Κυριακή, 22 Μαρτίου 2009

ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής

Ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής καλείται μία ασθενής περιοχή στην αορτή, το κύριο αγγείο που μεταφέρει αίμα από την καρδιά στο υπόλοιπο σώμα. Όταν το αίμα ρέει διαμέσου της αορτής, ασκείται πίεση στα τοιχώματα της αορτής, με αποτέλεσμα η τελευταία να διευρύνεται και να μοιάζει σαν φουσκωμένο μπαλόνι.

Εάν οι διαστάσεις της ανευρυσματικής περιοχής αυξηθούν σημαντικά, τότε υπάρχει μεγάλος κίνδυνος ρήξης του αγγείου. Συχνότερα τα ανευρύσματα κοιλιακής αορτή εντοπίζονται κάτω από την έκφυση των νεφρικών αρτηριών. Το ανεύρυσμα σε πολλές περιπτώσεις επεκτείνεται και σε αγγεία της λεκάνης και των μηρών. Όταν το ανεύρυσμα προσεγγίσει τη διάμετρο των 5 εκ. τότε υπάρχει άμεση ένδειξη να αντιμετωπισθεί, διότι έχει πολύ αυξημένες πιθανότητες να ραγεί. Ο κίνδυνος ρήξης ενός ανευρύσματος με διαστάσεις <5>

ΕΠΙΠΟΛΑΣΜΟΣ


-Περίπου 1 στους 250 ασθενείς, άνω των 50 ετών θα πεθάνει από ραγέν ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής.
-Ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής ανευρίσκεται σε περίπου 8% των ατόμων ηλικίας >65 ετών
-Οι άνδρες έχουν 4 φορές πιο μεγάλη πιθανότητα από τις γυναίκες να πάθουν ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής.
-Τα άτομα με τον μεγαλύτερο κίνδυνο, είναι κυρίως καπνιστές άνδρες, ηλικίας >60 ετών οι οποίοι έχουν ιστορικό αθηρωματικής νόσου.
-Σημαντικός επιβαρυντικός παράγοντας είναι η ύπαρξη οικογενειακού ιστορικού (ιδίως η ύπαρξη γυναικών στην οικογένεια με ανεύρυσμα κοιλιακής αορτή).
-Οι καπνιστές έχουν 4 φορές πιο αυξημένο κίνδυνο από τους μη καπνιστές να νοσήσουν από ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής.
-το 50% των ασθενών με ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής, οι οποίοι δεν αντιμετωπίζονται τελικά πεθαίνουν από αυτήν την αιτία.


ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΟΛΟΓΙΑ


Το ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής καλείται και <<σιωπηλός δολοφόνος>>, διότι συχνά δεν δίνει προφανή συμπτώματα στους ασθενείς.3 στα 4 ανευρύσματα δεν έχουν δώσει κανένα σύμπτωμα, μέχρι τη στιγμή που διαγιγνώσκονται. Σε περίπτωση ύπαρξης συμπτωματολογίας, τότε αυτή περιλαμβάνει τα ακόλουθα:
-κοιλιακός πόνος συνεχής ή περιοδικός
-πόνος στην πλάτη, με αντανάκλαση σε πόδια, γλουτούς και βουβωνική περιοχή
-Αίσθημα παλμών στην κοιλιακή χώρα

Όταν το ανεύρυσμα ραγεί, τότε η συμπτωματολογία τροποποιείται ως εξής:

-Έντονος πόνος στην πλάτη ή την κοιλιακή χώρα
-Ωχρότητα
-Ξηροστομία, υπερβολική δίψα
-Εμετός και ναυτία
-εικόνα σοκ, με ρίγη, ναυτία, ιλίγγους, λιποθυμία, ιδρώτες, έντονη ταχυκαρδία και ξαφνική αδυναμία.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Σε μερικές περιπτώσεις το ανεύρυσμα διαγιγνώσκεται με μία απλή φυσική εξέταση του ασθενούς, κατά την οποίο ο ιατρός αισθάνεται το ανεύρυσμα σαν μία μαλακή, παλλόμενη μάζα στην κοιλιακή χώρα του ασθενούς. Ωστόσο, η πιο διαδεδομένη διαγνωστική εξέταση είναι ο υπέρηχος στην περιοχή του ανευρύσματος. Άλλες μέθοδοι, είναι η αξονική τομογραφία, η μαγνητική τομογραφία και η αρτηριογραφία.

ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ ΕΚΛΟΓΗΣ

1) Προσεκτική παρακολούθηση του ανευρύσματος
Μικρού μεγέθους ανευρύσματα, διαμέτρου <5>

2) Χειρουργική Επέμβαση
Η πιο διαδεδομένη θεραπεία εκλογής που εφαρμόζεται σε μεγάλα, μη ραγέντα ανευρύσματα κοιλιακής αορτής, είναι η ανοικτή χειρουργική επέμβαση, που διενεργείται από αγγειοχειρουργό.
Η διαδικασία περιλαμβάνει μία τομή ακριβώς κάτω από το στέρνο, έως την ηβική σύμφυση. Ο χειρουργός συσφίγγει με λαβίδα την αορτή, διανοίγει το ανεύρυσμα και τοποθετεί ένα μόσχευμα το οποίο τελικά αποκαθιστά τη ροή του αίματος. Η ροή του αίματος περνάει τελικά από το μόσχευμα το οποίο και προστατεύει το ήδη αδύναμο αορτικό τοίχωμα από τις πιέσεις του καρδιακού παλμού.
Όταν ένα ανεύρυσμα της κοιλιακής αορτής (παθολογική διάταση του τοιχώματος της αορτής στην περιοχή της κοιλίας) αποκτήσει διάμετρο 5 εκατοστά ή περισσότερο, η πιθανότητα ρήξης του φτάνει στο 20%. Αυτή είναι μια επικίνδυνη κατάσταση από την οποία μόνο 10% με 20% των ασθενών επιβιώνουν. Αν ένα κοιλιακό αορτικό ανεύρυσμα μεγαλώσει τόσο είναι απαραίτητο να αποκατασταθεί.
Το ανοιχτό χειρουργείο ήταν παραδοσιακά η μέθοδος αποκατάστασης του κοιλιακού αορτικού ανευρύσματος. Εντούτοις το 1999 ο Αμερικάνικος Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων ενέκρινε τη χρήση επικαλυμμένων ενδοπροθέσεων (stent graft) για τα κοιλιακά αορτικά ανευρύσματα, παρέχοντας ως εναλλακτική μέθοδο μια ελάχιστα επεμβατική τεχνική με μικρότερη περίοδο ανάρρωσης.
3) Επεμβατική Αποκατάσταση

Τι είναι η επικαλυμμένη ενδοπρόθεση(stent graft);

Στην αποκατάσταση κοιλιακού αορτικού ανευρύσματος με ενδοπρόθεση (stent graft), ένας επεμβατικός ακτινολόγος με μια ομάδα άλλων γιατρών (αναισθησιολόγος, αγγειοχειρουργός) εισάγουν έναν μακρύ, λεπτό σωλήνα (που λέγεται καθετήρας) μέσω μιας μικρής τομής στη βουβωνική περιοχή ως την περιοχή του ανευρύσματος. Μέσω του καθετήρα ο ακτινολόγος τοποθετεί ένα υφασμάτινο αυλό (μόσχευμα-graft) που είναι αρκετά μακρύς ώστε να εκτείνεται σε όλη την διατεταμένη περιοχή της αορτής. Ο αυλός αυτός συγκρατείται στην περιοχή από έναν νάρθηκα (stent) που είναι ένας μεταλλικός δικτυωτός σκελετός. Ο νάρθηκας (stent) ασκεί πίεση μεταξύ του μοσχεύματος (graft) και της αρτηρίας ώστε το μόσχευμα (graft) να στερεώνεται σφιχτά στη θέση του. Το αίμα έτσι ρέει μέσα από το μόσχευμα και προσπερνά το ανεύρυσμα. Χωρίς την πίεση του ρέοντος αίματος το ανεύρυσμα δεν κινδυνεύει πια να ραγεί (δηλαδή να σπάσει) και τελικά συρρικνώνεται.
Αίτια τοποθέτησης ενδαγγειακής επικαλυμμένης ενδοπρόθεσης σε κοιλιακό αορτικό ανεύρυσμα
Οι επικαλυμμένες ενδοπροθέσεις κοιλιακών αορτικών ανευρυσμάτων χρησιμοποιούνται για την παράκαμψη μεγάλων ανευρυσμάτων στο κοιλιακό τμήμα της αορτής που διαφορετικά θα έσπαγαν και θα προκαλούσαν επικίνδυνες καταστάσεις.
Δεν είναι όλοι κατάλληλοι για τοποθέτηση ενδοπρόθεσης. Άτομα που μπορεί να είναι κατάλληλα επιλέγουν αυτή την μέθοδο έναντι του χειρουργείου για τους ακόλουθους λόγους:
Σημαντικά λιγότερες μέρες νοσηλείας (1-3 μέρες έναντι 5-7 μέρες μετά από χειρουργείο)
Σημαντικά ταχύτερη ανάρρωση (μέσος όρος 11 μέρες έναντι 47 μετά από χειρουργείο)
Αποφεύγονται οι κίνδυνοι που σχετίζονται με ανοιχτή χειρουργική αποκατάσταση
Δεν μπορούν να λάβουν γενική αναισθησία
Δεν μπορούν ή δεν θέλουν να λάβουν μετάγγιση αίματος που μπορεί να είναι απαραίτητη στη διάρκεια του χειρουργείου
Δεν είναι υποψήφιοι για ανοιχτή χειρουργική αποκατάσταση λόγω άλλων προβλημάτων υγείας.
Κίνδυνοι από την αποκατάσταση κοιλιακού αορτικού ανευρύσματος με επικαλυμμένη ενδοπρόθεση
Υπάρχουν ορισμένοι κίνδυνοι από την αποκατάσταση ανευρύσματος με ενδαγγειακή επικαλυμμένη ενδοπρόθεση οι οποίοι είναι σαφώς λιγότεροι από αυτούς που σχετίζονται με την χειρουργική αποκατάσταση.
Εφόσον ο καθετήρας εισάγεται μέσα στα αγγεία, υπάρχει ο κίνδυνος τραυματισμού του αγγείου, εκχύμωσης ή αιμορραγίας στο σημείο της παρακέντησης ή μόλυνσης της τομής. Σπάνια αλλά επικίνδυνη επιπλοκή είναι η αλλεργική αντίδραση στο σκιαγραφικό μέσο που χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της επέμβασης.
Είναι πιθανό η ενδοπρόθεση να μετακινηθεί ή να παρουσιάσει διαρροή μετά την αποκατάσταση. Αν κάτι τέτοιο συμβεί, αίμα συνεχίζει να ρέει μέσα στο ανεύρυσμα και δυνητικά μπορεί να προκληθεί μεγέθυνση του ανευρύσματος ή ρήξη αυτού. Διαρροές μπορεί να συμβούν στο 10% των ασθενών και οι περισσότερες περιπτώσεις μπορούν να αντιμετωπιστούν μη χειρουργικά.
Καταστάσεις που πρέπει να γνωρίζει ο γιατρός σας
Πριν την εξέταση σας ο επιβλέπων επεμβατικός ακτινολόγος σας πρέπει να γνωρίζει αν κάποια από τις παρακάτω καταστάσεις σας αφορά:
Προηγούμενη αντίδραση στο ιώδιο
Προηγούμενη αντίδραση στην αναισθησία
Διαταραχή της πηκτικότητας
Καρδιοαναπνευστική νόσος
Παρούσα εγκυμοσύνη
Οδηγίες για την προετοιμασία
Πλήρης προετοιμασία του παχέος εντέρου πριν τη διαδικασία (ειδικές οδηγίες)
Προετοιμασία για διαμονή στο νοσοκομείο για ένα βράδυ
Κάποιος να οδηγήσει για τη μεταφορά του ασθενούς προς και από το νοσοκομείο
Τι να αναμένετε στη διάρκεια της διαδικασίας
Πριν την ημερομηνία της επέμβασης ο ασθενής υποβάλλεται σε προ-επεμβατικές εξετάσεις, που περιλαμβάνουν μια αξονική τομογραφία κοιλίας και πιθανώς αγγειογραφία. Οι εξετάσεις αυτές επιτρέπουν στον ακτινολόγο να απεικονίσει το ανεύρυσμα και να καθορίσει τον τύπο και το μέγεθος της ενδοπρόθεσης που πρέπει να χρησιμοποιηθεί. Συμπληρώνονται κάποια έντυπα ώστε ο ακτινολόγος να γνωρίζει το ιατρικό ιστορικό του ασθενούς και ένα έντυπο συγκατάθεσης.

Όταν ο ασθενής προσέλθει για την επέμβαση θα του ζητηθεί να φορέσει κατάλληλο ρούχο. Αφού απαντηθούν οι όποιες απορίες ο τεχνολόγος τοποθετεί έναν ενδοφλέβιο καθετήρα και συνδέει τον ασθενή με διάφορες συσκευές παρακολούθησης της αρτηριακής πίεσης και του καρδιακού του ρυθμού στη διάρκεια της διαδικασίας. Μπορεί να λάβει γενική ή επισκληρίδιο αναισθησία και η επέμβαση λαμβάνει χώρα στην αίθουσα αγγειογραφιών.
Το σημείο εισόδου στη βουβωνική περιοχή θα καθαριστεί. Ένα μηχάνημα ακτινοσκόπησης θα τοποθετηθεί πάνω από την κοιλιά του. Γίνεται τομή στη βουβωνική περιοχή και ένας καθετήρας εισάγεται στην αρτηρία. Χρησιμοποιώντας τις εικόνες της ακτινοσκόπησης ο ακτινολόγος προωθεί τον καθετήρα ως τη θέση του ανευρύσματος. Η ενδοπρόθεση προωθείται μέσω του καθετήρα στη θέση του ανευρύσματος. Αφού απελευθερωθεί από τον καθετήρα η ενδοπρόθεση διατείνεται στο απαραίτητο μέγεθος. Ο καθετήρας στη συνέχεια αποσύρεται και η τομή πιέζεται για να σταματήσει η αιμορραγία. Στη συνέχεια γίνεται αξονική τομογραφία και υπερηχογράφημα ώστε ο ακτινολόγος να επιβεβαιώσει ότι η ενδοπρόθεση έχει τοποθετηθεί στην κατάλληλη θέση.
Η διαδικασία διαρκεί από δύο ως τέσσερις ώρες. Ο ασθενής διαμένει στο νοσοκομείο δύο με τρεις νύχτες.
Ανάρρωση από την επέμβαση
Αμέσως μετά την επέμβαση ο ασθενής πρέπει να μείνει κλινήρης για 4 με 6 ώρες για να ξεκινήσει η επούλωση της τομής ή των τομών. Χρειάζεται εντατική ενυδάτωση ώστε το σώμα να αποβάλει το σκιαγραφικό που χορηγήθηκε στη διάρκεια της επέμβασης.
Ορισμένοι ασθενείς παρουσιάζουν ενοχλήσεις ή/και παρενέργειες για μερικές μέρες μετά την επέμβαση. Παρενέργειες είναι το οίδημα του άνω τμήματος του μηρού, αστάθεια των κάτω άκρων, ναυτία, έμετος, πόνος στο κάτω άκρο ή αίσθημα παλμών, καταβολή, απώλεια όρεξης και απουσία εντερικών ήχων που συνήθως υποχωρούν γρήγορα.
Πολλοί ασθενείς βγαίνουν από το νοσοκομείο την επόμενη μέρα της διαδικασίας. Εντούτοις, πολλές φορές μπορεί να απαιτηθεί μακρύτερη διαμονή. Οι περισσότεροι ασθενείς επιστρέφουν στη κανονική τους δραστηριότητα εντός δύο εβδομάδων μετά την επέμβαση.

Παρακολούθηση
Χρειάζεται ετήσια παρακολούθηση με αξονική τομογραφία ή υπερηχογράφημα για να εξασφαλίσουμε ότι η ενδοπρόθεση έχει παραμείνει στη θέση της και ότι παρακάμπτεται ικανοποιητικά το αίμα από το ανεύρυσμα ώστε αυτό να συρρικνώνεται.
Τα αρχικά αποτελέσματα είναι πολύ θετικά, όμως μια και είναι μια νέα μέθοδος ταμακροπρόθεσμα αποτελέσματα (10-30 χρόνια) δεν είναι γνωστά

Kερατόκωνος

Ο κερατόκωνος είναι μία μη φλεγμονώδης πάθηση του κερατοειδούς, η οποία χαρακτηρίζεται από την παρουσία μίας προοδευτικής παραμόρφωσης της επιφάνειάς του. Ο κερατοειδής παίρνει σταδιακά μία «κωνική» μορφή, (επεκτείνεται δημιουργώντας μία προεξοχή), παραμορφώνοντας το είδωλο που σχηματίζεται στο βυθό του ματιού. Ταυτόχρονα παρατηρείται προοδευτική λέπτυνση, ουλοποίηση και τελικά θολερότητα στην περιοχή που υπάρχει ο κώνος.

Το σημαντικό στον κερατόκωνο είναι ότι προκαλεί προοδευτική, μερική ή ολική, πτώση της όρασης η οποία η οποία δεν βελτιώνεται με γυαλιά και μπορεί να φθάσει μέχρι και την τύφλωση.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, αυτή η παραμόρφωση βρίσκεται στο κάτω μισό του κερατοειδούς και πρωτοεμφανίζεται σαν ανώμαλος αστιγματισμός. Παρόλα αυτά, όλες οι περιπτώσεις αστιγματισμού δεν οφείλονται αποκλειστικά σε κερατόκωνο.

Καθώς ο κερατόκωνος εξελίσσεται, η μόνη μη επεμβατική μέθοδος που παρέχει στον ασθενή κανονική όραση, είναι οι σκληροί φακοί επαφής (ημίσκληροι κερατοκωνικοί φακοί ή και σκληροί). Αν ο κερατόκωνος συνεχίσει να επιδεινώνεται τότε είναι πιθανή η δημιουργία ουλής στο κέντρο του κερατοειδούς.

Παρά τις συνεχιζόμενες έρευνες η αιτιολογία του παραμένει ουσιαστικά άγνωστη. Θεωρείται γενικά κληρονομική ασθένεια και ενοχοποιούνται για την εμφάνισή της πολλοί παράγοντες και κυρίως ανωμαλίες της δομής ή του μεταβολισμού των διαφόρων τμημάτων του κερατοειδούς.

Παλαιότερα εθεωρείτο σπάνια πάθηση ίσως γιατί δεν υπήρχαν τα διαγνωστικά μέσα για να ανιχνευθεί σε αρχικό στάδιο. Σήμερα γνωρίζουμε ότι δεν είναι τόσο σπάνια. Στην Ελλάδα έχουμε περισσότερα από 20.000 άτομα (περίπου 2 ανά 1.000 κατοίκους) με κερατόκωνο.

Εμφανίζεται συνήθως στην εφηβεία όπου και εξελίσσεται σχετικά γρήγορα, στη συνέχεια επιβραδύνεται ο ρυθμός εξέλιξης και σταματά περίπου στα 35 χρόνια ζωής.

Τα πρώτα συμπτώματα είναι η θόλωση της όρασης, δηλαδή πτώση της οπτικής οξύτητας και προοδευτική αύξηση της μυωπίας και του αστιγματισμού. Ιδιαίτερα αύξηση του αστιγματισμού και μεγάλες μεταβολές της μυωπίας είναι ύποπτα συμπτώματα και πρέπει να διερευνούνται σχολαστικά.

Σήμερα η διάγνωση του κερατοκώνου γίνεται πολύ εύκολα με την τοπογραφία του κερατοειδούς. Η εξέταση αυτή μας δίνει έναν αναλυτικό χάρτη της επιφάνειας του κερατοειδούς και τις καμπυλότητες σε όλα τα σημεία της επιφανείας του. Υπάρχουν επίσης διαγνωστικά μηχανήματα με τα οποία ανιχνεύουμε τις μεταβολές της οπίσθιας επιφάνειας του κερατοειδούς της οποίας οι ανωμαλίες προηγούνται πριν ακόμα εκδηλωθούν κλινικά συμπτώματα. Η εξέταση της τοπογραφίας είναι πολύ σημαντική για την έγκαιρη διάγνωση του κερατοκώνου και από τη στιγμή που υπάρχουν ενδείξεις πρέπει να επαναλαμβάνεται τουλάχιστον κάθε χρόνο.

Φυσιολογική Τοπογραφία / Κερατόκωνος

Επίσης η μέτρηση του πάχους του κερατοειδούς είναι μεγάλης σημασίας εφόσον η λέπτυνση του κεραοειδούς είναι ένα από τα ενδεικτικά κλινικά συμπτώματα. Ακριβής μέτρηση του πάχους μπορεί να γίνει μόνο με το Artemis το οποίο μπορεί να διαγνώσει υποκλινικό κερατόκωνο. Η Εμμετρωπία είναι το μοναδικό οφθαλμολογικό κέντρο στην Ελλάδα το οποίο διαθέτει αυτόν τον εξοπλισμό.

Η αντιμετώπιση του κερατοκώνου σε αρχικά στάδια γίνεται με γυαλιά ή μαλακούς φακούς επαφής εφόσον η οπτική οξύτητα είναι καλή. Σε πιο προχωρημένο στάδιο τα γυαλιά δεν βελτιώνουν την όραση και το μόνο μέσο που δίνει καλή οπτική οξύτητα είναι οι ημίσκληροι κερατοκωνικοί φακοί επαφής. Αυτοί είναι φακοί ειδικού σχεδιασμού από σύγχρονα αεροδιαπερατά υλικά που έχουν πολύ καλά αποτελέσματα και δίνουν μακροχρόνια λύση στο πρόβλημα της όρασης. Οφείλουμε όμως να αναφέρουμε ότι οι φακοί επαφής παρά το ότι βελτιώνουν την όραση δεν αποτελούν θεραπεία για τον κερατόκωνο.

Σε πολύ προχωρημένο στάδιο η εφαρμογή τους δεν είναι πάντοτε εφικτή ή ικανοποιητική διότι ο κερατοειδής έχει γίνει πολύ κυρτός, λεπτός και έχουν δημιουργηθεί στρωματικές θολερότητες. Τότε η μόνη μέθοδος αντιμετώπισης είναι η χειρουργική (ενδοστρωματικοί δακτύλιοι, μεταμόσχευση κερατοειδούς ή κερατοπλαστική και οι αστιγματικοί ενδοφακοί).

Περίπου οι μισοί από τους ασθενείς, οι οποίοι πάσχουν από κερατόκωνο, δεν αντιμετωπίζουν κάποιο πρόβλημα στις καθημερινές τους δραστηριότητες, εκτός από την ανάγκη να χρησιμοποιούν διορθωτικούς φακούς (γυαλιά ή φακούς επαφής).

Στους περισσότερους η κατάσταση σταθεροποιείται έπειτα από κάποια χρόνια, χωρίς συνήθως να προκαλούνται σοβαρά προβλήματα όρασης. Για τους υπόλοιπους, ο μόνος τρόπος αντιμετώπισης του προβλήματος μέχρι τώρα ήταν να προχωρήσουν σε μεταμόσχευση κερατοειδούς, μέθοδος της οποίας τα μειονεκτήματα είναι η μακροχρόνια περίοδος ανάρρωσης και οι απρόβλεπτες διαθλαστικές ανωμαλίες που προκύπτουν. Όμως ακόμη και έπειτα από μια μεταμόσχευση, ο κερατόκωνος μπορεί να επανεμφανιστεί και στο καινούργιο μόσχευμα.

Μια ήδη ευρέως διαδεδομένη και εφαρμοσμένη μέθοδος θεραπείας του κερατόκωνου, είναι η INTACS (εισαγωγή ενδοκερατοειδικών δακτυλίων). Είναι η μοναδική διαθλαστική επέμβαση που επίσης ενισχύει τη δομική ακεραιότητα του κερατοειδούς αποτρέποντας την περαιτέρω πτώση της όρασης του κερατοκωνικού οφθαλμού.

Ενδοκερατικοί Δακτύλιοι

Μια νέα θεραπεία της νόσου και μάλιστα μη παρεμβατική φαίνεται σήμερα να κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος και να γίνεται αποδεκτή από την παγκόσμια οφθαλμολογική κοινότητα γιατί καθώς φαίνεται σταθεροποιεί τη δομή του κερατοειδούς και τελικά ελαττώνει την πτώση της όρασης.

Corneal Collagen Crosslinking with Riboflavin

Η μέθοδος αυτή διαρκώς εξελίσσεται και ονομάζεται C3-R (Corneal Collagen Crosslinking with Riboflavin). Μέσω εργαστηριακών και κλινικών ελέγχων, έχει αποδειχθεί ότι ενδυναμώνει την εσωτερική δομή του κερατοειδούς σταθεροποιώντας την όλη αρχιτεκτονική του και συγκεκριμένα ισχυροποιώντας τους δεσμούς μεταξύ των ινών του κολλαγόνου του κερατοειδούς, οι οποίες είναι ένα από τα βασικά συστατικά της διατήρησης της δομής του.

Ο κερατοειδής χιτώνας είναι φτιαγμένος από ινίδια κολλαγόνου, το οποίο είναι μία ζωική πρωτείνη. Στον κερατόκωνο οι δεσμοί του κολλαγόνου είναι λιγότεροι και πιο χαλαροί. Αυτή είναι και η αιτία για την συνεχή παραμόρφωση του κερατοειδούς. Η μέθοδος διασύνδεσης του κολλαγόνου σκληραίνει τον κερατοειδή κατά 200-300% δημιουργώντας νέους δεσμούς ανάμεσα στα ινίδια του κολλαγόνου και γίνεται με τη χρήση βιταμίνης Β2 και υπεριώδους φωτός συγκεκριμένου μήκους κύματος.

Η θεραπεία C3-R μπορεί να γίνει στο ιατρείο και διαρκεί 30 λεπτά. Κατά τη διάρκειά της, ενσταλάσσονται σταγόνες μίγματος Riboflavin (ελλην. ριμποφλαβίνη ή ριβοφλαβίνη-Βιταμίνη Β2) οι οποίες μετέπειτα «ενεργοποιούνται» με χρήση υπεριώδους ακτινοβολίας.

Η διεθνής οφθαλμολογική κοινότητα πιστεύει σήμερα πως η μέθοδος της ριβοφλαβίνης σε συνδυασμό ή όχι με τη μέθοδο των ενδοκερατικών δακτυλίων μπορεί να καθυστερήσει σημαντικά ή και να σταματήσει την εξέλιξη του κερατόκωνου, γλυτώνοντας τον ασθενή από μια πιθανή μεταμόσχευση κερατοειδούς.

Στο οφθαλμολογικό και διαθλαστικό κέντρο «Εμμετρωπία» στις 19/09/06 έγινε η πρώτη επιτυχής επέμβαση C3-R στην Κρήτη, σε έναν ασθενή ο οποίος έπασχε από κερατόκωνο προοδευτικής μορφής δίνοντας ελπίδες σε πολλούς Έλληνες ασθενείς για μια επιτυχημένη και μη παρεμβατική θεραπεία του κερατόκωνου.

Μετά από διετή επιτυχημένη εφαρμογή της μεθόδου, η επιστημονική ομάδα της Εμμετρωπίας, συνεχίζοντας την έρευνα στον συγκεκριμένο τομέα ώστε να συμβάλλουν στην βελτίωση των αποτελεσμάτων της μεθόδου, δημοσίευσε σε έγκριτο οφθαλμολογικό περιοδικό τα αποτελέσματα μίας πρωτοποριακής εργασίας. Για πρώτη φορά παρουσιάσθηκαν συγκεκριμένα πρότυπα μεταβολών του κερατοειδούς μετά τη θεραπεία και προτάθηκαν εξηγήσεις για το μηχανισμό επίδρασης της ριβοφλαβίνης στον κερατοειδή ώστε αυτός να αντιδρά με βάση τα συγκεκριμένα πρότυπα.

Παθήσεις περιφερικών νεύρων (περιφερική νευροπάθεια)



Τα περιφερικά νεύρα μεταφέρουν τα μηνύματα από τον εγκέφαλο και το νωτιαίο μυελό στους μυς, στα όργανα και σε άλλους ιστούς του σώματος.

Οι ασθένειες που εκδηλώνονται ή άλλες βλάβες που δημιουργούνται για διάφορους λόγους στα νευρά αυτά, προκαλούν περιφερική νευροπάθεια.

Σε μερικές περιπτώσεις μόνο ένα νεύρο ή μια ομάδα σχετιζόμενων νεύρων εμπλέκονται στη νευροπάθεια. Στην πολυνευροπάθεια επηρεάζονται πολλά νεύρα σε διάφορες περιοχές του σώματος.Τα νεύρα αποτελούνται από διάφορες νευρικές ίνες που ελέγχουν την αίσθηση, την κίνηση, τη μετάδοση του πόνου ή την ισορροπία. Για το λόγο αυτό, τα σημεία και συμπτώματα της νευροπάθειας εξαρτώνται από το είδος των νευρικών ινών που πάσχουν. Έχουν περιγραφεί περισσότεροι από 100 τύποι περιφερικής νευροπάθειας.

Σημεία και συμπτώματα που συνοδεύουν την περιφερική νευροπάθεια:

  1. Πόνος. Κάποτε ο πόνος μπορεί να είναι εξαιρετικά έντονος και διαπεραστικός
  2. Μουδιάσματα
  3. Αίσθημα καύσου
  4. Μυρμηγκιάσματα
  5. Περιοχές του δέρματος που είναι υπερευαίσθητες
  6. Απώλεια τριχών στις περιοχές που επηρεάζονται
  7. Αλλοιώσεις του δέρματος στις περιοχές που εξαρτώνται από το επηρεαζόμενο νεύρο ή νεύρα
  8. Ατροφία μυών με μυϊκή αδυναμία

Η διάγνωση βασίζεται στο ιστορικό του ασθενούς, στην προσεκτική κλινική εξέταση και στη διενέργεια συμπληρωματικών εξετάσεων που θα κριθούν αναγκαίες από το γιατρό. Οι αναλύσεις αίματος με μέτρηση της γλυκόζης, η αξιολόγηση της νεφρικής και ηπατικής λειτουργίας, το ηλεκτρομυογράφημα, οι μελέτες αγωγιμότητας των νεύρων και η οσφυονωτιαία παρακέντηση είναι μεταξύ των εξετάσεων που πιθανόν να ζητηθούν από το γιατρό.

Υπάρχουν διάφορες αιτίες και τύποι νευροπάθειας. Ας δούμε τις κυριότερες μορφές.

  1. Διαβητική νευροπάθεια. Η διαβητική νευροπάθεια είναι η συχνότερη μορφή νευροπάθειας. Έως 70% των ασθενών με διαβήτη παρουσιάζουν από ήπια μέχρι σοβαρής μορφής διαβητική περιφερική νευροπάθεια. Συχνά εμφανίζεται στα πόδια και στις κνήμες, δηλαδή στις περιοχές κάτω από τα γόνατα. Είναι αιτία απώλειας της αίσθησης, εύκολων τραυματισμών και μολύνσεων.
  2. Νευραλγία του τρίδυμου νεύρου. Το τρίδυμο νεύρο (μεγάλο νεύρο του προσώπου και της κεφαλής) ευθύνεται για την αίσθηση στο πρόσωπο, τη σιαγόνα και την περιοχή των ματιών. Η νευραλγία του τρίδυμου χαρακτηρίζεται από εξαιρετικά οδυνηρά επεισόδια πόνου που εκδηλώνονται ξαφνικά στην περιοχή της μιας μεριάς του προσώπου. Συχνά η αιτία είναι άγνωστη αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να ευθύνεται μια προηγηθείσα μόλυνση με ιό, πίεση στο νεύρο από ένα όγκο ή ένα αιμοφόρο αγγείο που για κάποιο λόγο πρήστηκε ή σπανιότερα σε κατά πλάκας σκλήρυνση
  3. Κληρονομική νευροπάθεια. Υπάρχει εκ γενετής. Οφείλεται σε κληρονομικές γενετικές ανωμαλίες ή σε νέες μεταλλάξεις γονιδίων του ασθενούς. Οι σοβαρότερες μορφές εκδηλώνονται στην παιδική ηλικία. Η συχνότερη μεταξύ αυτών είναι η νόσος Charcot-Marie-Tooth
  4. Νευροπάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος. Το αυτόνομο νευρικό σύστημα είναι εκείνο που ελέγχει τις λειτουργίες του σώματος που γίνονται αυτόματα όπως η αναπνοή, η ρύθμιση της πίεσης, η λειτουργία της καρδίας και των εντέρων
  5. Έλλειψη βιταμινών. Η έλλειψη βιταμινών Ε, Β1 (θειαμίνη), Β3 (νιακίνη), Β6, Β12 είναι σε θέση να προκαλεί νευροπάθεια. Ο υποσιτισμός και ο αλκοολισμός είναι σημαντικές αιτίες υποβιταμίνωσης ή αβιταμίνωσης
  6. Παρενέργειες φαρμάκων. Διάφορα φάρμακα έχουν παρενέργειες που προκαλούν νευροπάθεια. Η χημειοθεραπεία είναι αιτία περιφερικής νευροπάθειας
  7. Τραύματα. Οι τραυματισμοί των νεύρων μπορεί να ευθύνονται για περιφερική νευροπάθεια. Οι τραυματισμοί μπορεί να προκληθούν από οδικά δυστυχήματα, πτώσεις, ατυχήματα σε σπορ, κατάγματα ή από βλάβες στη σπονδυλική στήλη
  8. Υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ. Το αλκοόλ είναι τοξικό για το νευρικό σύστημα. Η υπερβολική κατανάλωση είναι αιτία νευροπάθειας. Επίσης στους αλκοολικούς, λόγω κακής διατροφής παρατηρούνται ελλείψεις βιταμινών που δημιουργούν ή επιδεινώνουν το πρόβλημα της νευροπάθειας
  9. Μολύνσεις. Διάφοροι μολυσματικοί παράγοντες όπως ιοί και βακτηρίδια είναι αιτία νευροπάθειας. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται ο ιός του HIV AIDS, ο ιός του έρπη ζωστήρα, ο ιός EBV (Epstein Barr Virus), ο ιός CMV (Cytomegalovirus) και άλλοι. Η λέπρα, η διφθερίτιδα, η ασθένεια Lyme προκαλούνται από βακτηρίδια και συνοδεύονται από νευροπάθεια
  10. Παθήσεις του ανοσολογικού συστήματος. Στις αυτοάνοσες ασθένειες, ο ίδιος ο οργανισμός λόγω παθολογικών μηχανισμών, δημιουργεί αντισώματα ή κύτταρα που επιτίθενται κατά παράδοξο τρόπο εναντίον των δικών του οργάνων ή ιστών. Γίνεται κατά κάποιο τρόπο ένας εμφύλιος πόλεμος στον οργανισμό του ασθενούς. Στις ασθένειες αυτές περιλαμβάνεται η νόσος Guillain Barrè
  11. Άλλες ασθένειες που συνοδεύονται από νευροπάθεια: Παθήσεις των νεφρών, του ήπατος, του κυκλοφορικού συστήματος, του μεταβολισμού, του ενδοκρινολογικού συστήματος (ανωμαλίες ορμονών) και διάφορες μορφές καρκίνου δυνατόν να συνοδεύονται από νευροπάθεια ή πολυνευροπάθεια

Η θεραπεία της νευροπάθειας εξαρτάται από την αιτία που την έχει προκαλέσει. Στις ελλείψεις βιταμινών, η χορήγηση της βιταμίνης που χρειάζεται στον οργανισμό, βελτιώνει την κατάσταση. Παράλληλα η υγιεινή διατροφή είναι η καλύτερη διασφάλιση για παροχή στον οργανισμό των βιταμινών που χρειάζεται καθημερινά.

Στους αλκοολικούς, εκτός από την υγιεινή διατροφή και τη χορήγηση βιταμινών που χρειάζονται στον οργανισμό τους, επιβάλλεται η διακοπή κατανάλωσης αλκοόλ.

Στους διαβητικούς, ο έλεγχος της γλυκόζης αίματος είναι απαραίτητη προϋπόθεση για βελτίωση της κατάστασης των νεύρων του ασθενούς. Οι διαβητικοί πρέπει να γνωρίζουν ότι οι βλάβες που δημιουργούνται στον οργανισμό τους λόγω ψηλής γλυκόζης στο αίμα δεν είναι ανατρέψιμες. Για αυτό απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή στη θεραπεία τους για πρόληψη σοβαρών βλαβών που πιθανόν να απειλούν τη ζωή τους.

Για την αντιμετώπιση του πόνου που συνοδεύει τις περιφερικές νευροπάθειες, χρησιμοποιούνται φάρμακα αναλγητικά, αντιφλεγμονώδη, αντιεπιληπτικά και αντικαταθλιπτικά. Οι δύο τελευταίες κατηγορίες μπορούν να βοηθούν όχι μόνο για την καταπολέμηση του πόνου αλλά και για τη βελτίωση άλλων συμπτωμάτων σχετικών με την αίσθηση.

Ημικρανία

Η ημικρανία αποτελεί μία επώδυνη πάθηση που ταλαιπωρεί εκατομμύρια ανθρώπους- γυναίκες κυρίως- σε όλον τον κόσμο, επιδρώντας αρνητικά στην ποιότητα ζωής τους. Σήμερα, υπάρχουν τρόποι για να αντιμετωπισθεί ο πόνος αποτελεσματικά.
Η πάθηση εκδηλώνεται στο ένα από τα δύο ημισφαίρια του κεφαλιού και πλήττει περίπου το 10% του πληθυσμού, άνδρες και γυναίκες, αν και οι γυναίκες έχουν τρεις φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να υποφέρουν από κάποιον τύπο ημικρανίας σε σχέση με τους άνδρες. Οι περισσότεροι ασθενείς υπέστησαν την πρώτη κρίση κατά την παιδική ή εφηβική ηλικία, χωρίς βέβαια να είναι κάτι τέτοιο απόλυτο, αφού η ημικρανία μπορεί να εμφανισθεί οποιαδήποτε στιγμή. Για χρόνια υπήρχε η πεποίθηση ότι η πάθηση οφειλόταν σε τοπική διαταραχή της κυκλοφορίας του αίματος, με διάταση και στη συνέχεια σύσφιξη των αιμοφόρων αγγείων. Αντιθέτως, σήμερα πιστεύεται πως οι νευρώνες που υπάρχουν σε μια περιοχή του στελέχους του εγκεφάλου ερεθίζονται και στη συνέχεια οδηγούν τα αιμοφόρα αγγεία σε διαταραχές διαστολής και σύσφιξης.
Μορφές ημικρανίας
Υπάρχουν δύο κύριες μορφές ημικρανίας. Η πρώτη μορφή (χωρίς αύρα) αποτελεί μονόπλευρη κεφαλαλγία που διαρκεί συνήθως από 4 έως 72 ώρες. Η κεφαλαλγία αυτή επιδεινώνεται από τη φυσική δραστηριότητα και συχνά συνοδεύεται από ναυτία, έμετο και φωτοευαισθησία. Αντιθέτως, στον δεύτερο τύπο ημικρανίας (αύρα) προηγούνται τα νευρολογικά συμπτώματα, τα οποία μπορεί να είναι οπτικά-αισθητικά και είναι δυνατόν να προκαλέσουν ακόμη και διαταραχές της κίνησης και του λόγου.
Αίτια της ημικρανίας
Η ακριβής αιτία είναι άγνωστη. Οι ερευνητές πιστεύουν ότι η πάθηση σχετίζεται με «χημικές αλλαγές του σώματος», που πυροδοτούνται από:
  1. Συναισθηματική φόρτιση
  2. Άγχος
  3. Ορισμένα είδη τυριών καθώς και το αλκοόλ, τη σοκολάτα, το τσάι
  4. Έλλειψη ύπνου
  5. Ορμονικές διαταραχές
  6. Χρήση αντισυλληπτικών χαπιών.
  7. Κατάθλιψη
  8. Έλλειψη βιταμίνης Β2 και μαγνησίου, που φαίνεται πως σχετίζεται με την εμφάνιση της ημικρανίας
  9. Υπογλυκαιμία, η οποία μπορεί να αποτελέσει πρόδρομο αίτιο εμφάνισης ημικρανίας

Θεραπεία
Είναι εξαιρετικά σημαντικό να παρακολουθούνται οι πάσχοντες από γιατρό, ο οποίος θα τους χορηγήσει και τα ανάλογα φάρμακα. Σήμερα, υπάρχουν αποτελεσματικά σκευάσματα που καταπολεμούν τον πόνο επιτρέποντας στον ασθενή να πραγματοποιήσει τις καθημερινές του δραστηριότητες κατά τη διάρκεια των επεισοδίων ημικρανίας. Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται είναι τα συνήθη αναλγητικά, όπως η ασπιρίνη και η παρακεταμόλη καθώς και τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη. Είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν για την ημικρανία και εργοταμινικά παράγωγα ή τριπτάνες σε ενέσιμη μορφή ή σε μορφή χαπιού, υποθέτου ή ρινικού σπρέι, η χορήγηση των οποίων γίνεται αμέσως μόλις εμφανισθεί η κρίση. Στις προληπτικές θεραπείες περιλαμβάνονται τα αντικαταθλιπτικά σκευάσματα που χορηγούνται σε μικρές δόσεις. Τέλος, οι β-αναστολείς αποδείχθηκαν πρόσφατα ιδιαίτερα αποτελεσματικοί στην ημικρανία. Στις εναλλακτικές μεθόδους αντιμετώπισης της ημικρανίας περιλαμβάνονται τόσο η ομοιοπαθητική όσο και ο βελονισμός καθώς και οι τεχνικές χαλάρωσης που, σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν καλά αποτελέσματα. Η συγκεκριμένη πάθηση είναι - κυριολεκτικά και μεταφορικά - γένους θηλυκού και ταλαιπωρεί 28 εκατομμύρια γυναίκες σε όλον τον κόσμο. Ωστόσο, με την φαρμακευτική υποστήριξη και τις εναλλακτικές θεραπείες, πλέον υπάρχει λύση.

Τα <ΝΑΙ> και τα <ΟΧΙ> ΣΕ ΕΠΙΛΗΠΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

α) Τι πρέπει να κάνουμε;
A •Να κρατήσουμε την ηρεμία μας και να κοιτάξουμε την ώρα.
•Να απομακρίνουμε τα αντικείμενα που μπορεί να προκαλέσουν τραυματισμό στον ασθενή.
•Να βγάλουμε τα γυαλιά, αν υπάρχουν και να τον γυρίσουμε πλάγια ώστε να διατηρηθούν ανοικτοί οι αεραγωγοί προς αποφυγή πνιγμονής.
•Να καθαρίσουμε το σάλιο, αν αυτό υπάρχει, γύρω από το στόμα.
•Όταν αρχίσει να συνέρχεται ή βρίσκεται σε σύγχυση να τον καθησυχάσουμε.
•Αν ο σπασμός διαρκεί θα πρέπει να ειδοποιήσουμε τον γιατρό, η εάν υπάρχει διαθέσιμο φάρμακο να το χρησιμοποιήσουμε (διαζεπάμη από το ορθό).
β) Τι να μην κάνουμε;
A •Να μην επιχειρήσουμε μετακίνηση, ενώ ο σπασμός εξελίσσεται, εκτός εάν υπάρχει άμεσος κίνδυνος π.χ. αν ο σπασμός συμβαίνει σε έναν δρόμο που περνάνε αυτοκίνητα ή πάνω σε ένα κεφαλόσκαλο η κοντά σε νερό κ.ά.
•Να μην προσπαθήσουμε να συγκρατήσουμε τις κινήσεις.
•Να μην τον σηκώσουμε.
•Να μην βάλουμε αντικείμενα σκληρά όπως κουτάλι ή μολύβι ανάμεσα στα δόντια, για τον κίνδυνο τραυματισμού, η το δάκτυλο μας για να μην καταλήξουμε σε κάκωση τους.
•Να μην προσπαθήσουμε να δώσουμε νερό η φάρμακο από το στόμα κατά τη διάρκεια του σπασμού.
•Να μην τον ενοχλήσουμε την ώρα που το επεισόδιο έχει μόλις τελειώσει, αλλά να τον αφήσουμε να συνέλθει με ηρεμία και ησυχία επιβεβαιώνοντας τον ότι όλα θα πάνε καλά.
•Όταν γνωρίζουμε τις κρίσεις ενός ατόμου και τη συνήθη διάρκεια του δεν είναι απαραίτητο να καλούμε το ασθενοφόρο η τον γιατρό, εκτός και αν, όπως προαναφέραμε, ο σπασμός διαρκεί πολύ.
•Όσον αφορά τους μικρούς σπασμούς (εστιακούς, μυοκλονικούς κ.α.) δεν χρειάζεται συνήθως να πάρουμε μέτρα παρά μόνο εάν είναι πολύ έντονοι και έχουν τόση για επιδείνωση και μεγάλη διάρκεια. Συνήθως η παρατήρηση των κρίσεων και η παρουσία μας δίπλα στον ασθενή είναι πιο σημαντικές, από βεβιασμένες και έντονες ενέργειες.

Περί Επιληψίας

Τι είναι η Επιληψία

Η Επιληψία είναι νευρολογική πάθηση η οποία επηρεάζει ανθρώπους σε όλο τον κόσμο με συχνότητα περίπου 1% του πληθυσμού. Είναι επίσης μία από τις αρχαιότερες ασθένειες που έχουν περιγραφεί σε ιατρικά συγγράμματα. Χαρακτηρίζεται από μία τάση για επαναλαμβανόμενες επιληπτικές κρίσεις και καθορίζεται από την προσβολή από δύο ή περισσότερες επιληπτικές κρίσεις χωρίς άμεση αιτία.

Σε πολλές χώρες, και κυρίως στο παρελθόν, υπήρχε η άποψη ότι τα επιληπτικά άτομα διακατέχοντο από υπερφυσικές δυνάμεις που τους επηρέαζαν στην εμφάνιση των συμπτωμάτων τους. Το όνομα επιληψία προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «επιλαμβάνειν» το οποίο σημαίνει απότομη προσβολή ή κατάληψη. Από όσα γνωρίζουμε επί του παρόντος, η επιληπτικές κρίσεις είναι το αποτέλεσμα μίας απότομης, συνήθως σύντομης, υπερβολικής ηλεκτρικής εκφόρτωσης στον εγκέφαλο, είτε σε μια μικρή περιοχή του εγκεφάλου είτε σ΄ολόκληρο τον εγκέφαλο. Διάφορες περιοχές του εγκεφάλου μπορούν να παρουσιάσουν επιληπτικές κρίσεις και κάποιες φαίνεται να είναι πιο επιρρεπείς στην εκδήλωση επιληπτικών κρίσεων από άλλες. Τα συμπτώματα επομένως των επιληπτικών κρίσεων σχετίζονται με την περιοχή του εγκεφάλου από την οποία ξεκινάει η ηλεκτρική εκφόρτιση. Παροδικά συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν αλλοίωση ή απώλεια επαφής με το περιβάλλον, λιποθυμία, εστιακούς σπασμούς στα χέρια ή πόδια, συναισθηματικές αλλοιώσεις ή τονικοκλονικούς γενικευμένους σπασμούς.

Επιληπτικές Κρίσεις

Υπάρχουν πάρα πολλά ήδη επιληπτικών κρίσεων τα οποία διακυμαίνονται από πολύ σύντομες (δευτερόλεπτα) αλλοιώσεις της συνείδησης ή τα τινάγματα μέχρι σοβαράς μορφής παρατεταμένους τονικοκλονικούς σπασμούς. Οι επιληπτικές κρίσεις ταξινομούνται σύμφωνα με το που ξεκινούν στον εγκέφαλο, όπως για παράδειγμα:

Εστιακές κρίσεις

Οι κρίσεις αυτές προκύπτουν από ηλεκτρική εκφόρτιση μιας μικρής περιοχής στον εγκέφαλο. Η εκφόρτιση μπορεί να παραμείνει εστιακή ή μπορεί να γενικευθεί και να συμπεριλάβει ολόκληρο τον εγκέφαλο. Αν η συνείδηση δεν επηρεαστεί οι κρίσεις αυτές ονομάζονται απλές εστιακές κρίσεις. Εάν ο ασθενής χάσει την επαφή με το περιβάλλον τότε οι κρίσεις αυτές ονομάζονται σύνθετες εστιακές. Οι κρίσεις αυτές, όπως έχει αναφερθεί, μπορεί να γενικευθούν μετά από σύντομο χρονικό διάστημα και ο ασθενής να παρουσιάσει γενικευμένες τονικοκλονικούς σπασμούς.

Γενικευμένες Κρίσεις

Οι κρίσεις αυτές προκύπτουν μετά από ηλεκτρική εκφόρτιση από ολόκληρο τον εγκεφαλικό φλοιό και οι οποίες προκαλούν απότομα απώλεια επαφής με το περιβάλλον, λιποθυμία ή και τονικοκλονικούς σπασμούς ή σφίξιμο.

Επιληπτική Κατάσταση

Η κατάσταση αυτή είναι σοβαρή και επιβλαβής για την υγεία διότι χαρακτηρίζεται από παρατεταμένους τονικοκλονικούς σπασμούς ή παρατεταμένες αφαιρετικές κρίσεις οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις δεν απαντούν ικανοποιητικά με την αρχική φαρμακοθεραπεία. Οι ασθενείς αυτοί εισάγονται σε εντατικές μονάδες παρακολούθησης και τους χορηγούνται διάφορα φάρμακα μέχρι να σταματήσουν οι επιληπτικοί σπασμοί.

Επιδημιολογία και Συχνότητα

Όπως έχουμε ήδη αναφέρει η επιληψία δεν γνωρίζει γεωγραφικά, κοινωνικά ή εθνικά σύνορα. Επηρεάζει τόσο άνδρες όσο και γυναίκες και μπορεί να αρχίσει σε οιανδήποτε ηλικία παρόλον ότι πιο σύντομα παρατηρείται στην βρεφική, παιδική και εφηβική ηλικία καθώς επίσης και στην Τρίτη ηλικία. Ο καθένας από εμάς μπορεί να επηρεαστεί από επιληπτικές κρίσεις. Μέχρι 5% του πληθυσμού παγκοσμίως μπορούν να παρουσιάζουν μια μεμονωμένη επιληπτική κρίση σε κάποια περίοδο της ζωής τους. Η διάγνωση όμως της επιληψίας μπαίνει μόνο σ΄αυτούς που έχουν επαναλαμβανόμενες τουλάχιστον δύο επιληπτικές κρίσεις χωρίς άμεση αναγνωρίσιμη αιτία. Επομένως περίπου 50 εκατομμύρια άνθρωποι σ΄όλο τον κόσμο έχουν επιληψία οποιαδήποτε στιγμή. Ο συνολικός αριθμός ανθρώπων που είχαν ή ακόμα παρουσιάζουν επιληψία υπολογίζεται στα 100 εκατομμύρια ανθρώπων περίπου.Η συχνότητα της νόσου αναφέρεται στον αριθμό νέων περιστατικών σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Μελέτες σε ανεπτυγμένες χώρες έχουν δείξει μια ετήσια συχνότητα της επιληψίας η οποία κυμαίνεται περίπου στα 50 καινούργια περιστατικά ανά 100 χιλιάδες πληθυσμού. Σε αναπτυσσόμενες χώρες όμως ο αριθμός αυτός είναι σχεδόν ο διπλάσιος, περίπου στα 100 νέα περιστατικά ανά 100 χιλιάδες πληθυσμού. Ένας από τους κύριους λόγους γι’ αυτή την πιο ψηλή συχνότητα της επιληψίας σε αναπτυσσόμενες χώρες είναι η ύπαρξη περισσότερων παραγόντων κινδύνου οι οποίοι μπορεί να οδηγήσουν σε μόνιμη εγκεφαλική βλάβη. Αυτές οι καταστάσεις συμπεριλαμβάνουν τις διάφορες λοιμωξιογόνες νόσους όπως μηνιγγίτιδα, ελονοσία, κακή διατροφή καθώς και περιπλοκές κατά την διάρκεια της γέννας.

Η επιληψία σχετίζεται και με αυξημένο κίνδυνο θανάτου ο οποίος μπορεί να σχετίζεται με:

1. Την υποβόσκουσα εγκεφαλική νόσο που προκαλεί επιληψία όπως για παράδειγμα λοίμωξη, ή εγκεφαλικό όγκο.
2. Επιληπτικές κρίσεις σε καταστάσεις επικίνδυνες οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν σε πνιγμό, εγκεφαλική βλάβη ή κάψιμο.
3. Επιληπτική Κατάσταση
4. Απότομοι και ανεξήγητοι θανάτοι έχουν περιγραφεί σε μικρό αριθμό ατόμων με επιληψία οι οποίοι φαίνονται να είναι το αποτέλεσμα αναπνευστικών ή καρδιοαναπνευστικών διαταραχών κατά την διάρκεια επιληπτικών κρίσεων.
5. Αυτοκτονίες

Αιτιολογίας της Επιληψίας

Η επιληψία συχνά προκύπτει από υποβόσκουσες εγκεφαλικές νόσους. Οιαδήποτε κατάσταση η οποία επηρεάζει την ανατομία και την λειτουργία του εγκεφάλου μπορεί να οδηγήσει σε επιληψία. Όμως όλοι οι ασθενείς οι οποίοι έχουν μια συγκεκριμένη εγκεφαλική νόσο δεν θα αναπτύξουν κατά ανάγκη όλοι επιληψία. Η ανάπτυξη της επιληψίας εξαρτάται από τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του εκάστοτε ασθενούς τα οποία μπορεί, λόγω βιοχημικών και νευροβιολογικών παραγόντων, να τους καταστούν πιο ευάλωτους στην επιληψία.Σε πολλούς ασθενείς η αιτία της επιληψίας δεν μπορεί να εντοπισθεί και θεωρείται ότι προκύπτει από ανισορροπία διαφόρων χημικών ουσιών στον εγκέφαλο όπως τους λεγόμενους νευροδιαβιβαστές οι οποίοι βοηθούν τους νευρώνες του εγκεφάλου να επικοινωνούν μεταξύ τους. Επίσης η επιληψία μπορεί να προκύψει σαν αποτέλεσμα σοβαρού τραυματισμού στο κεφάλι.

Τραυματισμοί και λοιμώξεις του εγκεφάλου μπορούν να αποτελέσουν επιληψία σε οποιανδήποτε ηλικία.

Οι ψηλοί πυρετοί κατά την διάρκεια της παιδικής ηλικίας μπορεί σε ένα μικρό αριθμό ατόμων να προκαλέσουν πυρετικούς σπασμούς. Περίπου 3% των παιδιών που παρουσιάζουν πυρετικούς σπασμούς μπορεί να εμφανίσουν απύρετους σπασμούς κατά την εφηβική ή ενήλικη περίοδο της ζωής τους.

Θεραπεία και Πρόγνωση

Μελέτες έχουν δείξει ότι περίπου το 70% των ατόμων με επιληψία μπορούν να ελεγχθούν ικανοποιητικά με αντιεπιληπτικά φάρμακα. Μετά από 2-5 χρόνια επιτυχούς θεραπείας με φάρμακα αυτά μπορεί σιγά σιγά να αφαιρεθούν και περίπου το 70% των παιδιών και το 60% των ενηλίκων δεν επανεμφανίζουν επιληπτικές κρίσεις.

Όμως περίπου το 30% των ατόμων δεν απαντούν σε θεραπεία με αντιεπιληπτικά φάρμακα, κυρίως αυτά στα οποία υπάρχει εγκεφαλική βλάβη.

Οι εστιακές κρίσεις είναι από τις πιο δύσκολες να ελεγχτούν και οπωσδήποτε είναι πιο δύσκολο να ελεγχτούν από τις γενικευμένες επιληπτικές κρίσεις.

Στις περιπτώσεις της λεγόμενης ανθεκτικής επιληψίας που δηλαδή δεν απαντά σε αντιεπιληπτικά φάρμακα υπάρχουν άλλες μέθοδοι όπως η κετογενής δίαιτα, ο ερεθισμός του πνευμονογαστρικού νεύρου και σε ορισμένα επιλεγμένα άτομα χειρουργική επέμβαση στον εγκέφαλο.

Περίληψη

Η Επιληψία είναι μια από τις πιο κοινές νευρολογικές παθήσεις και απαντάται σε όλες τις χώρες του κόσμου. Μέχρι 5% του πληθυσμού παγκοσμίως θα έχει τουλάχιστον μία επιληπτική κρίση κατά την διάρκεια της ζωής του. Σε κάθε δεδομένη στιγμή περίπου 50 εκατομμύρια ανθρώπων έχουν επιληψία. Η Επιληψία έχει σημαντικές κοινωνικές, φυσικές και ψυχολογικές επιπτώσεις. Μέχρι 70% των αντιεπιληπτικών ανθρώπων μπορεί με την κατάλληλη θεραπεία να ελεγχθούν πλήρως.