Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2009

Υπερκατανάλωση αντιβιοτικών

ΓΕΝΙΚΑ

Η μεγάλη κατανάλωση αντιβιοτικών στα παιδιά και στους ενήλικες έχει ως αποτέλεσμα την επικράτηση μικροβίων ανθεκτικών στα αντιβιοτικά που αντικαθιστούν τα ευαίσθητα στις φυσιολογικές μας χλωρίδες, δηλαδή στο στόμα, τον εντερικό σωλήνα, τον κόλπο, την ουρήθρα και το δέρμα.

Η δημιουργία μικροβίων που είναι ανθεκτικά στα αντιβιοτικά δεν αφορά μόνο τα άτομα που λαμβάνουν αντιβιοτικά αλλά και το περιβάλλον τους.

Με ποιον τρόπο τα μικρόβια γίνονται ανθεκτικά στα αντιβιοτικά;

Στο φυσικό περιβάλλον ορισμένα μικρόβια έχουν έτσι διαμορφωθεί ώστε να μπορούν να επιζήσουν παρουσία των αντιβιοτικών. Λέμε τότε ότι τα μικρόβια έχουν αποκτήσει αντοχή.

Η αντοχή σε ένα αντιβιοτικό είναι ένας μηχανισμός που το μικρόβιο βάζει σε εφαρμογή για να μπορέσει να εξουδετερώσει τη δράση ενός αντιβιοτικού που βρίσκεται στον ίδιο περιβάλλον με αυτό.

Ο μηχανισμός αντοχής μπορεί να μεταφέρεται αδιάκοπα από το ένα μικρόβιο στο άλλο, τόσο στα παθογόνα μικρόβια, όσο και στα συμβιωτικά μικρόβια.

Συμβιωτικά λέμε τα μικρόβια που ζουν φυσιολογικά μαζί μας και αποικίζουν το δέρμα και τους βλεννογόνους μας, αποτελούν δε τη λεγόμενη «φυσιολογική χλωρίδα» μας: Δεκάκις τρισεκατομμύρια μικρόβια υπάρχουν στο δέρμα, στη μύτη, στο στόμα, στο έντερο, τον κόλπο, την ουρήθρα, τα οποία ζουν αρμονικά μαζί μας, χωρίς να μας δημιουργούν πρόβλημα.

Παθογόνα, λέμε κάποια άλλα μικρόβια που υπάρχουν στο φυσικό περιβάλλον αλλά μπορούν, όταν έρθουν σε επαφή μαζί μας και κάτω από ορισμένες προϋπόθεσεις (όπως το να εισβάλουν σε μεγάλο αριθμό ή η άμυνα του οργανισμού μας να είναι εξασθενημένη), να μας προκαλέσουν λοιμώξεις ποικίλης βαρύτητας.

Το πρόβλημα με τα αντιβιοτικά είναι ότι δεν κάνουν διάκριση ανάμεσα στα παθογόνα μικρόβια που είναι βλαβερά και στα συμβιωτικά μικρόβια που ζουν αρμονικά μαζί μας, τα σκοτώνουν όλα!. Έτσι τις θέσεις των συμβιωτικών μικροβίων καταλαμβάνουν παθογόνα μικρόβια, πολλά από τα οποία είναι ανθεκτικά στο αντιβιοτικό που χορηγείται, ενώ πολλά από τα συμβιωτικά μικρόβια κατορθώνουν να επιζούν με το να γίνουν ανθεκτικά στο αντιβιοτικό που παίρνουμε. Αποτέλεσμα; Και τα παιδιά και οι ενήλικες αποικίζονται με αυτόν τον τρόπο με ανθεκτικά μικρόβια που με την καθημερινή δραστηριότητα (χειραψία, ασπασμός, εργασία με χέρια, κοκ) διασπείρονται σε άλλους ανθρώπους, οι οποίοι, με τη σειρά τους αποκτούν ανθεκτικά μικρόβια στη φυσιολογική τους χλωρίδα κι ας μην έχουν κάνει οι ίδιοι χρήση αντιβιοτικών!. Το φαινόμενο δηλαδή της αντοχής στα αντιβιοτικά είναι μια αλυσιδωτή αντίδραση που αφορά στην πραγματικότητα πολύ περισσότερους ανθρώπους από ότι φαίνεται.

Γιατί τα ανθεκτικά μικρόβια γίνονται και πιο πολλά;

Το αναφέραμε παραπάνω: τα ανθρώπινα όντα ανταλλάσσουν καθημερινά τα μικρόβια που κουβαλάνε. Άρα, όσο πιο συχνά και όσο περισσότερα άτομα λαμβάνουν τακτικά αντιβιοτικά, τόσο μεγαλύτερη είναι και η διασπορά ανθεκτικών μικρόβιων: Τα μικρόβια είναι αρκετά έξυπνα ώστε να φτιάχνουν μηχανισμούς άμυνας στα αντιβιοτικά που τους δίνουμε για να τα σκοτώσουμε.

Η χρήση των αντιβιοτικών στη ζωοτροφία δεν ευθύνεται παρά μόνο για περιορισμένης έκτασης προβλήματα αντοχής που αφορούν ανθρώπους.

Συνεπώς, η άσκοπη χρήση των αντιβιοτικών στον άνθρωπο ευνοεί την εξάπλωση των ανθεκτικών μικρόβιων.

Τι μπορούμε να κάνουμε;

Αν σταματήσουμε την άσκοπη κατανάλωση αντιβιοτικών, τότε, προοδευτικά τα μικρόβια μας (συμβιωτικά και παθογόνα) θα ξαναγίνουν ευαίσθητα στα αντιβιοτικά. Είναι απλό: τα μικρόβια όταν σταματούν να «απειλούνται» από τα αντιβιοτικά, προοδευτικά παύουν να χρησιμοποιούν τους μηχανισμούς που διαθέτουν για να αμύνονται στα αντιβιοτικά. Αφού δεν θα υπάρχουν στο περιβάλλον του μικροβίου αντιβιοτικά, οι μηχανισμοί αντοχής είναι άχρηστοι, το μικρόβιο τους αποβάλλει και σταδιακά, ξαναγίνεται ευαίσθητο στα αντιβιοτικά.

Τόσο απλά!

Είναι προτιμότερο λοιπόν, όταν αντιμετωπίζουμε σοβαρές μικροβιακές λοιμώξεις όπως π.χ. πνευμονία και ουρολοιμώξεις, αυτές να οφείλονται σε ευαίσθητα μικρόβια τα οποία τα αντιβιοτικά να μπορούν να σκοτώσουν.

Γι αυτό:

Τα αντιβιοτικά είναι πολύτιμα. Πρέπει να τα διαφυλάξουμε

Πώς;

Η λύση του προβλήματος δεν βρίσκεται στην ανακάλυψη νέων αντιβιοτικών, αφού αν και αυτά χρησιμοποιηθούν λανθασμένα, πολύ γρήγορα θα χάσουν την αποτελεσματικότητά τους.

Ο ρόλος του σιδήρου

Η συνολική ποσότητα του σιδήρου του οργανισμού ανέρχε­ται σε 3-4 g. Από αυτά, το 70% περίπου (2,5 g) σχηματίζει την αιμοσφαιρίνη των ερυθρών αιμοσφαιρίων, το 24% περίπου (1 g) βρίσκεται στις «αποθήκες σιδήρου» (δικτυοενδοθηλιακό σύστη­μα, ήπαρ, σπλήνας, μυελός των οστών) με τη μορφή φερριτίνης και αιμοσιδηρίνης καΐ' ένα ελάχιστο ποσοστό (0,1% ή 3-4 mg) κυκλοφορεί ως τρισθενής σίδηρος στο αίμα, εκτός αιμοσφαιρίων, ενωμένος με πρωτεΐνη (τρανσφερρίνη) και αποτελεί το σίδηρο τον ορού. Ο υπόλοιπος σίδηρος του σώματος βρίσκεται στη μυο­σφαιρίνη, τα κυτοχρώματα και μερικά άλλα ένζυμα.

Τα επίπεδα του σιδήρου στο πλάσμα επηρεάζονται πολύ από διάφορους φυσιολογικούς και παθολογικούς παράγοντες οι ο­ποίοι, όμως, δεν επιδρούν στην ολική ποσότητα του σιδήρου του σώματος αλλά, μάλλον, διαφοροποιούν την κατανομή του μεταξύ αποθηκών και πλάσματος. Η ανεπάρκεια σιδήρου οδηγεί σε α­νεπαρκή σύνθεση αίμης και σε αναιμία. Επειδή, όμως, οι φυσιο­λογικές απώλειες σιδήρου (αν δεν υπάρχει κάποια αιμορραγία) είναι πολύ μικρές, σε σχέση με τα υπάρχοντα αποθέματα, απαι­τείται τριετής περίπου αποκλειστική διατροφή με διαιτολόγιο ε­λεύθερο σιδήρου, μέχρι να εγκατασταθεί ανεπάρκεια σιδήρου.

Μονάδες : μmol/L. χ 5,585 = μg/dL (γ%)

μg/dL χ 0,179 = μmol/L

Φυσιολογικές τιμές : Άνδρες : 60 - 160 μg/dL

Γυναίκες : 45 - 155 »

Ηλικιωμένοι: 40 - 80 »

Παιδιά : 45 - 120 »

Φυσιολογικές μεταβολές του σιδήρου του ορού

Υπάρχουν παράγοντες οι οποίοι, επιδρώντας στην κατανομή του σιδήρου μεταξύ αποθηκών και πλάσματος, μπορούν να προ­καλέσουν αξιοσημείωτες διακυμάνσεις που ξεπερνούν το 100%. Π.χ. ο σίδηρος του ορού είναι κατά 30% υψηλότερος το πρωί απ'ότι το απόγευμα. Επίσης, μεταβάλλεται από μέρα σε μέρα και

επηρεάζεται από το σωματικό και το ψυχικό στρες (π.χ. αϋπνία). Αμέσως πριν και κατά την έμμηνη ρύση πέφτει, μερικές φορές σε πολύ χαμηλά επίπεδα, μάλλον εξαιτίας ορμονικών επιδράσεων και όχι από απώλεια αίματος. Με τη χρήση αντισυλληπτικών και στην έναρξη της εγκυμοσύνης διαπιστώνεται αύξηση του κ.ο.κ.

Αύξηση :

Υπερφόρτωση σιδήρου

Κληρονομική (οικογενής αιμοχρωμάτωση)

Πολλαπλές μεταγγίσεις ερυθροκυττάρων (μεταγγισιακή αιμοσιδήρωση)

Παθήσεις του μυελού των οστών, σιδηροβλαστικές αναιμίες, οξεία λευχαιμία

Αναιμία αιμολυτική, κακοήθης, απλαστική, μεσογειακή (αυ­ξημένη καταστροφή ερυθροκυττάρων ή διαταραχές στην α­ποθήκευση Fe)

Οξεία ηπατική νόσος (απελευθέρωση φερριτίνης λόγω ηπατοκυτταρικής νέκρωσης)

Κίρρωση του ήπατος

Δηλητηρίαση από μόλυβδο

Έλλειψη βιταμίνης Βΐ2 και πυριδοξίνης

Μετά από κορεσμό με βιταμίνη C

Νεφρίτιδα

Θεραπευτική αγωγή με οιστρογόνα

Ελάττωση :

Φυσιολογική εγκυμοσύνη (από το μέσον της και μετέπειτα, με βαθμιαία αύξηση της ΤΙΒC)

Ανεπάρκεια σιδήρου (υπόχρωμη μικροκυτταρική αναιμία, σιδηροπενική αναιμία)

Ύφεση κακοήθους αναιμίας (δηλ. η ταχεία αναγέννηση αί­ματος καταναλίσκει το διαθέσιμο σίδηρο)

Νοσήματα οξέα (κρυολόγημα) ή χρόνια (ρευματοειδής αρ­θρίτιδα)

Καρκίνος

Υποθυρεοειδισμός

Νεφρωσικό σύνδρομο

Θεραπεία με ΑCΤΗ ή φλοιοεπινεφριδικό εκχύλισμα

Μετεγχειρητικά

Συγγενής ατρανσφερριναιμία