Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2009

ΗΠΑΤΙΤΙΔΑ










Η ηπατίτιδα είναι μια λοίμωξη, δηλαδή φλεγμονή του ήπατος (συκωτιού). Και είναι σοβαρή επειδή αφορά το ήπαρ, που αποτελεί το «πολυπλοκότερο εργοστάσιο» του ανθρώπινου σώματος και ένα από τα ζωτικά όργανα μαζί με τα νεφρά και το πάγκρεας. Αποθηκεύει λιπαρά, σάκχαρα, βιταμίνες και άλλα διατροφικά στοιχεία απαραίτητα για τη σωστή λειτουργία του οργανισμού και βοηθά το σώμα να αποβάλλει τοξίνες και γενικά όλες τις βλαβερές ουσίες.


Oι κυριότερες αιτίες για την εμφάνιση της ηπατίτιδας είναι:
: Η πλειονότητα των κρουσμάτων ηπατίτιδας οφείλεται στους ιούς Α, B, C, D και E και κυρίως στους τρεις πρώτους. Ωστόσο, λοίμωξη στο συκώτι μπορεί να προκαλέσουν και άλλοι ιοί, όπως ο ιός της λοιμώδους μονοπυρήνωσης και ο μεγαλοκυτταροϊός. Όμως, αυτού του τύπου οι ηπατίτιδες είναι συνήθως ελαφριάς μορφής και αυτοϊάσιμες.
: Η κατάχρηση αλκοόλ ή η έκθεση σε βαρέα μέταλλα λόγω επαγγέλματος, π.χ. για όσους κατασκευάζουν μολύβδινες μπαταρίες.
: Υπάρχουν πολλές φαρμακευτικές ουσίες που μπορούν να βλάψουν το συκώτι. Γι’ αυτό και πρέπει να λαμβάνονται πάντα με τη σύμφωνη γνώμη των ειδικών, είτε υπάρχει είτε όχι πρόβλημα με το συκώτι.
: Όταν κάποιος πάσχει από ασθένειες όπως η σαλμονέλα, η σύφιλη, η βρουκέλωση, ο τυφοειδής ή ο μελιταίος πυρετός, η ελονοσία κλπ., σπάνια μπορεί να εμφανίσει και ηπατίτιδα ελαφριάς μορφής.
: Πρόκειται για την αυτοάνοση ηπατίτιδα. Το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται στο συκώτι καταστρέφοντάς το. Oι μορφές της


Προκαλείται από όλους τους ιούς της ηπατίτιδας. Εκδηλώνεται λίγες εβδομάδες έως μήνες μετά την επίθεση του ιού στον οργανισμό. Ενδέχεται τα συμπτώματα να είναι τόσο ελαφριά, ώστε ο ασθενής να μην καταλάβει το παραμικρό. Όταν εκδηλωθούν, τα συνηθέστερα είναι: •Κούραση, ανορεξία. •Ναυτία, εμετός, διάρροια. •Αίσθημα βάρους στο δεξιό πάνω τμήμα της κοιλιάς (συκώτι). •Μυϊκοί πόνοι και πόνοι στις αρθρώσεις. •Πυρετός.
Σε σοβαρές περιπτώσεις, ο ασθενής μπορεί να εμφανίσει: •Ίκτερο (κίτρινη χροιά στο δέρμα και στα μάτια). •Σκουρόχρωμα ούρα. •Αποχρωματισμένα κόπρανα.
Η πιο επικίνδυνη περίπτωση οξείας ηπατίτιδας είναι η λεγόμενη «κεραυνοβόλος», η οποία είναι σπάνια (1 στα 1.000 περιστατικά της ηπατίτιδας Α και 1 στα 100 έως 1 στα 1.000 περιστατικά της ηπατίτιδας Β και της ηπατίτιδας C) και μπορεί να αποβεί μοιραία, αν δεν μεσολαβήσει επείγουσα μεταμόσχευση ήπατος.


Εγκαθίσταται όταν ο οργανισμός δεν καταφέρνει να αποβάλει τον ιό κατά τη φάση της οξείας ηπατίτιδας. Αυτό μπορεί να συμβεί μόνο όταν έχει εκδηλωθεί ηπατίτιδα Β, C ή D και ποτέ Α ή Ε. Συνήθως, οι χρόνιες ηπατίτιδες Β και C είναι σιωπηρές. Δεν «δίνουν» συμπτώματα, όμως ο ιός προκαλεί συγκεκριμένα ίνωση (ουλές στο εσωτερικό του ήπατος). Μάλιστα, αν το μεγαλύτερο μέρος του ήπατος μετατραπεί σε ινώδη ιστό (κίρρωση), μπορεί να οδηγήσει και σε καρκίνο.


Αν ο ασθενής δεν παρουσιάζει ίκτερο στην οξεία φάση, η ανάλυση αίματος θα δείξει αυξημένα ηπατικά ένζυμα (αμινοτρανσφεράσες ή τρανσαμινάσες). Αν όμως ο ασθενής παρουσιάζει ίκτερο, η αιματολογική εξέταση δείχνει και αυξημένα επίπεδα χολερυθρίνης. Ωστόσο, αυτά τα ευρήματα δεν δίνουν πάντα μια ξεκάθαρη απάντηση για το αν πρόκειται για ιογενή ή άλλης αιτιολογίας ηπατίτιδα. Oπότε, θα πρέπει να γίνει και λεπτομερής εργαστηριακός έλεγχος για την ανίχνευση τυχόν ιών, κυρίως της ηπατίτιδας Β και C, ιδιαίτερα μάλιστα εάν πρόκειται για κάποιον που κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών, εργάζεται σε νοσοκομείο ή έχει ιστορικό ηπατίτιδας στην οικογένειά του. Τα αποτελέσματα των εξετάσεων δείχνουν τον τύπο της ηπατίτιδας, αν πρόκειται για οξεία ή χρόνια, αν ο ασθενής είναι απλός φορέας ή αν η λοίμωξη είναι μεταδοτική. Η αξονική ή η μαγνητική τομογραφία και το υπερηχογράφημα δεν έχουν διαγνωστική αξία, καθώς ανατομικές βλάβες στο συκώτι εμφανίζονται σε πολύ προχωρημένες περιπτώσεις. Βιοψία γίνεται μόνο στη χρόνια ηπατίτιδα για να εκτιμηθεί η πραγματική έκταση της βλάβης.

Oι πιο πολλοί ασθενείς με οξεία ιογενή ηπατίτιδα δεν έχουν ανάγκη από ειδική θεραπεία, επειδή τις περισσότερες φορές η λοίμωξη αυτοϊάται. Εξαίρεση αποτελούν οι ασθενείς με οξεία ηπατίτιδα Β ή C, που χρειάζονται ειδική θεραπεία, καθώς η νόσος εξελίσσεται σε χρόνια αρκετά συχνά. Η ηπατίτιδα Β εξελίσσεται σε χρόνια σε ποσοστό 10-30% και η ηπατίτιδα C σε ποσοστό 50%. Ειδική φαρμακευτική αγωγή (κυρίως ιντερφερόνες και αντιικά φάρμακα) πρέπει να ακολουθούν και οι περισσότεροι ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα, με στόχο την ενίσχυση του ανοσοποιητικού, τον περιορισμό του ιού ή ακόμα και την εκρίζωσή του, την επιβράδυνση της ηπατικής βλάβης, καθώς και την αποτροπή της κίρρωσης του ήπατος και του καρκίνου.




1| Πολλά εμβόλια, και κυρίως της ηπατίτιδας, δεν εξασφαλίζουν ανοσία εφ’ όρου ζωής. Γι’ αυτό και είναι αναγκαία η επανάληψή τους (αναμνηστικό εμβόλιο), τόσο στα παιδιά όσο και στους ενηλίκους που ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου.
2| Τα εμβόλια για τις ηπατίτιδες Α και Β έχουν ενταχθεί στο εθνικό πρόγραμμα εμβολιασμών.
3| Εμβόλια για τις ηπατίτιδες C, D και E δεν υπάρχουν.
4| Oι φορείς ηπατίτιδας C θα πρέπει να κάνουν εμβόλια κατά της ηπατίτιδας Α και Β, καθώς μια πρόσθετη μόλυνση από αυτούς τους ιούς επιβαρύνει πολύ την κατάστασή τους.





Πρόκειται για το πιο κοινό είδος ιογενούς ηπατίτιδας. O ιός αποβάλλεται στα κόπρανα αυτών που έχουν μολυνθεί και μπορεί να μεταδοθεί μέσω αυτής της οδού. Για προληπτικούς λόγους, λοιπόν, θα πρέπει να πλένετε σχολαστικά τα χέρια σας μετά την τουαλέτα και ειδικά όταν είναι κοινόχρηστη, καθώς και πριν το φαγητό. Επίσης, θα πρέπει να αποφεύγετε να πίνετε νερό ή να τρώτε σε μέρη ή χώρες όπου οι όροι υγιεινής τηρούνται πλημμελώς. Η μετάδοσή της μέσω του αίματος είναι σπάνια. Τα συμπτώματα της ηπατίτιδας Α υποχωρούν από μόνα τους. Δεν υπάρχει ειδική θεραπευτική αγωγή για την αντιμετώπισή της και δεν εξελίσσεται ποτέ σε χρόνια. Για την προστασία του πληθυσμού από την ηπατίτιδα Α εμβολιάζονται όλα τα παιδιά μετά την ηλικία των 2 ετών. Επίσης, θα πρέπει να εμβολιάζονται οι ενήλικοι που ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου, όπως όσοι έχουν οικογενειακό ιστορικό, πολλούς ερωτικούς συντρόφους, οι άνδρες ομοφυλόφιλοι, οι χρήστες ναρκωτικών, οι εργαζόμενοι σε νοσοκομεία κλπ. Αν υπάρχει υποψία για την άμεση έκθεση κάποιου στον ιό (π.χ. σκοπεύει να επισκεφτεί χώρα όπου ενδημεί η συγκεκριμένη ηπατίτιδα ή υπάρχει κρούσμα στην οικογένεια), θα πρέπει να κάνει εκτός από το εμβόλιο, που προσφέρει προστασία μετά από 1 μήνα περίπου, και ένεση ειδικής ανοσοσφαιρίνης για άμεση προφύλαξη.



Είναι πιο σοβαρή από την Α και μπορεί από οξεία να εξελιχθεί σε χρόνια. Πολλές φορές, είτε είναι οξεία είτε χρόνια, δεν «δίνει» συμπτώματα. Oι ασθενείς με χρόνια λοίμωξη μπορούν να μεταδώσουν τον ιό και επιπλέον διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για κίρρωση του ήπατος ή καρκίνο, γι’ αυτό και θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά από το γιατρό τους εφ’ όρου ζωής. Η ηπατίτιδα Β μπορεί να μεταδοθεί:
Μέσω της σεξουαλικής επαφής.
• Από μολυσμένη μητέρα στο μωρό κατά τον τοκετό.
• Όταν χρησιμοποιείτε προσωπικά αντικείμενα άλλων (ξυραφάκια, οδοντόβουρτσα, νυχοκόπτες). - Με τρύπημα από μολυσμένη βελόνα ή αιχμηρό αντικείμενο.
• Από μετάγγιση αίματος.
• Από την κοινή χρήση συρίγγων για ενδοφλέβια χρήση ναρκωτικών.
Στην οξεία ηπατίτιδα Β αντιμετωπίζονται μόνο τα συμπτώματα. Αντίθετα, η χρόνια ηπατίτιδα Β αντιμετωπίζεται με ειδική φαρμακευτική αγωγή. Για την προστασία του γενικού πληθυσμού, εμβολιάζονται τα παιδιά από τον 4ο μήνα της ζωής τους και μετά. Επίσης, επιβάλλεται ο εμβολιασμός των επαγγελματιών υγείας. Αν εκτεθείτε στον ιό της ηπατίτιδας Β, για να μην «κολλήσετε», μπορείτε να κάνετε εκτός από εμβόλιο και ένεση υπεράνοσης γ-σφαιρίνης.


Πρόκειται για τη λεγόμενη «σιωπηρή» νόσο. Μπορεί και αυτή, όπως και η ηπατίτιδα Β, να εξελιχθεί σε χρόνια και σχεδόν ποτέ δεν εμφανίζει συμπτώματα, γι’ αυτό και η διάγνωσή της γίνεται τις περισσότερες φορές τυχαία. Μεταδίδεται όπως η ηπατίτιδα Β, αλλά κυρίως από το αίμα και τα παράγωγά του (μέσω μεταγγίσεων). Ωστόσο, σήμερα τα περιστατικά δεν είναι τόσο πολλά όσο στο παρελθόν, λόγω των συστηματικών ελέγχων που γίνονται πλέον στο αίμα. Πρόκειται για έναν ύπουλο ιό. Μπορεί να υπάρχει στον οργανισμό, αλλά να μη φαίνεται στις εξετάσεις και να προκαλέσει σοβαρές βλάβες στο συκώτι. Για την αντιμετώπισή του χρησιμοποιούνται αντίστοιχα φάρμακα με αυτά που χορηγούνται για την ηπατίτιδα Β τόσο στην οξεία όσο και στη χρόνια μορφή. Ωστόσο, τα αποτελέσματα δεν είναι τόσο καλά όσο στην ηπατίτιδα Β. Επιπλέον, δεν υπάρχει εμβόλιο. Όσοι λοιπόν κάνουν μεταγγίσεις, χρόνια αιμοκάθαρση, χρήση ναρκωτικών ή εκτίθενται σε αίμα για άλλους λόγους (π.χ. εργάζονται σε νοσοκομεία), θα πρέπει να προσέχουν ιδιαίτερα και να κάνουν τακτικό αιματολογικό έλεγχο. Oι φορείς της ηπατίτιδας C θα πρέπει να κάνουν τα εμβόλια για τις ηπατίτιδες Α και Β για να απομακρύνουν τον κίνδυνο επιμόλυνσης, να αποφεύγουν το αλκοόλ και να επισκέπτονται συχνά το γιατρό τους.


Εκδηλώνεται σχετικά σπάνια και μόνο σε κάποιον που ήδη νοσεί από ηπατίτιδα τύπου Β. Μεταδίδεται κυρίως με μολυσμένο αίμα, σεξουαλική επαφή και από μολυσμένη μητέρα στο νεογνό. Σε σπάνιες περιπτώσεις, η οξεία ηπατίτιδα D μπορεί να οδηγήσει σε οξεία ηπατική ανεπάρκεια ενώ αν εξελιχθεί σε χρόνια να προκαλέσει κίρρωση. Δεν υπάρχει ειδική θεραπεία. O μόνος τρόπος πρόληψης είναι ο εμβολιασμός για την ηπατίτιδα Β.



Εμφανίζεται στις αναπτυσσόμενες χώρες και είναι σπάνια στη Δυτική Ευρώπη και στην Αμερική. Μεταδίδεται όπως και η ηπατίτιδα Α, σε συνθήκες κακής υγιεινής και από την κατανάλωση μολυσμένου νερού και τροφής. Είναι λιγότερο μεταδοτική από την Α και δεν γίνεται χρόνια. Oμάδες υψηλού κινδύνου αποτελούν οι ταξιδιώτες στις περιοχές που αναφέραμε. Δεν υπάρχει εμβόλιο, ούτε ειδική θεραπευτική αγωγή. Αντιμετωπίζεται συμπτωματικά.



;
Αν και για πολλά χρόνια ήταν διαδεδομένη η αντίληψη ότι όποιος έχει ηπατίτιδα οξεία ή χρόνια θα πρέπει να ακολουθεί ειδικό διαιτολόγιο και να αποφεύγει τα λίπη, σήμερα η πεποίθηση αυτή θεωρείται εσφαλμένη.
• Στην οξεία ηπατίτιδα ο ασθενής θα πρέπει να αποφεύγει το αλκοόλ, να τρώει ελαφριά φαγητά, πλούσια σε υδατάνθρακες και να πίνει άφθονα υγρά, ώστε να αποφύγει την αφυδάτωση στην περίπτωση που έχει πολλές διάρροιες.
• Στη χρόνια ηπατίτιδα απαγορεύονται εφ’ όρου ζωής τα αλκοολούχα ποτά, ενώ δεν υπάρχει κάποια τροφή που να απαγορεύεται ή να ενδείκνυται για την περίπτωση. Απλά, οι ασθενείς θα πρέπει να διατηρούν κανονικό το βάρος τους και οι παχύσαρκοι να χάσουν τα περιττά κιλά τους.

Ρευματοειδής Αρθρίτιδα


Πόσο κοινή είναι η ρευματοειδής αρθρίτιδα (ΡΑ); Η ΡΑ είναι επίσης γνωστή ως ρευματισμοί των άρθρων, μιας και προσβάλλει κυρίως τις αρθρώσεις. Στην Ελλάδα, μεταξύ 0.6 και 1 τοις εκατό του πληθυσμού, ή περισσότερο από 60,000 άνθρωποι, υποφέρουν από ΡΑ.

Περισσότερες γυναίκες παρά άνδρες έχουν ΡΑ - τα δύο τρίτα των ασθενών είναι γυναίκες. Ο μέσος όρος ηλικίας προσβολής από την νόσο είναι γύρω στα 55, αλλά μπορεί να προσβάλλει το ίδιο ηλικιωμένους και νέους ανθρώπους.

Τι προκαλεί τη ΡΑ;

Η αιτία της ΡΑ είναι ασαφής, αλλά είναι πιθανό να συμβάλλουν αρκετοί παράγοντες στην εκδήλωση της παθολογικής κατάστασης. Εάν έχετε έναν στενό συγγενή με κάποιο ρευματικό νόσημα, είστε πιο ευάλωτος. Πρόσφατα ερευνητικά ευρήματα υποδηλώνουν ότι η ΡΑ πιθανώς αναπτύσσεται ως ένα αποτέλεσμα της δράσης ενός μικρο-οργανισμού, ενός βακτηριδίου ή ιού, το οποίο έρχεται σε επαφή με το ανοσοποιητικό σύστημα και προκαλεί μία αντίδραση σε ανθρώπους με συγκεκριμένους τύπους γενετικής προδιάθεσης.

Ποια είναι τα συμπτώματα της ΡΑ;

Για τους περισσότερους ασθενείς, τα πρώτα σημάδια της πάθησης είναι η δυσκαμψία, η ευαισθησία και ο πόνος στα χέρια και/ή στα πόδια. Μία ή περισσότερες αρθρώσεις διογκώνονται και παρουσιάζουν κάθε σημείο της φλεγμονής. Μερικές φορές η φλεγμονή αρχίζει σε μία μεγάλη άρθρωση όπως είναι το γόνατο, ο ώμος ή ο αστράγαλος. Ωστόσο, μερικές φορές, η έναρξη της νόσου είναι πιο οξεία. Κόπωση, απώλεια όρεξης, απώλεια βάρους και πυρετός, όλα είναι συμπτώματα τα οποία μπορεί να προηγηθούν της φλεγμονής οποιασδήποτε άρθρωσης και στη συνέχεια να αποδειχθούν πρώιμα συμπτώματα της νόσου.

Πως γίνεται η διάγνωση;

Ο γιατρός αξιολογεί το πώς περιγράφει ο ασθενής τα προβλήματά του, σε συνδυασμό με τα ευρήματα της κλινικής εξέτασης των μεγάλων και μικρών αρθρώσεων. Το επόμενο βήμα είναι η λήψη δειγμάτων αίματος και πιθανώς ακτινογραφιών. Οι εξετάσεις αίματος συχνά μπορούν να δείξουν την παρουσία ρευματοειδούς παράγοντα, ενός αντισώματος που στοχεύει τα ίδια τα αντισώματα του ασθενή, και ο οποίος βρίσκεται συχνά σε υψηλά επίπεδα σε ασθενείς με ΡΑ.
Αυτό το αντίσωμα μπορεί να βρεθεί στο 75 τοις εκατό περίπου των ασθενών, ενισχύοντας έντονα τη διάγνωση. Πιο σύγχρονες μέθοδοι εξέτασης (αντισώματα αντι-CCP) έχουν βελτιώσει περαιτέρω τη διαγνωστική αξιοπιστία.

Πως θεραπεύεται η ΡΑ;

Η φαρμακευτική αγωγή για την ανακούφιση της δυσκαμψίας και του πόνου, όπως είναι τα ΜΣΑΦ (μη στεροειδή αντι-φλεγμονώδη φάρμακα), χρησιμοποιείται σε ένα πρώιμο στάδιο θεραπευτικής αγωγής. Σε ασθενείς με ιστορικό έλκους στομάχου μπορεί να συνταγογραφηθούν άλλα, νεότερα φάρμακα τα οποία ελαχιστοποιούν τον κίνδυνο γαστρικών παρενεργειών.

Εάν η φαρμακευτική αγωγή αυτού του είδους αποδειχθεί ανεπαρκής, οι ιατροί μπορεί να συνταγογραφήσουν φάρμακα τα οποία έχουν μία μακροπρόθεσμη, πιο δυνατή επίδραση στη φλεγμονή και στις προσβληθείσες αρθρώσεις. Μία μακροπρόθεσμη θεραπευτική αγωγή που χρησιμοποιείται συχνά για τη ΡΑ είναι τα Tροποποιητικά της Νόσου φάρμακα (DMARDs).

Υπάρχει επίσης ένας αριθμός άλλων, παλαιότερων φαρμάκων με μακροπρόθεσμη επίδραση. Η τοπική θεραπευτική αγωγή με ενέσεις κορτιζόνης στις φλεγμαίνουσες αρθρώσεις αποτελεί μία σημαντική μορφή θεραπευτικής αγωγής για αρκετά ρευματικά νοσήματα. Νέα βιολογικά φάρμακα για τη θεραπεία της φλεγμονής των αρθρώσεων έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικά κατά της ΡΑ.

Τι επιφυλάσσει το μέλλον για τους ασθενείς που πάσχουν από ΡΑ;

Χάρη σε νεότερες θεραπείες, όλο και λιγότεροι ασθενείς υποφέρουν από σοβαρή καταστροφή των αρθρώσεων των χεριών και ποδιών. Νέες μέθοδοι οι οποίες απλοποιούν τη διάγνωση, βελτιώνουν την πιθανότητα των ασθενών να λάβουν κατάλληλη θεραπευτική αγωγή εγκαίρως. Μέσα από πολλή δουλειά και μεγάλες επενδύσεις, οι μεγάλες πρόοδοι της ρευματολογικής έρευνας έχουν επιφέρει σημαντικά οφέλη για τους ρευματικούς ασθενείς τα τελευταία χρόνια.

Υπάρχουν άφθονες ενδείξεις οι οποίες υποδηλώνουν ότι η θεραπευτική αγωγή με φάρμακα μπορεί να γίνει πιο συγκεκριμένη και αποτελεσματική, αλλά πάντα χρειάζεται να συνδυαστεί με άλλα μέτρα. Αυτές συμπεριλαμβάνουν εκπαίδευση και γνώση σχετικά με την παθολογική κατάσταση και το σώμα, τακτική σωματική δραστηριότητα, άσκηση διαφόρων ειδών και βοηθήματα για συγκεκριμένες καθημερινές δραστηριότητες. Αυτή η βοήθεια παρέχεται από ιατρούς οι οποίοι συνεργάζονται με εξειδικευμένες ρευματολογικές ομάδες (φυσικοθεραπευτή, εργοθεραπευτή, νοσοκόμα, σύμβουλο/ψυχολόγο και μερικές φορές έναν ορθοπεδικό χειρουργό) σε ρευματολογικές μονάδες και νοσοκομεία σε όλη την Ελλάδα.

Εφόσον η ΡΑ από μόνη της μπορεί να προσβάλλει δυσμενώς τα αιμοφόρα αγγεία, είναι σημαντικό για τους ασθενείς να διατηρήσουν έναν υγιή τρόπο ζωής όσον αφορά τη δίαιτα, το βάρος και το κάπνισμα. Το κάπνισμα είναι ένας κύριος παράγοντας για την έναρξη της ΡΑ και αυξάνει τον κίνδυνο του ασθενή να αναπτύξει μία πιο σοβαρή μορφή της παθολογικής κατάστασης.