάνωση της σχολικής απασχόλησης αφήνει ελάχιστο χρόνο για σωματική δραστηριότητα, η εξέλιξη των τρόπων διατροφής κατευθύνεται προς μείωση της κατανάλωσης σύνθετων υδατανθράκων, λαχανικών και φρούτων και αύξηση των ζωικών λιπαρών στην τροφή.
Οι αλλαγές αυτές συμβάλλουν στην αυξημένη επίπτωση της παχυσαρκίας και πρέπει να αποτελούν κύριο στόχο της πρόληψης και θεραπείας.

5) Αλλα αίτια

* Ενδοκρινικά αίτια όπως ο υποθυροειδισμός ή το σύνδρομο Cushing αποτελούν σπάνια αίτια παχυσαρκίας.
* Η χορήγηση φαρμάκων όπως τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, οι σουλφονυλουρίες και η θεραπεία με κορτικοστεροειδή μπορεί να συμμετέχουν στην αύξηση του βάρους.
* Η διακοπή του καπνίσματος συνεπάγεται μία πτώση του μεταβολικού ρυθμού και αύξηση στην πρόσληψη τροφής. Για τον λόγο αυτό οι διαιτητικές συμβουλές και οι οδηγίες σωματικής δραστηριότητας είναι απαραίτητες στα άτομα που πρόκειται να διακόψουν το κάπνισμα.


Επιπλοκές

1. Νοσηρότητα: Οι επιπλοκές, ιδίως οι καρδιαγγειακές, αυξάνουν παράλληλα με το ΒΜΙ και γίνονται επικίνδυνες όταν ο ΒΜΙ ξεπερνάει το
30 kg/m2. Ορισμένες επιπλοκές όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, έχουν άμεση σχέση με την παχυσαρκία, ενώ άλλες όπως ορισμένοι καρκίνοι, έμμεση.
Οι κυριώτερες επιπλοκές είναι:

Καρδιαγγειακές:
Στεφανιαία νόσος, αρτηριακή υπέρταση, ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο,θρομβοφλεβίτιδα, πνευμονική εμβολή, αριστερή και δεξιά καρδιακή ανεπάρκεια

Μεταβολικές:
Υπερινσουλιναιμία, αντίσαταση στην ινσουλίνη, σακχαρώδης
διαβήτης τύπου ΙΙ, δυσλιπιδαιμία (αύξηση τριγλυκεριδίων, ελάττωση HDL-χοληστερόλης,μικρές πυκνές LDL), υπερουριχαιμία, διαταραχές
αιμόστασης

Αναπνευστικές:
Αναπνευστική ανεπάρκεια, σύνδρομο άπνοιας κατά τον ύπνο, κυψελιδικός υποαερισμός, πνευμονική υπέρταση

Μυοσκελετικές:
Οστεοαρθρίτιδα γονάτων, οσφυαλγία, ουρική αρθρίτιδα

Πεπτικού:
Χολολιθίαση, λιπώδης διήθηση ήπατος, γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση

Καρκίνοι:
(Ανδρες) Προστάτη, παχέος εντέρου, χοληφόρων
(Γυναίκες) Ενδομητρίου, τραχήλου μήτρας, ωοθηκών, μαστού, παχέος εντέρου, χοληφόρων

Ενδοκρινικές:
(Ανδρες) Υπογοναδισμός (σε νοσογόνο κοιλιακή παχυσαρκία)
(Γυναίκες) Ανωορρηκτικοί κύκλοι, υπογονιμότητα, υπερανδρογοναιμία

Δερματολογικές:
Υπεριδρωσία, μυκητιάσεις, λεμφοίδημα, οιδήματα κάτω άκρων

Νεφρολογικές:
Πρωτεϊνουρία, νεφροσκλήρυνση

Ψυχο-κοινωνικές:
Διαταραχή στην ποιότητα ζωής, κοινωνικός στιγματισμός και προκατάληψη, διαταραχή της εικόνας του σώματος

Αλλες:
Καλοήθης ενδοκράνια υπέρταση, μαιευτικές επιπλοκές, κίνδυνοι κατά και μετά τη χορήγηση αναισθησίας, μετεγχειρητικές επιπλοκές.

Όμως η αύξηση του σωματικού βάρους ελαττώνει τον κίνδυνο οστεοπόρωσης.

2. Θνησιμότητα: η θνησιμότητα αυξάνει όταν ο ΒΜΙ ξεπερνάει το 30 kg/m2,
ενώ η χαμηλότερη θνησιμότητα παρατηρείται όταν ο ΒΜΙ είναι μεταξύ
18 και 25 kg/m2. Η σχέση ΒΜΙ και θνησιμότητας επηρεάζεται άμεσα
από την ύπαρξη διαβήτη, αρτηριακής υπέρτασης και δυσλιπιδαιμίας.
Στην γυναικείου τύπου παχυσαρκία ( η οποία χαρακτηρίζεται από
αυξημένη συγκέντρωση λίπους στους μηρούς και τους γλουτούς) χωρίς
άλλους παράγοντες κινδύνου, η θνησιμότητα δεν είναι ιδιαίτερα αυξημένη.

Πρόληψη στον γενικό πληθυσμό

Ενέργειες προς αυτή την κατεύθυνση είναι απαραίτητες λόγω της σημασίας συμπεριφορολογικών και περιβαλλοντολογικών παραγόντων στην παχυσαρκία
και των αυξανόμενων επιπτώσεών της στα παιδιά και τους ενήλικες.

Πρέπει να είναι επικεντρωμένες:

* στην προβολή της σωματικής δραστηριότητας στην καθημερινή ζωή
* στη διατροφική πληροφόρηση που αποσκοπεί στη μείωση της υπερβολικής θερμιδικής πρόσληψης εξαιτίας κυρίως της θερμιδικής πυκνότητας των τροφών (τροφές πλούσιες σε λίπος)


Πρέπει να στηρίζονται στην διατροφική εκπαίδευση στο σχολείο και να στοχεύουν ειδικά σε τομείς του πληθυσμού που επιδεικνύουν αυξημένη συχνότητα παχυσαρκίας (νέοι, χαμηλά κοινωνικά στρώματα).

Συνιστάται η καταπολέμηση κάθε ψευδούς και απατηλής διαφήμισης που σχετίζεται με την απώλεια του βάρους. Συνιστάται επίσης η εφαρμογή κώδικα καλής συμπεριφοράς της βιομηχανίας παρασκευής και διάθεσης τροφίμων στον τομέα της διατροφικής πληροφόρησης, ιδιαίτερα όταν απευθύνεται σε παιδιά και εφήβους, καθώς και η βελτίωση της επισήμανσης των προϊόντων ώστε να καθίστανται κατανοητές και ευδιάκριτες από τους καταναλωτές.

Πρόληψη σε άτομα υψηλού κινδύνου

* Ατομα με παχύσαρκους συγγενείς πρώτου βαθμού, παιδιά με πρόωρη παχυσαρκία (πριν την ηλικία των 6 ετών).
* Καταστάσεις που ευνοούν την αύξηση βάρους όπως διακοπή του καπνίσματος, διακοπή σωματικής δραστηριότητας και αθλητισμού, φαρμακευτική αγωγή (νευροληπτικά, αντικαταθλιπτικά, αντιεπιληπτικά, κορτικοειδή, οιστρογόνα, προγεστερινοειδή), ενδοκρινικές νόσοι (υποθυρεοειδισμός, σύνδρομο Cushing), αλλαγή επαγγέλματος και στέγης, εγκυμοσύνη, εμμηνόπαυση, περίοδοι ψυχολογικής ή κοινωνικής εξασθένησης.
* Ατομα με γρήγορη αύξηση βάρους ( > 5% του συνήθους βάρους τους).
* Ατομα που εμφανίζουν ή έχουν προδιάθεση να εμφανίσουν μία νόσο που επιδεινώνεται από την αύξηση βάρους (πχ σακχαρώδη διαβήτη, αρτηριακή υπέρταση).


Στόχοι της θεραπείας


1) Σφαιρική θεραπευτική αντιμετώπιση

Η θεραπεία των επιπλοκών είναι πρωταρχικός στόχος ανεξάρτητα από την εξέλιξη του βάρους. Πρέπει να επιμείνουμε στη θεραπεία της υπέρτασης, του σακχαρώδη διαβήτη, των δυσλιπιδαιμιών, των αναπνευστικών επιπλοκών (σύνδρομο άπνοιας ύπνου), των καρδιαγγειακών (καρδιακή ή στεφανιαία ανεπάρκεια), λαμβάνοντας υπόψη και τους ψυχολογικούς και κοινωνικούς παράγοντες. Για μερικούς ασθενείς για τους οποίους η παχυσαρκία συνιστά κυρίως πηγή ψυχολογικών και όχι σωματικών προβλημάτων, πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στη αποκατάσταση της αυτοεκτίμησης και της εικόνας του σώματος, όπως και στη μάχη κατά της κοινωνικής απόρριψης.

2) Το βάρος ? στόχος πρέπει να είναι ρεαλιστικό και εξατομικευμένο

Υπάρχουν φυσιολογικά και ψυχολογικά όρια που διαφέρουν από άτομο σε άτομο.
Αντικειμενικός σκοπός πρέπει να είναι η διατήρηση της απώλειας βάρους
επί μακρόν και εάν είναι δυνατόν, δια βίου.

Πρακτικά, στην πλειονότητα, μία απώλεια 5 ? 15% του αρχικού βάρους αποτελεί ένα ρεαλιστικό στόχο και βελτιώνει την υγεία. Απώλεια 20% και άνω πρέπει να επιδιώκεται εάν αυτή δεν επηρεάζει την διατροφική, σωματική, ψυχολογική και κοινωνική ισορροπία του ατόμου.
o Η ελάττωση του βάρους σε υπέρβαρα άτομα ή άτομα με παχυσαρκία βελτιώνει πολλές παραμέτρους. Για παράδειγμα η μείωση κατά 10 kg έχει τα εξής αποτελέσματα:


------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Θνητότητα


: > 20% ελάττωση στη συνολική θνητότητα


: > 30% ελάττωση στους σχετιζόμενους με το διαβήτη
θανάτους


: > 40% ελάττωση στους σχετιζόμενους με τη παχυσαρκία θανάτους από καρκίνο

Αρτηριακή πίεση


: ελάττωση κατά 10 mmHg της συστολικής ΑΠ


: ελάττωση κατά 20 mmHg της διαστολικής ΑΠ

Σακχαρώδης Διαβήτης


: ελάττωση κατά 50% της γλυκόζης νηστείας

Λιπίδια


: ελάττωση κατά 10% της ολικής χοληστερόλης


: ελάττωση κατά 15% της LDL


: ελάττωση κατά 30% των τριγλυκεριδίων


: αύξηση κατά 8% της HDL

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------



* Η μείωση του βάρους κατά 5-10 kg βελτιώνει τα συμπτώματα από το μυοσκελετικό (οσφυαλγία, αρθραλγίες), από το αναπνευστικό και μειώνει τη συχνότητα των επεισοδίων άπνοιας του ύπνου.
* Μελέτες διάρκειας λίγων εβδομάδων δείχνουν ότι για κάθε 1% μείωση του βάρους παρατηρείται πτώση κατά 1 mmHg της συστολικής και 2 mmHg της διαστολικής αρτηριακής πίεσης.
* Η ευαισθησία στην ινσουλίνη και η διαταραχή στην ανοχή της γλυκόζης βελτιώνονται με την απώλεια βάρους. Σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη η μείωση του βάρους κατά 10-20 kg μπορεί να επιφέρει σαν αποτέλεσμα φυσιολογικά επίπεδα γλυκόζης. Εν τούτοις σημαντικά ωφέλη προκύπτουν στα διαβητικά άτομα και με απώλεια βάρους 3-8 kg.
* Οι διαταραχές των λιπιδίων του αίματος που συνοδεύουν την παχυσαρκία κυρίως υψηλά τριγλυκερίδια, υψηλή ολική χοληστερόλη και χαμηλή HDL χοληστερόλη, συνήθως αποκαθίστανται μετά από μέτρια απώλεια βάρους. Απώλεια 1 κιλού σωματικού βάρους συνεπάγεται ελάττωση της LDL χοληστερόλης κατά 1%. Τα τριγλυκερίδια και η HDL χοληστερόλη δείχνουν τις πιό αξιοσημείωτες αλλαγές στην απώλεια βάρους, σε άτομα με υψηλό WHR (σπλαχνική παχυσαρκία).
* Ο έλεγχος του βάρους στη διάρκεια της κύησης είναι σημαντικός. Γυναίκες που είναι υπέρβαρες ή παχύσαρκες πριν από την εγκυμοσύνη, και δεν προσθέσουν άλλο βάρος στη διάρκεια της κύησης φαίνεται να αποκτούν υγιή παιδιά. Γενικά, πρέπει να δίνονται συμβουλές αύξησης του βάρους κατά
6-8 kg αντί του συνήθους 12 kg. Απώλεια βάρους πρέπει να αποφεύγεται στο διάστημα της σύλληψης και στη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
* Υπάρχουν δύο μειονεκτήματα από την απώλεια βάρους που έχουν επισημανθεί από προοπτικές μελέτες :

α) Οι γυναίκες οι οποίες έχασαν βάρος, έχουν αυξημένο κίνδυνο για ανάπτυξη χολολιθίασης
β) Η πυκνότητα των οστών είναι αυξημένη στα παχύσαρκα άτομα και ελαττώνεται με την απώλεια βάρους.


Σε μερικές περιπτώσεις, ο μόνος λογικός και εφικτός στόχος έγκειται στην αποφυγή μιάς επιδείνωσης της παχυσαρκίας, ιδίως όταν υπάρχουν ισχυρές βιολογικές αντιστάσεις και κακή ανοχή της διατροφικής στέρησης.



Αντιμετώπιση της Παχυσαρκίας

Συνδυασμός θεραπευτικών μέτρων πάντοτε.

1) Σωματική δραστηριότητα

Συνιστάται μία διαρκής, μέτριας έντασης, επαναλαμβανόμενη σωματική δραστηριότητα, όχι μόνο για το μακροπρόθεσμο έλεγχο του βάρους, αλλά και για τη βελτίωση των μεταβολικών επιπλοκών. Κατά πρώτο λόγο συνιστάται η αύξηση της σωματικής δραστηριότητας στην καθημερινή ζωή και τον ελεύθερο χρόνο (περπάτημα με σταθερό βήμα αντί για μετακίνηση με αυτοκίνητο, σκάλες αντί για ασανσέρ κλπ). Μπορεί να συμπληρωθεί με προγραμματισμένη δραστηριότητα δύο έως τρείς φορές την εβδομάδα. Η απουσία τακτικής σωματικής δραστηριότητας είναι κακός προγνωστικός παράγοντας για τη διατήρηση του βάρους.

2) Αλλαγή τρόπου διατροφής

* Στην πλειοψηφία πρόκειται για διόρθωση της υπερβολικής ενεργειακής πρόσληψης, αλλά και της ποιότητας της τροφής. Στόχος είναι η βοήθεια του ασθενούς έτσι ώστε να βρεί μια διατροφική ισορροπία.
* Συνιστάται να βοηθηθεί ο πάσχων α) να εκτιμά τη διατροφική του πρόσληψη, γνωρίζοντας το ενεργειακό περιεχόμενο των τροφών, β) να αναλύει τη σημασία των ενδιάμεσων γευμάτων και των καταστάσεων που τις προκαλούν: η τήρηση διατροφικού ημερολογίου είναι ένα χρήσιμο εργαλείο.
* Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η θεραπεία των διαταραχών της διατροφικής συμπεριφοράς, διότι η παροξυσμική υπερφαγία, η νυκτερινή υπερφαγία και τα συχνά ενδιάμεσα γεύματα, είναι πηγές σημαντικής θερμιδικής πρόσληψης και ο έλεγχός τους μπορεί να είναι αρκετός για τη μείωση του υπερβάλλοντος βάρους.
* Η χορήγηση υποθερμιδικής δίαιτας πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ατομικές διατροφικές συνήθειες και να μην περιλαμβάνει μεγάλες στερήσεις. Ελαφρώς υποθερμιδικές δίαιτες έχουν καλύτερα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα, λιγότερες παρενέργειες και επιτρέπουν ποικιλία στη διατροφή και καλύτερη κοινωνική ζωή. Πρακτικά, η διαιτητική προσέγγιση συνιστάται σε μείωση κατά 15-30% της λήψης τροφής ή η πρόσληψη περίπου των 2/3 της ημερήσιας ενεργειακής δαπάνης όπως αυτή υπολογίστηκε από την ηλικία, το φύλο, το βάρος και το σύνηθες επίπεδο σωματικής δραστηριότητας.
* Δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται σε τακτική και μακροπρόθεσμη βάση δίαιτες χαμηλών ή πολύ χαμηλών θερμίδων.

3) Τροποποίηση συμπεριφοράς

* Ο ενεργός αυτοέλεγχος της διατροφικής συμπεριφοράς και της σωματικής δραστηριότητας είναι το κύριο σημείο αυτής της θεραπευτικής προσέγγισης, η οποία στηρίζεται στις μεθόδους ελέγχου των ερεθισμάτων, τη θετική ενδυνάμωση του ατόμου και την αναζήτηση οικογενειακής και κοινωνικής υποστήριξης.
* Η ψυχολογική υποστήριξη αποτελεί απαραίτητο τμήμα της θεραπείας συμπεριφοράς, ιδίως όταν το αίτημα του ασθενούς για απώλεια βάρους
δεν είναι παραγματικό και οφείλεται σε ψυχικά αίτια.
* Ψυχοθεραπεία ενδείκνυται σε περιπτώσεις κατάθλιψης, διαταραχής της εικόνας του σώματος και όταν οι διαταραχές της διατροφικής συμπεριφοράς σχετίζονται με ψυχολογικά προβλήματα.

4) Τακτική παρακολούθηση

Η παρακολούθηση πρέπει να εξατομικεύεται. Σύμφωνα με διάφορες μελέτες ή τακτική παρακολούθηση (περίπου κάθε μήνα) συμβάλλει στην πρόληψη των υποτροπών.

5) Φαρμακευτική αγωγή

Φάρμακα χορηγούνται μόνο επί αποτυχίας των προηγούμενων μέτρων και σε ασθενείς με ΒΜΙ πάνω από 30 kg/m2 ή σε ασθενείς με ΒΜΙ πάνω από
25 kg/m2 που εμφανίζουν επιπλοκές ή αυξημένο κίνδυνο νοσηρότητας λόγω του αυξημένου σωματικού βάρους. Κύριος στόχος είναι η βοήθεια για μακρόχρονη διατήρηση του βάρους. Μόνο φάρμακα αποδεδειγμένης αποτελεσματικότητας και ανοχής πρέπει να χρησιμοποιούνται, συνέχιση
δε της θεραπείας πέραν του τριμήνου πρέπει να γίνεται μόνο στους ασθενείς που ανταποκρίνονται θετικά σ'αυτήν. Πρέπει να εφαρμόζεται φαρμακευτική θεραπεία για την αντιμετώπιση των διαφόρων επιπλοκών, εφόσον αυτές επιμένουν παρά τη δίαιτα και τη σωματική δραστηριότητα (πχ διαβήτης, δυσλιπιδαιμίες, υπέρταση).

6) Χειρουργική θεραπεία

* Θεωρείται κατ'εξαίρεση θεραπευτική προσέγγιση και συστήνεται με τη σύμφωνη γνώμη του ειδικού, μετά από σωστή ιατρική παρακολούθηση τουλάχιστον ενός έτους η οποία περιλαμβάνει ψυχολογική αντιμετώπιση και τροποποίηση συμπεριφοράς, πολύπλευρη προσέγγιση και αντιμετώπιση ψυχολογικών δυσχερειών. Εφαρμόζεται μόνο σε νοσογόνο παχυσαρκία
(ΒΜΙ > 40 kg/m2) η οποία ανθίσταται στη συμβατική θεραπεία και προκαλεί σημαντικές, μη ελεγχόμενες επιπλοκές.
Η προεγχειρητική εκτίμηση
* γίνεται από εξειδικευμένη ομάδα ιατρών (διατροφολόγου, ψυχιάτρου, χειρουργού, αναισθησιολόγου) σε συνεργασία με τον θεράποντα ιατρό
* λαμβάνει υπόψη της τις σωματικές, ψυχολογικές και κοινωνικές επιπλοκές
* συντελεί ώστε να αποκλεισθούν άτομα με αντενδείξεις για επέμβαση (ψυχολογικές, καρδιαγγειακές, αναισθησιολογικές, πεπτικές) και να υπολογισθούν οι κίνδυνοι κατά την επέμβαση (αναπνευστικοί, καρδιαγγειακοί)
* λαμβάνει υπόψη το κίνητρο του ασθενούς (προγνωστικός παράγοντας)

Η ιατρική παρακολούθηση δια βίου είναι απαραίτητη για τον εντοπισμό των επιπλοκών της μεθόδου.

7) Πλαστική και επανορθωτική χειρουργική

Η επανορθωτική χειρουργική είναι απαραίτητη για την αφαίρεση του υπερβάλλοντος υποδόριου λιπώδους ιστού όταν προκαλεί μηχανικά προβλήματα (δυσμορφία) και έχει ψυχολογικές επιπτώσεις. Δεν αποτελεί όμως θεραπευτική αντιμετώπιση της παχυσαρκίας.



Θεραπευτικές Στρατηγικές

1) Η θεραπεία της παχυσαρκίας πρέπει να είναι έγκαιρη, εάν είναι
δυνατόν στο στάδιο της δημιουργίας του υπερβολικού βάρους.

2) Σε άτομα με ΒΜΙ μεταξύ 25 και 29,9 kg/m2 χωρίς επιπλοκές,
ο στόχος πρέπει να είναι οι διαιτητικές συστάσεις, η σωματική
δραστηριότητα και η τροποποίηση συμπεριφοράς. Απώλεια
βάρους συνιστάται εάν υπάρχουν κοιλιακή παχυσαρκία,
παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου, άλλη νόσος της οποίας
η εξέλιξη επηρεάζεται από το επιπλέον βάρος ή ακόμη εάν
το επιπλέον βάρος δεν είναι καλώς ανεκτό.

3) Σε άτομα με ΒΜΙ > 30 kg/m2 αντικειμενικός στόχος είναι η απώλεια
βάρους, η μακροπρόθεσμη σταθεροποίηση του βάρους, η πρόληψη
και θεραπεία των επιπλοκών.
Η παχυσαρκία χρειάζεται διαιτητικές συμβουλές και αύξηση της
σωματικής δραστηριότητας. Μπορεί να προταθεί τροποποίηση
συμπεριφοράς όταν υπάρχει δυσκολία στην εφαρμογή των ανωτέρω
μέτρων. Αν οι επιπλοκές είναι απειλητικές και δεν ελέγχονται από
ειδικά μέτρα, μπορεί να εξετασθεί το ενδεχόμενο φαρμακευτικής
αγωγής.

4) Η κακοήθης ή νοσογόνος παχυσαρκία (ΒΜΙ >40 kg/m2) χρειάζεται
ειδική αγωγή σε συνεργασία με τον θεράποντα ιατρό.

5) Τα παχύσαρκα άτομα πρέπει να αντιμετωπίζονται στα πρωτοβάθμια
κέντρα περίθαλψης, στο εξωτερικό ιατρείο του νοσοκομείου, είτε σε
ειδικά ιατρεία Παχυσαρκίας/Διατροφής/Μεταβολισμού. Για την
πρώτη εκτίμηση της παχυσαρκίας, εκτός από λήψη πλήρους
ιστορικού σωματικού βάρους καθώς και καταγραφής διαιτητικών
συνηθειών, πρέπει να γίνονται τα εξής:

o Μέτρηση του βάρους και του ύψους
o Μέτρηση περιμέτρου κοιλίας ή WHR
o Καταγραφή καπνίσματος
o Καταγραφή φαρμάκων που επηρεάζουν το βάρος
o Μέτρηση ΑΠ
o Γενική ούρων
o Μέτρηση τρανσαμινασών και γGT
o Μέτρηση λιπιδίων (ιδίως όταν υπάρχει ατομικό ή κληρονομικό ιστορικό στεφανιαίας νόσου, σακχαρώδους διαβήτη ή υπέρτασης)
o Μέτρηση TSH
o Μέτρηση γλυκόζης αίματος σε δείγμα νηστείας ή τυχαίο


6) Η διακοπή του καπνίσματος πρέπει να είναι η πρώτη προτεραιότητα
από ότι η απώλεια βάρους στα παχύσαρκα άτομα.

7) Στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας θα πρέπει να δίνεται έμφαση
στη μέτρια απώλεια βάρους και στη διατήρησή του βάρους, και όχι
στην επιστροφή στο «ιδανικό» ή «φυσιολογικό» βάρος. Συνήθως
πρόγραμμα απώλειας βάρους 12 εβδομάδων πρέπει να
ακολουθείται από πρόγραμμα διατήρησης του βάρους διάρκειας
12 εβδομάδων.

8) Η / Ο σύντροφος του παχύσαρκου πρέπει να συμμετέχει στις
διατροφικές αλλαγές.

9) Πρέπει να εφαρμόζονται τεχνικές τροποποίησης της συμπεριφοράς

10) Αυστηρές υποθερμιδικές δίαιτες πρέπει να γίνονται μόνο σε ειδικά
κέντρα, σε εξατομικευμένες περιπτώσεις για μικρό χρονικό
διάστημα και πάντοτε υπό ιατρική παρακολούθηση.

11) Πρέπει να τονίζονται οι γενικές οδηγίες υγιεινής διατροφής:

o Κατανάλωση φρούτων, λαχανικών και φυτικών ινών
o Ελάττωση του λίπους και ιδίως του ζωικού λίπους
o Ελάττωση κατανάλωσης ζάχαρης
o Ελάττωση κατανάλωσης αλατιού



Παιδική Παχυσαρκία

Συνιστάται:

* Αξιολόγηση των τιμών του βάρους και του ΒΜΙ σε σχέση με την ηλικία (ειδικές καμπύλες βιβλιαρίου υγείας)
* Να λαμβάνεται υπόψη η πρόωρη παχυσαρκία (πριν από τον 6ο χρόνο ζωής) και η γρήγορη μετατόπιση στις καμπύλες των εκατοστιαίων θέσεων (πχ το πέρασμα από την 60η στην 90η εκ. θέση), γεγονότα που αποτελούν δείκτες κινδύνου ανάπτυξης παχυσαρκίας και απαιτούν ιατρική επέμβαση.
* Να μη θεραπεύεται το υπερβάλλον βάρος πριν την ηλικία των 3 ετών.
* Δράση εναντίον ενός τρόπου ζωής που χαρακτηρίζεται από καθιστική ζωή και πρόσληψη τροφής εκτός κυρίων γευμάτων (χρόνος μπροστά στην τηλεόραση, μετακινήσεις, καθημερινές μικροδραστηριότητες, απουσία δομημένων γευμάτων της οικογένειας).
* Ήπια μείωση της ενεργειακής πρόσληψης για να είναι εξασφαλισμένες οι ανάγκες της ανάπτυξης και αποφυγή των ανεπιθύμητων ενεργειών της διατροφικής στέρησης.
* Αγώνας κατά της περιθωριοποίησης του παχύσαρκου παιδιού.
* Συμμετοχή και ουσιαστική συμβολή της οικογένειας.

Η αυξημένη επίπτωση της παιδικής παχυσαρκίας απαιτεί επιδημιολογικές και κλινικές έρευνες.

Πρόσβαση του Παχύσαρκου στο Σύστημα Υγείας

1) Για τη βελτίωση της πρόσβασης στο σύστημα υγείας συνιστάται:
* μάχη κατά της αρνητικής στάσης του κοινού και του προσωπικού υγείας προς τους παχυσάρκους
* να θεωρηθεί η παχυσαρκία ως σημαντικό πρόβλημα δημόσιας υγείας, λόγω των σημαντικών επιπλοκών και της αυξανόμενης επίπτωσής της.
* ανάπτυξη ειδικών ιατρείων για αξιολόγηση και θεραπεία της παχυσαρκίας, ιδιαίτερα δε για τα άτομα με οικονομικές και κοινωνικές δυσκολίες
* να θεωρηθεί η νοσογόνος ή κακοήθης παχυσαρκία ως μακροχρόνια νόσος-αναπηρία, χωρίς συμμετοχή του ασφαλισμένου στις δαπάνες υγείας.

2) Για τη βελτίωση της θεραπείας της παχυσαρκίας συνιστάται:
* Να καταστεί εμφανής ο ρόλος των γιατρών. Ο θεράπων (οικογενειακός) γιατρός και παιδίατρος έχουν πρωταρχικό ρόλο στη διάγνωση της παχυσαρκίας και των επιπλοκών της, στον ορισμό στόχων και την θέσπιση των πρώτων θεραπευτικών μέτρων. Ο ειδικός γιατρός έχει ως αντικείμενο την θεραπεία της απλής και νοσογόνου παχυσαρκίας, των σημαντικών διαταραχών της διατροφικής συμπεριφοράς και της παχυσαρκίας που ανθίσταται στα πρώτα θεραπευτικά μέτρα. Συχνά απαιτείται προσέγγιση ομάδας στη διάγνωση και θεραπεία ειδικών επιπλοκών (σύνδρομο άπνοιας ύπνου, καρδιαγγειακές επιπλοκές).
* Η εκπαίδευση και ανάδειξη ειδικών γιατρών που ασχολούνται με την παχυσαρκία και τα νοσήματα της διατροφής. Οι γιατροί αυτοί μετά την απόκτηση κύριας ειδικότητας (παθολογία, παιδιατρική, ενδοκρινολογία) πρέπει να εξειδικεύονται περαιτέρω στην παχυσαρκία και τα νοσήματα διατροφής.

3) Για την ανάπτυξη της πρόληψης συνιστάται:
* η συνεισφορά γενικών ιατρών, παιδιάτρων, σχολιάτρων, ιατρών εργασίας
στην αναγνώριση ατόμων με προδιάθεση ή έκδηλη παχυσαρκία
* ανάπτυξη της εκπαίδευσης στη διατροφή και τα νοσήματα που σχετίζονται
με αυτήν, τόσο κατά τη διάρκεια των ιατρικών και παραϊατρικών σπουδών,
όσο και στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης εκπαίδευσης.


Ε-mail:
Haso@hellasnet gr.
---------ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΑΤΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑΣ----------
Μαιάνδρου 23, Αθήνα 115 28
Τηλ.:72 11 845, Fax:72 15082

Φυλλικό οξύ


Πολλά είναι τα δημο­σιεύματα του διεθνούς τύπου που υπερθεματίζουν τελευταία υπέρ ή κατά του φυλλικού οξέος. Πράγματι, η διχογνωμία μεταξύ των επιστημόνων για τα οφέλη και τους κινδύνους αυτής της βιταμίνης φαίνεται ότι προβληματίζει την κοινή γνώμη. Η αφορμή για τη διαμάχη δόθηκε στη Μεγάλη Βρετανία, η οποία, έπειτα από γνωμοδότηση του βρετανικού Οργανισμού Τροφίμων (Food Standards Agency), ανακοίνωσε ότι σκοπεύει να προχωρήσει στον εμπλουτισμό του ψωμιού ή του αλευριού με φυλλικό οξύ. Εάν συναινέσει το βρετανικό Υπουργείο Υγείας, η Μεγάλη Βρετανία θα είναι η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα που θα ακολουθήσει το παράδειγμα των ΗΠΑ και του Καναδά, που ήδη εμπλουτίζουν υποχρεωτικά το ψωμί με φυλλικό οξύ τα τελευταία 10 χρόνια. Ωστόσο, δεν είναι λίγοι εκείνοι που αμφισβητούν το όφελος από την εφαρμογή ενός τέτοιου μέτρου. Τι υποστηρίζουν οι δύο πλευρές;

Γιατί να «μπει» το φυλλικό οξύ στο ψωμί
Tο φυλλικό οξύ είναι μία βιταμίνη του συμπλέγματος Β που θεωρείται απαραίτητη γιατί συμβάλλει:
Στην ομαλή νευρολογική ανάπτυξη του εμβρύου. Η έλλειψή του κατά τη διάρκεια της κύησης έχει συσχετιστεί με νευρολογικές ανωμαλίες του εμβρύου, γι’ αυτό και στις εγκύους χορηγούνται συμπληρώματα φυλλικού οξέος, κατ’ εντολή του γυναικολόγου, τουλάχιστον για το πρώτο τρίμηνο της κύησης. Η λήψη του έχει συσχετιστεί με τη μείωση του κινδύνου να γεννηθούν μωρά με προβλήματα, όπως η ­δισχιδής ράχη. Ο εμπλουτισμός του ψωμιού στις ΗΠΑ και τον ­Καναδά με φυλλικό οξύ φαίνεται ότι έχει οδηγήσει στη μείωση έως και 50% των γεννήσεων μωρών με νευρολογικά προβλήματα.
Στη βελτίωση του κυκλοφορικού και στο σχηματισμό των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Σύμφωνα, μάλιστα, με την Αντικαρκινική Εταιρεία της Δυτικής Αυστραλίας, τα παιδιά των οποίων οι μητέρες ακολουθούσαν διατροφή πλούσια σε φυλλικό οξύ κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, είχαν 50% λιγότερο κίνδυνο να εμφανίσουν παιδική λευχαιμία.
Στη ρύθμιση της ομοκυστεΐνης, ενός αμινοξέος του οποίου οι υψηλές τιμές ενοχοποιούνται για στεφανιαία νόσο και, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Erasmus Medical Center, σχετίζονται και με την οστεοπόρωση. Για τη ρύθμιση της υψηλής ομοκυστεΐνης χορηγούνται συμπληρώματα φυλλικού οξέος, σύμφωνα με τις οδηγίες του καρδιολόγου.

Γιατί να μην εμπλουτιστεί το ψωμί
Το συνθετικό φυλλικό οξύ που χρησιμοποιείται στα εμπλουτισμένα τρόφιμα και στα συμπληρώματα διατροφής εγείρει κάποια ερωτήματα, καθώς υπάρχουν ορισμένα υπό διερεύνηση ανησυχητικά ­στοιχεία για τη δράση του. Έτσι, ενοχοποιείται για:
Αύξηση των ποσοστών καρκίνου Σύμφωνα με δεδομένα από τον Καναδά και τις ΗΠΑ -όπου έχει εφαρμοστεί υποχρεωτικός εμπλουτισμός του ψωμιού με φυλλικό οξύ-, παράλληλα με την εφαρμογή αυτού του μέτρου παρα­τηρήθηκε σταδιακή αύξηση των ποσοστών καρκίνου, ιδιαίτερα του παχέος εντέρου. Πάντως, επικρατεί διχογνωμία μεταξύ των επιστημόνων για το κατά πόσο αυτά τα δύο φαινόμενα πράγματι συσχε­τίζονται.

Άσθμα στα βρέφη Πρόσφατη μελέτη του Πανεπιστημίου της Αδελαΐδας στην Αυστραλία έδειξε ότι όσες γυναίκες λάμβαναν συμπληρώματα φυλλικού οξέος από τη 16η έως την 30ή εβδομάδα της κύησης, αύξαναν κατά 30% την πιθανότητα το παιδί τους να πάσχει από άσθμα. Ωστόσο, δεν διαπιστώθηκε ο ίδιος κίνδυνος για όσες έπαιρναν φυλλικό οξύ πριν από την κύηση, καθώς και στις αρχές της εγκυμοσύνης.
Αιματολογικές διαταραχές, επειδή συγκαλύπτει τα συμπτώματα της αναιμίας, όταν οφείλεται σε ανεπάρκεια της βιταμίνης B12, μια κατάσταση που μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε μόνιμη νευρική βλάβη.

Ο «φυσικός εμπλουτισμός»
Δεδομένου ότι επικρατεί διχογνωμία ως προς το όφελος από τον υποχρεωτικό εμπλουτισμό των τροφίμων με συνθετικό φυλλικό οξύ, μια ομάδα ερευνητών, η Folate Func Health, που χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, έχει στραφεί προς τη διερεύνηση φυσικών τρόπων εμπλουτισμού των τροφίμων με φυλλικό οξύ και, μεταξύ άλλων, προτείνει:
Την παρασκευή προϊόντων ζύμωσης, όπως το ψωμί, η μπίρα και το κρασί, με τη χρήση των πλουσιότερων σε φυλλικό οξύ στελεχών μαγιάς.
Την παρασκευή τυριού και γιαουρτιού με τη χρήση των βακτηρίων γαλακτικού οξέος, η ζύμωση των οποίων αποδεδειγμένα παράγει έως και 20πλάσιο φυλλικό οξύ σε σύγκριση με άλλα βακτήρια.
Τη χρήση ηπιότερων τεχνικών επεξεργασίας, για να ελαχιστοποιηθεί η απώλεια φυλλικού οξέος στα επεξεργασμένα τρόφιμα (π.χ. σούπες, χυμοί φρούτων).
Την επιλογή τεχνικών άλεσης που δεν καταστρέφουν το φλοιό των δημητριακών, στον οποίο συγκεντρώνεται σχεδόν όλο το φυλλικό οξύ που περιέχουν.

Βάλτε φυλλικό οξύ στο πιάτο σας
Ο καλύτερος τρόπος εμπλουτισμού της διατροφής με φυλλικό οξύ είναι μέσω της διατροφής. Διαβάστε, λοιπόν, ποιες είναι οι καλύτερες πηγές αυτής της πολύτιμης βιταμίνης.


ΤΡΟΦΙΜΟ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΕ ΦΥΛΛΙΚΟ ΟΞΥ (ΣΕ mg) % ΤΩΝ ΗΜΕΡΗΣΙΩΝ ΑΝΑΓΚΩΝ
Μοσχαρίσιο συκώτι (200γρ) 374 93,5%
Φακές (1 φλιτζάνι) 358 89%
Σπανάκι (1 φλιτζάνι) 263 66%
Σπαράγγια (1 φλιτζάνι) 263 66%
Μαυρομάτικα (1 φλιτζάνι) 256 64%
Αρακάς (1 φλιτζάνι) 101 25%
Μπρόκολο (1 φλιτζάνι) 94 23,5%
Αβοκάντο (1 φλιτζάνι) 90 22,6%
Φιστίκια (50 γρ) 87,5 22%
Ηλιόσποροι (50 γρ) 81,8 20,5%

Σημείωση:Το φυλλικό οξύ των ζωϊκών τροφίμων είναι πιο ανθεκτικό στο μαγείρεμα σε σύγκριση με αυτό των φυτικών τροφίμων,που όταν μαγειρεύονται μπορεί να χάσουν από το 40% έως και το 70% της περιεκτικότητάς του.

Το φυλλικό οξύ με μια ματιά
Πόσο χρειαζόμαστε Καθημερινά, ένας ενήλικος χρειάζεται 400 mg φυλλικού οξέος. Οι ανάγκες αυτές αυξάνονται στις γυναίκες σε 600 mg κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης και σε 500 mg κατά το θηλασμό.
Πώς προκαλείται η ανεπάρκεια Με τη μειωμένη πρόσληψη πρωτεϊνών, την υπερκατανάλωση αλκοόλ
και καφέ, το κάπνισμα και τη λήψη ορισμένων φαρμάκων (κυρίως αντιλιπιδαιμικά, αντιφλεγμονώδη, αντι­συλληπτικά, διουρητικά).
Τα συμπτώματα της ανεπάρκειας Εκνευρισμός, πνευματική κούραση, διαταραχές της μνήμης, σύγχυση, γενικότερο αίσθημα κόπωσης. Παράλληλα, η μακρόχρονη ανεπάρκειά του μπορεί να προκαλέσει περιοδοντίτιδα και δερματίτιδες, αλλά και να μειώσει την ανθεκτικότητα του οργανισμού σε ορισμένες μορφές καρκίνου (κυρίως του οισοφάγου και του παχέος εντέρου).
Το όριο Tο ανώτερο ημερήσιο όριο πρόσληψης φυλλικού οξέος (κυρίως του συνθετικού) είναι τα 1.000 mg. Σε υψηλές δόσεις μπορεί να προκληθούν συμπτώματα αντίστοιχα με εκείνα της ανεπάρκειας.

Εισπνεόμενα σπρέι


Ένα στα δέκα παιδιά με άσθμα δεν ανταποκρίνεται ικανοποιητικά στην αγωγή με εισπνεόμενα βρογχοδιασταλτικά, ενώ η χρήση αυτών των φαρμάκων μπορεί ακόμη και να επιδεινώσει την κατάσταση, υποστηρίζουν βρετανοί ερευνητές του Πανεπιστημίου Dundee και της Ιατρικής Σχολής Brighton and Sussex. Οι ερευνητές, μετά από παρατηρήσεις 6 μηνών, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για παιδιά που φέρουν μια συγκεκριμένη παραλλαγή ενός γονιδίου. Ωστόσο, οι ίδιοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι προς το παρόν δεν συντρέχει λόγος να αλλάξει ο τρόπος χορήγησης των εισπνεόμενων.

Δεν κάνουν καλό σε όλους
«Τα εισπνεόμενα βρογχοδιασταλτικά με σαλβουταμόλη ή σαλμετερόλη ανακουφίζουν αποτελεσματικά πολλά παιδιά, ωστόσο αποτελεί κοινή γνώση μεταξύ των γιατρών ότι ορισμένα παιδιά δεν ανταποκρίνονται εξίσου καλά στη θεραπεία σε σύγκριση με άλλα παιδιά», επισημαίνει ένας εκ των βασικών ερευνητών της βρετανικής μελέτης, ο καθηγητής Somnath Mukhopadhyay από την Ιατρική Σχολή Brighton and Sussex. Η βρετανική έρευνα, λοιπόν, έρχεται να επιβεβαιώσει κάτι που και οι ίδιοι οι πνευμονολόγοι παρατηρούν στην καθημερινή κλινική πράξη: Ότι δεν ανταποκρίνονται όλοι οι ασθενείς (παιδιά και ενήλικοι) εξίσου καλά στα εισπνεόμενα βρογχοδιασταλτικά.

Πότε δεν επιδρούν
Όπως εξηγούν οι πνευμονολόγοι, η μειωμένη δραστικότητα ενός βρογχοδιασταλτικού μπορεί να οφείλεται σε πολλούς παράγοντες:
Στο ότι έχει συνταγογραφηθεί μικρή δόση που δεν επαρκεί για να καλύψει τις ανάγκες του συγκεκριμένου ασθενούς.
Στο ενδεχόμενο να συνυπάρχει μικροβιακή λοίμωξη. Στην περίπτωση αυτή, το εισπνεόμενο δεν επαρκεί, αλλά χρειάζεται και αντιβίωση.
Στο γονιδιακό υπόστρωμα του συγκεκριμένου ασθενούς στο φάρμακο, κάτι που παρατηρήθηκε και στο πλαίσιο της βρετανικής έρευνας. Ειδικότερα, οι ερευνητές παρατήρησαν ότι όσο περισσότερο τα παιδιά με μια συγκεκριμένη μορφή του γονιδίου Arg16 χρησιμοποιούσαν τα βρογχοδιασταλτικά σαλβουταμόλης ή σαλμετερόλης, τόσο λιγότερο ανταποκρίνονταν σε αυτά.
Στη μακροχρόνια λήψη (π.χ. για 1-1,5 μήνα) μεγάλων δόσεων, κυρίως σαλβουταμόλης. Γι’ αυτό και οι πνευμονολόγοι σε περιπτώσεις μακροχρόνιας αγωγής τείνουν να προτιμούν βρογχοδιασταλτικά με σαλμετερόλη, η οποία δεν έχει συσχετιστεί με περιπτώσεις αντοχής.
Στη λανθασμένη χρήση των συσκευών, ιδιαίτερα από τους ηλικιωμένους. Γι’ αυτό και θεωρείται απαραίτητη η εκπαίδευση του ασθενούς ως προς την ορθή χρήση της συσκευής.
Στη μυϊκή αδυναμία ορισμένων ασθενών, κυρίως των ηλικιωμένων, να εισπνεύσουν το φάρμακο. Στις περιπτώσεις αυτές, συστήνεται η χρήση του νεφελοποιητή (ηλεκτρική συσκευή που μετατρέπει τα βρογχοδιασταλτικά από υγρή μορφή σε νεφέλωμα -εκνέφωμα-, το οποίο εισέρχεται στους πνεύμονες χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια από μέρους του ασθενούς).



Ποια είναι τα εισπνεόμενα

Τα βρογχοδιασταλτικά
Σε αυτά ανήκουν:
• Οι β2 διεγέρτες (σαλβουταμόλη, σαλμετερόλη, φορμοτερόλη): Χορηγούνται σε ασθενείς με άσθμα και χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια των καπνιστών (ΧΑΠ). Θεωρούνται φάρμακα ανακούφισης, επειδή διαστέλλουν άμεσα τους βρόγχους επιτρέποντας την είσοδο του αέρα.
• Τα αντιχολινεργικά ατροπινούχα (ιπρατρόπιο, τιοτρόπιο): Λαμβάνονται από τους ασθενείς με ΧΑΠ. Σπανίως χορηγούνται σε παιδιά. Διευκολύνουν τη λειτουργία των αεραγωγών, δρώντας κυρίως ως βρογχοδιασταλτικά, ενώ διερευνάται και η αντιφλεγμονώδης δράση τους.
Τα κορτικοστεροειδή
Χορηγούνται σε ασθενείς με άσθμα, ενώ τα τελευταία 3 χρόνια λαμβάνονται και από ασθενείς με ΧΑΠ. Δρουν μειώνοντας τη φλεγμονή των βρόγχων. Θεωρούνται φάρμακα πρόληψης και θερα­πείας. Συνήθως, η χορήγησή τους είναι μακροχρόνια και δίνονται σε συνδυασμό με τα βρογχοδιασταλτικά. Μάλιστα, κυκλοφορούν πλέον και εισπνεόμενα που συνδυάζουν τα κορτικοστεροειδή με τους β2 διεγέρτες μακράς δράσεως, διευκολύνοντας έτσι τη συμμόρφωση των ασθενών με την αγωγή.



Τα φάρμακα που άλλαξαν το τοπίο
Τα εισπνεόμενα φάρμακα παραμένουν πολύτιμα για την αντιμετώπιση των αναπνευστικών παθήσεων. Σήμερα αποτελούν το θεμέλιο λίθο στην αντιμετώπιση αυτών των νόσων, οι οποίες, χωρίς την κατάλληλη αγωγή, μπορεί να αποβούν μοιραίες. Τα εισπνεόμενα άρχισαν να κυκλοφορούν το 1960 και αποτέλεσαν σταθμό στην αντιμετώπιση των αναπνευστικών παθήσεων. Πριν από το 1960, οι ειδικοί είχαν στη διάθεσή τους κυρίως τα χάπια και τις ενέσεις κορτιζόνης και θεοφυλλίνης, αλλά οι παρενέργειές τους περιόριζαν τη χρήση τους. Τα εισπνεόμενα άλλαξαν θεαματικά την κατάσταση, καθώς και την ποιότητα ζωής των ασθενών. Έχουν τοπική δράση -«στέλνουν» το φάρμακο απευθείας στους πνεύμονες- και γι’ αυτό περιορίζουν τις πιθανότητες παρενεργειών.

Οι παρενέργειες των εισπνεόμενων
Οι ειδικοί τονίζουν ότι η μη αντιμετώπιση της ΧΑΠ ή του άσθματος μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρά προβλήματα υγείας - ακόμη και στο θάνατο. Η εξέλιξη αυτή αποτρέπεται χάρη στην ορθή χρήση των εισπνεόμενων. Ωστόσο, όπως κάθε φάρμακο έτσι και τα εισπνεόμενα έχουν παρενέργειες, οι οποίες εκτιμάται ότι παρουσιάζονται στο 10% των ανθρώπων που τα χρησιμοποιούν. Συνήθως οι παρενέργειες εμφανίζονται όταν οι χορηγούμενες δόσεις είναι μεγάλες.
Παρενέργειες βρογχοδιασταλτικών Ταχυκαρδία, αρρυθμία, τρέμουλο στα χέρια, πονοκέφαλος, νευρικότητα, αϋπνία. Ειδικότερα, τα αντιχολινεργικά δεν πρέπει να χορηγούνται σε ασθενείς με υπερτροφία προστάτη και γλαύκωμα κλειστής γωνίας, επειδή έχουν συσχετιστεί με τη διόγκωση του προστάτη και την αύξηση της πίεσης στα μάτια.
Παρενέργειες κορτικοστεροειδών Στις συνήθεις παρενέργειές τους ανήκουν η βραχνάδα στη φωνή και η μυκητίαση του στόματος (γι’ αυτό και μετά τη χρήση τους πρέπει να ξεπλένετε καλά το στόμα σας κάνοντας γαργάρες). Σε μεγάλες δόσεις, στο πλαίσιο μακροχρόνιας χρήσης, μπορεί να γίνει απορρόφηση της κορτιζόνης από το αίμα και να προκληθούν σοβαρότερες παρενέργειες (γαστρίτιδα, οστεοπενία, ευπάθεια σε λοιμώξεις, σακχαρώδης διαβήτης). Στο παρελθόν, η χρόνια λήψη τους είχε συσχετιστεί με την αναστολή της ανάπτυξης των παιδιών, αλλά πλέον είναι τεκμηριωμένο ότι δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο.

Πότε ενοχοποιούνται για κρίσεις άσθματος
Στη βρετανική έρευνα, η οποία αφορούσε ασθματικούς ασθενείς από 3 έως 22 ετών, παρατηρήθηκε ότι τα παιδιά που φέρουν μια συγκεκριμένη μορφή του γονιδίου Arg16 και τα οποία χρησιμοποιούν καθημερινά βρογχοδιασταλτικά σαλβουταμόλης ή σαλμετερόλης έχουν 30% περισσότερες πιθανότητες να παρουσιάσουν μια νέα κρίση άσθματος σε σύγκριση με τα παιδιά που φέρουν τη συνήθη μορφή αυτού του γονιδίου. Ωστόσο, σύμφωνα με τους ειδικούς, πέραν αυτής της έρευνας, δεν υπάρχουν άλλες μελέτες που να τεκμηριώνουν το συσχετισμό μεταξύ της αυξημένης χρήσης σαλβουταμόλης και της πρόκλησης αναπνευστικών κρίσεων, αν και έχουν παρατηρηθεί ορισμένα μεμονωμένα περιστατικά. Επιπλέον, οι πνευμονολόγοι επισημαίνουν και μία ακόμη παράμετρο του θέματος: Υπάρχουν και ασθενείς με αλλεργία στις ουσίες των σπρέι (έκδοχα και προωθητικά) οι οποίοι μπορεί να παρουσιάσουν αναπνευστική αλλεργική κρίση (με βήχα και δύσπνοια) αμέσως μετά τη λήψη των εισπνεόμενων.

Το λάθος που πρέπει να αποφύγετε
Σύμφωνα με τους πνευμονολόγους, το σύνηθες λάθος πολλών ασθενών είναι ότι διακόπτουν μόνοι τους τα εισπνεόμενα 2-3 ημέρες μετά την έναρξη της αγωγής, δηλαδή μόλις βελτιωθεί η αναπνοή τους. Ωστόσο, στην περίπτωση αυτή είναι πολύ πιθανό η κατάστασή τους να υποτροπιάσει.

Άσθμα: Πάρτε ανάσα με τη μέθοδο Buteyko

Εντελώς τυχαία, σερφάροντας στο Ίντερνετ, έπεσα πάνω σε ένα βίντεο στο οποίο κάποιος ειδικός έκανε επίδειξη μιας αναπνευστικής τεχνικής για την αντιμετώπιση του άσθματος. Διαβάζοντας τα σχόλια των επισκεπτών, ανακάλυψα ότι πολλοί δήλωναν πως βοηθήθηκαν από τη συγκεκριμένη τεχνική, στην οποία είχαν αναφερθεί με εκτενές ρεπορτάζ και οι «New York Times», με θετικά και πάλι σχόλια. Καθώς αντιμετωπίζω αναπνευστικά προβλήματα (αλλεργικό άσθμα), αποφάσισα να βρω περισσότερες πληροφορίες για τη συγκεκριμένη μέθοδο και να διαπιστώσω και ο ίδιος την αποτελεσματικότητά της. Μόλις είχα, λοιπόν, μια κρίση άσθματος, εφάρμοσα την τεχνική και διαπίστωσα ότι, πράγματι, λειτουργεί, τουλάχιστον στη δική μου περίπτωση. Η μέθοδος του ρώσου γιατρού Buteyko στην οποία αναφερόμαστε, διδάσκεται και εφαρμόζεται σε πολλές χώρες παγκοσμίως.

Μια ανάσα από τις παθήσεις
Από τις κλινικές έρευνες του Buteyko διαπιστώθηκε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι άνθρωποι εισπνέουμε 3 έως και 5 φορές παραπάνω λίτρα αέρα από όσο πραγματικά χρειαζόμαστε (δηλαδή 20 αντί για 4 λίτρα αέρα το λεπτό). Αυτό αποδίδεται από τους ερευνητές κυρίως στο άγχος, την ατμοσφαιρική ρύπανση, την παχυσαρκία, σε διάφορες αναπνευστικές παθήσεις, όπως το άσθμα, αλλά και στη λανθασμένη αντίληψη ότι σωστή αναπνοή είναι η βαθιά αναπνοή. Όσο, όμως, πιο βαθιά και γρήγορα αναπνέουμε, τόσο πιο χαμηλά πέφτουν τα επίπεδα του CO2, που σε φυσιολογικές ποσότητες είναι απαραίτητο για τον οργανισμό μας. Οι ειδικοί της μεθόδου αυτής υποστηρίζουν ακόμη ότι, αναπνέοντας περισσότερο αέρα, στην ουσία φτάνει λιγότερο οξυγόνο στα κύτταρα του οργανισμού μας. Η λανθασμένη αναπνοή, σύμφωνα με τον Buteyko, είναι η αιτία για περισσότερες από 200 παθήσεις.
Πώς λειτουργεί η μέθοδος Buteyko Η μέθοδος Buteyko έχει στόχο τη ρύθμιση της αναπνοής, που επιτυγχάνεται με τον έλεγχο της συχνότητας, αλλά και του βάθους της. Η μέθοδος λειτουργεί ως εξής: Επαναφέροντας το CO2 στα φυσιολογικά επίπεδα, ρυθμίζεται το pH του αίματος και επιτυγχάνεται διεύρυνση των αιμοφόρων αγγείων, εξασφαλίζοντας κατ’ αυτό τον τρόπο καλύτερη αιμάτωση όλων των ιστών του σώματος. Η βελτίωση της κυκλοφορίας του αίματος επαναφέρει στο φυσιο­λογικό τα επίπεδα οξυγόνου στον οργανισμό. Με τον τρόπο αυτό εμφανίζουν βελτίωση όλες οι αναπνευστικές παθήσεις και λει­τουργεί καλύτερα ολόκληρος
ο οργανισμός.

Η άσκηση αναπνοής Buteyko σταματά τη δύσπνοια μέσα σε 5-10 λεπτά

Πού βοηθά
Η μέθοδος αναπνοής Buteyko μπορεί να βοηθήσει στη διατήρηση της υγείας του οργανισμού μας, αλλά άμεσα και απτά αποτελέσματα παρατηρούνται κυρίως στις παθήσεις του αναπνευστικού συστήματος, όπως:
Ρινίτιδα.
Άσθμα.
Χρόνια βρογχίτιδα.
Ιγμορίτιδα.
Ροχαλητό/άπνοια κατά τον ύπνο.
Ρινικοί πολύποδες.
Αναπνευστικές διαταραχές που σχετίζονται με το στρες, τις κρίσεις πανικού κ.ά.

Πώς η μέθοδος αντιμετωπίζει μια κρίση άσθματος
Ένας ασθματικός σε μια κρίση εισ­πνέει έως και 30 φορές το λεπτό, ενώ ο φυσιολογικός άνθρωπος συνήθως δεν υπερβαίνει τις 12-15 αναπνοές το λεπτό. Η μείωση της συχνότητας και του βάθους της αναπνοής επαναφέρει στο φυσιολογικό τα επίπεδα του CO2 και σε δεύτερη φάση τα επίπεδα οξυγόνου στον οργανισμό, με αποτέλεσμα να χαλαρώνουν οι μύες των βρόγχων και να υποχωρούν οι σπασμοί. Η εφαρμογή της άσκησης αναπνοής Buteyko συνήθως σταματά τη δύσπνοια μέσα σε 5-10 λεπτά, όπως υποστηρίζουν οι ειδικοί. Ωστόσο, η άσκηση πρέπει να γίνεται με τη βοήθεια κάποιου που ήδη τη γνωρίζει. Ίσως στην αρχή να δυσκολευτείτε, μετά όμως από 2-3 λεπτά, καθώς ρυθμίζεται η αναπνοή, θα νιώσετε πιο άνετα. Με την εμφάνιση, λοιπόν, των πρώτων συμπτωμάτων, οι υποστηρικτές της μεθόδου προτείνουν τα εξής:
Πάρτε μία κανονική εισπνοή και έπειτα εκπνεύστε φυσιολογικά. Οι εισπνοές-εκπνοές πρέπει να γίνονται πάντα από τη μύτη.
Στη συνέχεια, κρατήστε την αναπνοή σας (προαιρετικά, αν σας βολεύει, και τη μύτη σας) για 3-5 δευτερόλεπτα.
Συνεχίστε να αναπνέετε κανονικά για 10-15 δευτερόλεπτα και επαναλάβετε την άσκηση. Κανονικά, τα συμπτώματα πρέπει να περάσουν σε 5 λεπτά.
Σημείωση Μην κάνετε την άσκηση χωρίς την επίβλεψη ειδικού.

Κάντε το τεστ αναπνοής
Για να διαπιστώσετε αν αναπνέετε σωστά, κάντε το τεστ Buteyko, που γίνεται με το κράτημα της αναπνοής, τη λεγόμενη «παύση». Μετά από μία φυσιολογική εκπνοή, κλείνουμε τη μύτη και χρονομετρούμε τη διάρκεια της «παύσης», μέχρι την εμφάνιση της πρώτης δυσκολίας, όπου και σταματάμε την άσκηση για τον έλεγχο της αναπνοής. Η διάρκεια «παύσης» 60 δευτερολέπτων είναι ο «δείκτης» της σωστής αναπνοής. Όσο μεγαλύτερη διαφορά έχουμε από τα 60 δευτερόλεπτα, τόσο απέχουμε αναλογικά από τη σωστή αναπνοή. Αν αναπνέετε σωστά, θα πρέπει να είστε σε θέση να κρατήσετε την αναπνοή σας 40-60 δευτερόλεπτα μετά από εκπνοή. Οι περισσότεροι άνθρωποι, ωστόσο, διακόπτουν τον έλεγχο της αναπνοής περίπου στα 20 δευτερόλεπτα. Όσοι μάλιστα έχουν «έλεγχο παύσης» κάτω από τα 10 δευτερόλεπτα, είναι πολύ πιθανό να αντιμετωπίζουν ήδη κάποιο πρόβλημα υγείας και καλό θα ήταν να απευθυνθούν σε κάποιον ειδικό.

Από… τη Ρωσία με αγάπη
Η μέθοδος Buteyko αναγνωρίστηκε επίσημα από την Ιατρική Ακαδημία της Σοβιετικής Ένωσης το 1983, μετά από κλινικές έρευνες 30 ετών του ρώσου γιατρού Κonstantin P. Buteyko. Σιγά-σιγά η μέθοδος εξαπλώθηκε και άρχισε να εφαρμό­ζεται σε πολλές χώρες σε ολόκληρο τον κόσμο, βοηθώντας χιλιάδες ασθενείς με αναπνευστικά προβλήματα. Στην Ελ­λάδα, με τη μέθοδο Buteyko ασχολείται ο Σύλλογος
Υποστηρικτών Προληπτικής Ιατρικής στη Θεσσαλονίκη, που κάνει δωρεάν ενημέρωση.

5 καίριες ερωτήσεις


Έχει παρενέργειες;
Η μέθοδος Buteyko βασίζεται στη φυσιολογία της αναπνοής και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να εμφανίσει ανεπιθύμητα αποτελέσματα. Μπορεί, όμως, να παρουσιαστούν αντιδράσεις αποτοξίνωσης (λ.χ. ζάλη) από την απότομη αλλαγή του μεταβολισμού, λόγω της προσαρμογής του οργανισμού στις νέες συνθήκες.
Πότε αντενδείκνυται;
Καλό είναι να αποφεύγεται η εφαρμογή της μεθόδου αναπνοής Buteyko σε περιπτώσεις ψυχικών διαταραχών.
Συνήθως πόσες συνεδρίες χρειάζονται;
Αυτό εξαρτάται από την κάθε περίπτωση. Βελτίωση μπορεί να παρατηρηθεί από την πρώτη ώρα μέχρι και την πρώτη εβδομάδα, αλλά η αποτελεσματικότητα της θεραπείας εξαρτάται από το πόσο συχνά την εφαρμόζει κανείς. Συνήθως απαιτούνται τουλάχιστον 4 ωριαίες συνεδρίες, ενώ το κόστος κάθε συνεδρίας ανέρ­χεται περίπου στα 20 €.
Μπορεί να γίνει από όλους ανεξαρτήτως ηλικίας;
Η μέθοδος μπορεί να εφαρμοστεί από όλους τους ανθρώπους ανεξαρτήτως ηλικίας, από 5-6 ετών έως και σε ηλικίες άνω των 80 ετών.
Μπορεί να γίνει παράλληλα με τη συμβατική θεραπεία;
Η μέθοδος αναπνοής Buteyko μπορεί να εφαρμοστεί παράλληλα με κάθε μορφής συμβατική θεραπεία. Η εφαρμογή της αναπνοής δεν προϋποθέτει διακοπή της θεραπευτικής αγωγής. Ο γιατρός και μόνον αυτός μπορεί να αποφασίσει ενδεχόμενη σταδιακή μείωση των φαρμάκων, ανάλογα με τη βελτίωση που παρουσιάζει η υγεία του εκάστοτε ασθενούς.

Τετάρτη, 3 Μαρτίου 2010

Θηλώματα ουροδόχου κύστης.

Επιφανειακός καρκίνος ουροδόχου κύστης.


Ο όρος «θηλώματα» της ουροδόχου κύστης επικράτησε στην καθομιλουμένη να αντιστοιχεί στον επιστημονικό όρο «επιφανειακός καρκίνος ουροδόχου κύστεως από μεταβατικό επιθήλιο». Ο όρος προέρχεται από τη θηλωματώδη μορφή που εμφανίζουν και μοιάζουν με μικρά δέντρα ή πολύποδες. Σε σπάνιες περιπτώσεις τα «θηλώματα» μπορεί να είναι καλοήθη, συνήθως όμως πρόκειται για κακοήθεις σχηματισμούς.

Ο καρκίνος της ουροδόχου κύστης είναι ο συχνότερος της ουροποιητικής οδού. Είναι συχνότερος στους άνδρες παρά στις γυναίκες. Ευτυχώς όταν ανακαλύπτεται, στις περισσότερες περιπτώσεις (80%), βρίσκεται στο στάδιο του επιφανειακού καρκίνου, χωρίς να έχει διαπεράσει το τοίχωμα της ουροδόχου κύστης και χωρίς να έχει δώσει απομακρυσμένες μεταστάσεις.

Άτομα τα οποία κινδυνεύουν να αναπτύξουν καρκίνο της κύστης είναι: οι καπνιστές (τριπλάσιος κίνδυνος), οι βιομηχανικοί εργάτες που ασχολούνται με εκτυπώσεις, επεξεργασία σιδήρου και αλουμινίου, με βαφές, φυσικό αέριο και πίσσα.

Το συνηθέστερο σύμπτωμα του καρκίνου της κύστης είναι η αιματουρία. Συνήθως ο ίδιος ο ασθενής βλέπει το αίμα στα ούρα ή το ανακαλύπτει ο μικροβιολόγος στη γενική εξέταση των ούρων χωρίς το αίμα να φαίνεται με γυμνό μάτι.

Η διάγνωση του καρκίνου της ουροδόχου κύστης τίθεται με την κυστεοσκόπηση. Η κυστεοσκόπηση είναι η εξέταση με την οποία ένα ουρολογικό όργανα, το κυστεοσκόπιο, το οποίο φέρει κάμερα, εισέρχεται από την ουρήθρα στην κύστη και μας επιτρέπει να δούμε το εσωτερικό της υπό άμεση όραση. Άλλες εξετάσεις όπως το υπερηχογράφημα, η αξονική τομογραφία και η πυελογραφία, μπορούν να μας δώσουν υποψία μόνο του καρκίνου της κύστης , η οποία πρέπει πάντοτε να επιβεβαιώνεται με την κυστεοσκόπηση.

Μετά τη διάγνωση το επόμενο βήμα είναι η θεραπεία. Το πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση αποτελεί η διουρηθρική εκτομή των θηλωμάτων. Η επέμβαση αυτή γίνεται διαμέσου της ουρήθρας χωρίς τομή του δέρματος. Τα θηλώματα αφαιρούνται και ηλεκτροκαυτηριάζονται. Στη συνέχεια στέλνονται για βιοψία. Το αποτέλεσμα της βιοψίας θα καθορίσει αν ο ασθενής χρειάζεται περαιτέρω θεραπεία ή όχι.

Την πιο πρόσφατη εξέλιξη στην αντιμετώπιση των θηλωμάτων της ουροδόχου κύστης αποτελεί η διουρηθρική εκτομή τους με «μπλε φως». Η τεχνική αυτή χρησιμοποιεί ειδικές χημικές ουσίες οι οποίες εγχύονται στην ουροδόχο κύστη πριν το χειρουργείο. Οι ουσίες αυτές με τη χρήση ειδικού εξοπλισμού κατά τη διάρκεια του χειρουργείου, βοηθούν το χειρουργό να δει περιοχές με καρκινικά κύτταρα που δε φαίνονται με τον παλιό «παραδοσιακό» τρόπο. Η φωτοδυναμική αυτή θεραπεία όπως ονομάζεται , αποδέιχθηκε ότι μειώνει τη συχνότητα επανεμφάνισης των θηλωμάτων προσφέροντας πιο ριζική αντιμετώπισή τους.

Μετά τη διουρηθρική εκτομή των θηλωμάτων ανάλογα με το αποτέλεσμα της ιστολογικής εξέτασης, ορισμένοι ασθενείς θα πρέπει να υποβληθούν σε ενδοκυστικές εγχύσεις. Για κάποιες εβδομάδες ο ιατρός με καθετήρα ρίχνει χημειοθεραπευτικό φάρμακο στην ουροδόχο κύστη του ασθενούς. Ο ασθενής κρατάει το φάρμακο περίπου μια ώρα και στη συνέχεια ουρεί. Υπάρχουν διάφορες ουσίες και διάφορα σχήματα ενδοκυστικών εγχύσεων. Σκοπός αυτής της θεραπείας είναι να μειωθεί η πιθανότητα επανεμφάνισης των θηλωμάτων.

Παρά τις προσπάθειες όμως ουρολόγων και ασθενών τα θηλώματα σε μεγάλο δυστυχώς ποσοστό επανεμφανίζονται. Για αυτό το λόγο, μετά την επέμβαση ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται με κυστεοσκοπήσεις, τον πρώτο χρόνο κάθε τρεις μήνες και τα επόμενα χρόνια σύμφωνα με τις οδηγίες του ουρολόγου του. Μόλις εντοπιστούν νέα θηλώματα, πάλι θα πρέπει ο ασθενής να υποβάλλεται σε διουρηθρική εκτομή τους. Έτσι μόνο είναι δυνατό να προλάβει την εξάπλωση και την επέκταση της νόσου.

Σε ορισμένες βέβαια περιπτώσεις ο καρκίνος της ουροδόχου κύστης (θηλώματα) εμφανίζεται σε προχωρημένο στάδιο. Σε αυτές τις περιπτώσεις η διουρηθρική εκτομή δεν επαρκεί και ο ασθενής θα πρέπει να υποβληθεί σε ριζική κυστεκτομή. Αυτή είναι μια μείζονα ουρολογική επέμβαση που περιλαμβάνει την αφαίρεση ολόκληρης της ουροδόχου κύστης.

Άλλες συμπληρωματικές θεραπείες στον καρκίνο της ουροδόχου κύστης αποτελούν οι χημειοθεραπείες και η ακτινοβολία.

Δευτέρα, 1 Μαρτίου 2010

Θεραπευτική αντιμετώπιση της στυτικής δυσλειτουργίας

Πολλές θεραπευτικές επιλογές είναι διαθέσιμες σήμερα για την αντιμετώπιση της στυτικής δυσλειτουργίας. Αυτές μπορεί να είναι φαρμακευτικές, ψυχοκοινωνικές ή χειρουργικές. Σε κάθε περίπτωση, η στυτική δυσλειτουργία είναι ένα σύμπτωμα! Επομένως, καλούμαστε να αναγνωρίσουμε τα αίτια που δημιούργησαν το σύμπτωμα, καθώς και τους παράγοντες κινδύνου που το συντηρούν ή το επιδεινώνουν. Η θεραπευτική επιλογή στις περισσότερες περιπτώσεις αντιμετωπίζει το σύμπτωμα, πιο σπάνια την αιτία, ενώ πάντα πρέπει να περιλαμβάνει την τροποποίηση των παραγόντων κινδύνου. Οι ασθενείς αλλά και οι σύντροφοί τους πρέπει να ενημερωθούν για όλες τις διαθέσιμες θεραπευτικές δυνατότητες, όσον αφορά τα αποτελέσματα και τις ανεπιθύμητες ενέργειες που τις συνοδεύουν.

Τροποποίηση παραγόντων κινδύνου


Το πρώτο βήμα στη θεραπευτική αντιμετώπιση είναι η αναγνώριση των παραγόντων κινδύνου και η τροποποίηση τους αν είναι δυνατόν. Αυτοί περιλαμβάνουν όλους τους παράγοντες που επηρεάζουν την λειτουργία των αγγείων, όπως είναι ο διαβήτης, η υπέρταση και αυξημένη χοληστερίνη, το κάπνισμα, και η έλλειψη άσκησης. Η τροποποίηση των παραγόντων αυτών θα βοηθήσει στη σταθεροποίηση της πάθησης και στην αποφυγή μελλοντικής επιδείνωσης. Κάποιες φορές αρκεί η τροποποίηση των παραγόντων αυτών για να αντιμετωπιστεί η στυτική δυσλειτουργία.

Αντιμετώπιση των αιτιών


Το δεύτερο βήμα είναι να διαπιστωθεί αν μπορούν να αντιμετωπιστούν τα αίτια που δημιουργούν τη στυτική δυσλειτουργία. Στην περίπτωση αυτή, ο σκοπός είναι η ίαση.

Τα αίτια που μπορούν να αντιμετωπιστούν περιλαμβάνουν τα αμιγώς ψυχογενή αίτια ΜΑΘΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ, τις ενδοκρινοπάθειες και την απόφραξη των αρτηριών μετά από τραύμα σε νέους ασθενείς.
Τα ψυχογενή αίτια μπορούν να αντιμετωπιστούν με την εφαρμογή της κατάλληλης ψυχο-θεραπευτικής αντιμετώπισης ΜΑΘΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ.
Τα ενδοκρινικά αίτια αφορούν κυρίως δύο παθήσεις: τον υπογοναδισμό και την υπερπρολακτιναιμία. Στην πρώτη περίπτωση η αντιμετώπιση περιλαμβάνει την ορμονοθεραπεία, ενώ στην δεύτερη, εκτός από φαρμακευτική αγωγή ενδέχεται να χρειαστεί και χειρουργική θεραπεία.
Η απόφραξη των αρτηριών μετά από τραύμα στο πέος αντιμετωπίζεται με χειρουργική επέμβαση.
Ωστόσο, η στυτική δυσλειτουργία οφείλεται στα παραπάνω αναστρέψιμα αίτια, μόνο στη μειονότητα των ασθενών.

Αντιμετώπιση του συμπτώματος


Στη συντριπτική πλειονότητα των ασθενών αντιμετωπίζεται το σύμπτωμα, δηλαδή, η στυτική δυσλειτουργία. Αυτό συμβαίνει, όταν η στυτική δυσλειτουργία οφείλεται σε αγγειακά ή νευρολογικά αίτια που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν. Οι θεραπευτικές επιλογές περιλαμβάνουν την φαρμακευτική, μηχανική ή χειρουργική αντιμετώπιση.

Φαρμακευτική αντιμετώπιση της στυτικής δυσλειτουργίας




Αναστολείς της φωσφοδιεστεράσης


Οι αναστολείς της φωσφοδιεστεράσης αποτελούν μια κατηγορία φαρμάκων που τονώνουν την παροχή αίματος στο πέος. Η ικανοποίηση των ασθενών από τη χορήγηση των αναστολέων της φωσφοδιεστεράσης κυμαίνεται σε υψηλά επίπεδα και στο 70% των περιπτώσεων επιτυγχάνεται στύση με ικανή σκληρότητα για κολπική διείσδυση. Τρία φάρμακα ανήκουν σε αυτή την κατηγορία: η σιλδεναφίλη, η βαρδεναφίλη και η ταδαλαφίλη. Για να είναι αποτελεσματικά, πρέπει να υπάρχει σεξουαλική επιθυμία και επαρκής σεξουαλικός ερεθισμός. Λαμβάνονται από το στόμα πριν από την σεξουαλική επαφή. Τα φάρμακα αυτά είναι παρόμοια ως προς την αποτελεσματικότητά τους, την ασφάλειά τους και τις ανεπιθύμητες ενέργειες. Ωστόσο, υπάρχουν κάποιες διαφορές, κυρίως ως προς τον χρόνο δράσης τους.

Η σιλδεναφίλη (Viagra™) είναι το πρώτο φάρμακο αυτής της κατηγορίας που έγινε που έγινε διαθέσιμο το 1998. Χορηγείται σε δόσεις των 25, 50 και 100mg. Ο ασθενής χρειάζεται να συνεργαστεί με τον ιατρό του ώστε να διαπιστωθεί ποια είναι η κατάλληλη δοσολογία για εκείνον. Η αρχικά συνιστώμενη δόση είναι συνήθως τα 50mg και στην συνέχεια τροποποιείται, ανάλογα με την αποτελεσματικότητα. Οι ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν τη σιλδεναφίλη 1 ώρα πριν από τη σεξουαλική επαφή τους. Η μέγιστη συχνότητα λήψης είναι μία φορά το 24ωρο. Η ουσία αρχίζει να δρα σε χρονικό διάστημα μικρότερο της μίας ώρας και διαρκεί τουλάχιστον για 4-5 ώρες (μπορεί να φτάσει όμως και τις 12 ώρες). Δεν συνιστάται ο συνδυασμός του φαρμάκου με πλούσιο σε λίπος γεύμα. Η χρήση αλκοόλ, σε συνήθεις δόσεις, δεν επηρεάζει την αποτελεσματικότητα.

Η βαρδεναφίλη (Levitra™) είναι ένας άλλο φάρμακο αυτής της κατηγορίας. Χορηγείται σε δόσεις των 5, 10 και 20mg. Ο ασθενής χρειάζεται να συνεργαστεί με τον ιατρό του για να διαπιστωθεί η κατάλληλη δοσολογία. Η αρχικά συνιστώμενη δόση είναι συνήθως τα 10mg και προσαρμόζεται ανάλογα με την αποτελεσματικότητα και την ανοχή της. Οι ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν τη βαρδεναφίλη 25-60 λεπτά πριν από τη σεξουαλική επαφή. Η μέγιστη συχνότητα λήψης είναι μία φορά το 24ωρο. Το φάρμακο αρχίζει να δρα στα πρώτα 10min και διαρκεί τουλάχιστον για 4-5 ώρες (μπορεί να φτάσει και τις 12 ώρες). Δεν συνιστάται ο συνδυασμός του φαρμάκου με γεύμα πλούσιο σε λίπος. Η χρήση αλκοόλ, σε συνήθεις δόσεις, δεν επηρεάζει την αποτελεσματικότητα.

Η ταδαλαφίλη (Cialis™) είναι ένας άλλος αναστολέας της φωσφοδιεστεράσης με κάποια διαφορετικά χαρακτηριστικά από τους προηγούμενους δύο. Χορηγείται σε δόσεις των 10 και 20mg. Η αρχικά συνιστώμενη δόση είναι τα 10mg και προσαρμόζεται ανάλογα με την αποτελεσματικότητα και την ανοχή της από τον οργανισμό. Ο ασθενής χρειάζεται να συνεργαστεί με τον ιατρό του για να διαπιστωθεί ποια είναι η κατάλληλη δοσολογία. Η χορήγησή της συνιστάται να γίνεται τουλάχιστον 30 λεπτά πριν από τη σεξουαλική επαφή, αν και η μέγιστη αποτελεσματικότητα της παρατηρείται 2 ώρες μετά από την λήψη της. Η δράση της όμως διαρκεί τουλάχιστον για 36 ώρες από τη λήψης της. Είναι σημαντικό πως η αποτελεσματικότητά της δεν επηρεάζεται από την λήψη τροφής ή την χρήση αλκοόλ.

Η σωστή λήψη των φαρμάκων επηρεάζει σημαντικά την αποτελεσματικότητά τους. Συνοπτικά,
Α. θα πρέπει να υπάρχει σεξουαλικός ερεθισμός,
Β. η λήψη της σιλδεναφίλης και της βαρδεναφίλης να γίνεται τουλάχιστον 1 ώρα πριν από τη σεξουαλική επαφή και της ταδαλαφίλης 2 ώρες αντίστοιχα,
Γ. να μην έχει προηγηθεί ένα πλούσιο σε λιπαρά γεύμα (για τη σιλδεναφίλη και τη βαρδεναφίλη).
Αν ο ασθενής δεν μείνει ικανοποιημένος, παρότι έχει τηρήσει τις οδηγίες χρήσης και έχει προσπαθήσει τουλάχιστον 4 φορές να έρθει σε επαφή χρησιμοποιώντας τα φάρμακα, συνιστάται να απευθυνθεί και πάλι στον ιατρό του για να του προταθούν άλλοι τρόποι αντιμετώπισης.

Πιθανές παρενέργειες περιλαμβάνουν πονοκέφαλο, τη ρινική συμφόρηση (βουλωμένη μύτη), δυσπεψία και εξάψεις. Πρέπει να τονιστεί ωστόσο, ότι τα φάρμακα αυτά είναι ιδιαίτερα ασφαλή και πολύ σπάνια οι ανεπιθύμητες ενέργειές τους μπορεί να αποτελούν αιτίες για την διακοπή της θεραπευτικής αγωγής. Επιπλέον, οι παρενέργειές τους έχει παρατηρηθεί πως μειώνονται με τη συνεχόμενη χρήση.

Τα φάρμακα αυτά πρέπει να χορηγούνται μόνο εφόσον έχουν προταθεί από τον ιατρό σας. Δεν πρέπει ποτέ να χορηγούνται σε άνδρες που πάσχουν από μια σπάνια πάθηση των ματιών, γνωστή ως μελαγχρωματική αμφιβληστροειδοπάθεια. Επίσης, δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται όταν ο ασθενής παίρνει μια κατηγορία φαρμάκων που λέγονται νιτρώδη, τα οποία συνήθως συνταγογραφούνται για καρδιολογικά προβλήματα.


Απομορφίνη

Ενδοσηραγγώδεις ενέσεις

Ενδοουρηθρική χορήγηση της αλπροσταδίλης

Στυτική Δυσλειτουργία

Στυτική δυσλειτουργία είναι η μόνιμη ή περιοδική (διάρκειας τουλάχιστον 6 μηνών) αδυναμία του άνδρα να επιτύχει και να διατηρήσει μια στύση επαρκή για ικανοποιητική σεξουαλική επαφή. Άρα με τον όρο αυτό δεν περιγράφονται καταστάσεις στις οποίες το άτομο προσωρινά δεν έχει σεξουαλική επιθυμία ή δε μπορεί να ανταποκριθεί σεξουαλικά λόγω ενός τυχαίου περιστατικού π.χ. κούρασης, κατανάλωσης ποσότητας αλκοόλ κοκ.

Πόσο συχνή είναι η στυτική δυσλειτουργία;

Περίπου 1 στους 10 άνδρες εμφανίζει στυτική δυσλειτουργία, ενώ σε ηλικίες άνω των 40 ετών, το ποσοστό αυξάνεται σημαντικά: 4 στους 10 άνδρες εμφανίζουν το πρόβλημα με την στύση τους σε αυτήν την ηλικιακή ομάδα. Σήμερα υπολογίζεται πως πάνω από 200.000.000 άνδρες στον κόσμο πάσχουν από στυτική δυσλειτουργία

Αίτια της στυτικής δυσλειτουργίας

Ο προσδιορισμός της αιτίας εμφάνισης της στυτικής δυσλειτουργίας είναι καθοριστικός τόσο για την αντιμετώπιση όσο και για τη θεραπεία της. Όπως συμβαίνει και για όλα τα σεξουαλικά προβλήματα, τα αίτια της νόσου μπορεί να είναι οργανικά, αλλά και ψυχογενή .
Στα οργανικά αίτια εντάσσονται τα

  • αγγειακά. Όταν τα αγγεία δεν λειτουργούν ικανοποιητικά, μειώνεται η ροή του αίματος προς το πέος ή υπάρχει αδυναμία του πέους να συγκρατήσει μέσα στους ιστούς του, το αίμα που έχει προωθήσει η καρδιά. Παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση αγγειακής ανικανότητας είναι το κάπνισμα, η υψηλή αρτηριακή πίεση, ο διαβήτης, οι καρδιακές παθήσεις και οι υψηλές τιμές χοληστερίνης.
  • νευρογενή. Όταν τα νεύρα ( που σχετίζονται με την λειτουργία του πέους) δεν λειτουργούν ικανοποιητικά, προκαλείται διαταραχή στη μεταφορά του ερεθίσματος/μηνύματος από τον εγκέφαλο προς το πέος. Νευρολογικές παθήσεις όπως οι κακώσεις της σπονδυλικής στήλης και η σκλήρυνση κατά πλάκας, καθώς και χειρουργικές επεμβάσεις που γίνονται στην περιοχή της λεκάνης είναι νευρολογικά αίτια στυτικής δυσλειτουργίας.
  • ορμονικά. Σπάνια η στυτική δυσλειτουργία οφείλεται σε ορμονικά αίτια, όπως για παράδειγμα, στην έλλειψη των ‘ανδρικών’ ορμονών.
  • χρήση ή κατάχρηση φαρμακευτικών ουσιών. Αρκετά φάρμακα, κυρίως όμως αυτά που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της υπέρτασης, των καρδιοπαθειών και των ψυχικών διαταραχών έχει βρεθεί πως μπορούν να επηρεάσουν την επίτευξη στύσης, όπως συχνά φαίνεται και στις ανεπιθύμητες ενέργειές τους.

Όσον αφορά τα ψυχογενή, συχνά αίτια της στυτικής δυσλειτουργίας είναι η κατάθλιψημαθε περισσότερα, που αποτελεί σύνηθες πρόβλημα για πολλούς ανθρώπους, και το άγχος απόδοσης.

Με τον όρο άγχος απόδοσης, αναφερόμαστε στο άγχος που δημιουργείται την ώρα της σεξουαλικής επαφής ή και πριν από αυτήν. Στην περίπτωση αυτή, ο άνδρας αγχώνεται για το αν θα επιτύχει ικανοποιητική στύση ή όχι, για το αν θα ικανοποιηθεί η σύντροφός του, για το τι μπορεί να σκεφτεί η σύντροφος για εκείνον κ.λ.π. Οι σκέψεις αυτές όμως, αφενός μεν είναι δυσάρεστες και φυσικά δε μπορούν να οδηγήσουν σε διέγερση, αφετέρου δε, ξεκινούν οργανικές λειτουργίες που είναι αντίστροφες από αυτές που απαιτούνται για να δημιουργηθεί ή να διατηρηθεί η στύση. Σημαντικοί παράγοντες που επηρεάζουν την μείωση ή την αύξηση του άγχους απόδοσης, είναι επίσης η σχέση του ζευγαριού αλλά και η οικειότητα ανάμεσα στους συντρόφους.

Διάγνωση της στυτικής δυσλειτουργίας


Η διάγνωση του προβλήματος βασίζεται στα ακόλουθα:

  • Περιγραφή καταρχήν του προβλήματος, όπως η διάρκεια και η σταθερότητα των συμπτωμάτων, αν υπάρχουν πρωινές στύσεις, ποια είναι η συναισθηματική κατάσταση, αν υπάρχει libido, πως είναι διαπροσωπικές σχέσεις και φυσικά τυχόν προηγούμενη θεραπευτική αγωγή για την στυτική δυσλειτουργία.
  • Λεπτομερές ιατρικό αλλά και τυχόν ψυχιατρικό ιστορικό, συλλογή πληροφοριών για τυχόν χειρουργικές επεμβάσεις στο παρελθόν, λήψη φαρμάκων ή πιθανή κατάχρησή τους.
  • Κλινική εξέταση των συστημάτων που μπορεί να σχετίζονται με το πρόβλημα της στύσης: του ουροποιογεννητικού, του ενδοκρινούς, του αγγειακού και του νευρικού συστήματος. Σε άνδρες με στυτική δυσλειτουργία, των οποίων η ηλικία είναι μεγαλύτερη των 50 ετών, σκόπιμο είναι να γίνεται και δακτυλική εξέταση του προστάτη.
  • Εργαστηριακός έλεγχος που περιλαμβάνει τον έλεγχο στο αίμα της γλυκόζης, της τεστοστερόνης του ορού, και σε κάποιες περιπτώσεις που ενδείκνυται, έλεγχος της προλακτίνης, του PSA και των λιπιδίων.

Για να είναι πληρέστερη η διάγνωση του προβλήματος, σημαντικό είναι να συμμετέχει και η σύντροφος του άνδρα που αντιμετωπίζει το πρόβλημα. Επίσης έργο του γιατρού είναι η επικοινωνία με τον ασθενή και τη σύντροφο του, ώστε να κατανοηθεί η διάγνωση, αλλά και η συνιστώμενη στρατηγική για τη θεραπεία που θα πρέπει να ακολουθηθεί. Αν και συνήθως είναι δύσκολο, η σύντροφος θα ήταν σκόπιμο να συμμετέχει σε όλες τις παραπάνω διαδικασίες, ώστε να είναι σε θέση και η ίδια να αντιλαμβάνεται τις ανάγκες αλλά και τις προσδοκίες του συντρόφου της, την ύπαρξη της διαταραχής, την ερμηνεία των εργαστηριακών εξετάσεων και τέλος την επιλογή των θεραπευτικών λύσεων.

Θεραπευτική αντιμετώπιση

Πολλές θεραπευτικές επιλογές είναι διαθέσιμες σήμερα για την αντιμετώπιση της στυτικής δυσλειτουργίας. Αυτές μπορεί να είναι φαρμακευτικές, ψυχοκοινωνικές ή χειρουργικές. Σε κάθε περίπτωση, η στυτική δυσλειτουργία είναι ένα ΣΥΜΠΤΩΜΑ! Επομένως, καλούμαστε να αναγνωρίσουμε τα αίτια που δημιούργησαν το σύμπτωμα, καθώς και τους ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ που το συντηρούν ή το επιδεινώνουν.

Η θεραπευτική επιλογή στις περισσότερες περιπτώσεις
Α. αντιμετωπίζει το σύμπτωμα,
Β. σπανιότερα αντιμετωπίζει την αιτία,
Γ. πρέπει να περιλαμβάνει την τροποποίηση των παραγόντων κινδύνου.
Οι ασθενείς αλλά και οι σύντροφοι τους τέλος, πρέπει να ενημερωθούν για όλες τις διαθέσιμες θεραπευτικές δυνατότητες όσον αφορά τόσο τα αποτελέσματα όσο και τις ανεπιθύμητες ενέργειες που τις συνοδεύουν.